Ο Αριστείδης Στεργιάδης υπήρξε για πολλούς, ένα σκοτεινό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας, που εγκατέλειψε εν μία νυκτί την Σμύρνη λίγο πριν από την Καταστροφή.

Η συμπεριφορά του απέναντι στους Μουσουλμάνους κάθε άλλο παρά εχθρική ήταν και έστρεψε εναντίον του τους Χριστιανούς για την υπερβολική ουδετερότητά του. Μάλιστα στην πρόσοψη του κτιρίου της Ύπατης Αρμοστείας κυμάτιζαν ταυτόχρονα η ελληνική αλλά και η τουρκική σημαία. Για άλλους, δεν ήταν παρά ένας μετριοπαθής πολιτικός που ακολουθούσε κατά γράμμα τις συχνά ασαφείς και επιπόλαιες εντολές της ελληνικής κυβέρνησης. Η προσωπικότητα του τελευταίου Έλληνα κυβερνήτη της Σμύρνης διχάζει μέχρι σήμερα τους ιστορικούς.

Παρακολουθήστε μαρτυρίες για την προσωπικότητα του αμφιλεγόμενου Στεργιάδη στη «Μηχανή του Χρόνου»:

Στενός φίλος του Βενιζέλου

Ο Αριστείδης Στεργιάδης ήταν Κρητικός και έμπιστος φίλος του Ελευθέριου Βενιζέλου, με τον οποίο γνωρίστηκαν στην Επανάσταση του Θερίσου το 1905. Έχοντας σπουδάσει νομική στην Αθήνα και στο Παρίσι, άσκησε για κάποια χρόνια τη δικηγορία. Σύντομα όμως τον κέρδισε η πολιτική.

Διετέλεσε πρόεδρος του μεικτού ελληνοτουρκικού Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου, συμμετείχε σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές σε εθνικό επίπεδο, ενώ το 1917 διορίστηκε Γενικός Διοικητής Ηπείρου. Παρόλο που με την Ήπειρο δεν τον συνέδεε κανένας δεσμός, το έργο που παρουσίασε κατά τη διετή παραμονή του στον τόπο ήταν αξιοσημείωτο. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ο Έλληνας πρωθυπουργός, Ελευθέριος Βενιζέλος, αποφάσισε το 1919 να του αναθέσει την πολιτική διοίκηση της Σμύρνης.

Ένας μετριοπαθής ηγέτης

Την περίοδο της άφιξης του Στεργιάδη στη Σμύρνη, η κατάσταση ήταν αρκετά τεταμένη. Το όραμα της επέκτασης του ελληνικού κράτους στα παράλια της Μικράς Ασίας ήταν πιο ζωντανό από ποτέ. Ο Στεργιάδης, όμως, εξ αρχής έδειχνε να μην είναι ένθερμος υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας.

Το γεγονός αυτό τον έφερε σε ανοιχτή ρήξη τόσο με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο, όσο και από την μεγαλύτερη μερίδα του χριστιανικού πληθυσμού. Οι Έλληνες της Σμύρνης ζούσαν με την ελπίδα της ένωσης με τη μητέρα πατρίδα και είχαν ανάγκη από έναν δυναμικό ηγέτη που θα εφάρμοζε μία πολιτική εδραίωσης της κυριαρχίας του ελληνικού στοιχείου στην πόλη, με ευνοϊκές πρακτικές προς τους Έλληνες και τους χριστιανούς ορθόδοξους εν γένει.

Το καλοκαίρι του 1920 υπογράφηκε η Συνθήκη των Σεβρών και η Σμύρνη τέθηκε υπό ένα ιδιόμορφο καθεστώς. Η περιοχή θα παρέμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία του Σουλτάνου, αλλά θα διοικούνταν από Έλληνα Αρμοστή ως εντολοδόχο των Συμμάχων. Παράλληλα, μετά από πέντε χρόνια θα γινόταν δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα του οποίου θα καθόριζε την προσάρτησή της στην Ελλάδα.

Για το Βενιζέλο, ο Στεργιάδης ήταν το ιδανικό πρόσωπο για τη θέση του Αρμοστή. Τον θεωρούσε έναν άνθρωπο αμέμπτου ηθικής, που είχε την εμπειρία και την ικανότητα να διατηρήσει ισορροπίες μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Άλλωστε, για τον έλληνα πρωθυπουργό αυτό ήταν το κύριο ζητούμενο: να μην υπάρχουν εντάσεις στη συμβίωση των δύο κυρίαρχων πληθυσμών μέχρι να παρέλθει η πενταετία και να πραγματοποιηθεί το δημοψήφισμα.

Διαβάστε ακόμα: Γιατί οι Τούρκοι αποκαλούσαν «άπιστη» την κοσμοπολίτισσα Σμύρνη και την έκαψαν. Καταστράφηκαν 55.000 σπίτια και 5.000 καταστήματα (φωτο)

Πράγματι, τα επόμενα χρόνια, ο Στεργιάδης ήταν πολύ προσεκτικός στον τρόπο που ασκούσε την εξουσία. Συνεργαζόταν με τούρκους γηγενείς σε θέματα διοίκησης και προσπαθούσε να είναι αμερόληπτος.

Πολλοί τον κατηγορούσαν ότι στην προσπάθειά του να είναι δίκαιος με όλους, στην πραγματικότητα κατέληγε να είναι ιδιαίτερα σκληρός με τους συμπατριώτες του. Υπάρχουν μαρτυρίες που υποστηρίζουν ότι ο Ύπατος Αρμοστής δε δίσταζε να βιαιοπραγεί κατά Ελλήνων που παρανομούσαν, να επιδιώκει την καταδίκη τους από το δικαστήριο της πόλης, ακόμα και να τους στέλνει ο ίδιος στο θάνατο.

Σε κάθε περίπτωση, ο Στεργιάδης προτιμούσε να δυσαρεστήσει τους Έλληνες κατοίκους, παρά να διακινδυνεύσει την πρόκληση πολιτικού θέματος.

Ο Στεργιάδης (αριστερά) αρνήθηκε τις πολιτικές παρεμβάσεις από την Αθήνα και τη Σμυρνέικη κοινότητα. Η στάση του προς τους κληρικούς και τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο ήταν απαξιωτική, γεγονός που ξεσήκωσε τον ελληνικό πληθυσμό

Παρόλα αυτά, είναι γεγονός ότι σε επίπεδο δημόσιας τάξης, ο Έλληνας Αρμοστής διετέλεσε αποτελεσματικό έργο. Οργάνωσε το σώμα της χωροφυλακής, απομάκρυνε τους οίκους ανοχής από το κέντρο της πόλης και απαγόρευσε την χαρτοπαιξία. Συγκρότησε στρατοδικεία, αλλά και συνέβαλε σημαντικά στον επαναπατρισμό 120.000 χριστιανών προσφύγων και εκτοπισμένων, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους κατά τους διωγμούς του 1914 – 1916 χορηγώντας τους δάνεια για την αποκατάστασή τους.

Ίδρυσε το Ιωνικό Πανεπιστήμιο Σμύρνης, ενώ ενέκρινε την εγκατάσταση ενός μικροβιολογικού εργαστηρίου και ενός Ινστιτούτου Παστέρ, που συνέβαλε στην καταπολέμηση πολλών ασθενειών που έπλητταν την περιοχή.

Η κόντρα με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο

Ωστόσο, το έργο αυτό δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει την μετριοπαθή και ενίοτε αντεθνική πολιτική του. Με τον καιρό, η κόντρα του με τον Χρυσόστομο γινόταν όλο και πιο έντονη. Εν αντιθέσει με τον Στεργιάδη, ο Μητροπολίτης δεν έπαυε να υποστηρίζει και να ξεσηκώνει τους Έλληνες με πύρινους λόγους, διαβεβαιώνοντάς τους ότι η ώρα της απελευθέρωσης ήταν κοντά.

Χαρακτηριστικά, ο Ύπατος Αρμοστής είχε διακόψει κήρυγμα του Χρυσόστομου σε επίσημη δοξολογία για τον εορτασμό συμμαχικής νίκης, επειδή θεώρησε πως το περιεχόμενο της ομιλίας του δεν ήταν θρησκευτικό, αλλά εθνικιστικό. Εισηγήθηκε μάλιστα στην ελληνική κυβέρνηση να διακόψει κάθε οικονομική επιχορήγηση στη Μητρόπολη Σμύρνης.

Σε άλλη περίπτωση, όταν ο Μητροπολίτης είχε προτείνει την ενίσχυση του ελληνικού στρατεύματος με ένα αμυντικό σώμα επανδρωμένο από έμπειρους αξιωματικούς που υπηρετούσαν στο σώμα της Κωνσταντινούπολης, ο Στεργιάδης εξοργίστηκε τόσο που λέγεται ότι έπιασε τον Χρυσόστομο από τα γένια.

Η Καταστροφή

Το Νοέμβριο του 1920 ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχασε τις εκλογές και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επανήλθε στα πράγματα. Προς έκπληξη όλων, η νέα κυβέρνηση δεν καθαίρεσε τον Στεργιάδη από Αρμοστή. Ο Έλληνας πολιτικός παρέμεινε στη θέση του, υπακούοντας πια στις εντολές των φιλοβασιλικών. Διατήρησε όμως παράλληλα διαύλους επικοινωνίας με το Βενιζέλο. Εν τω μεταξύ, η Μικρασιατική Εκστρατεία βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη.

Κατά την τρίχρονη προώθηση του ελληνικού στρατού στην μικρασιατική ενδοχώρα, ο Στεργιάδης παρέμεινε σταθερός στην θέση του ότι η επιχείρηση ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Έτσι, με την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου το καλοκαίρι του 1922, ο Έλληνας Αρμοστής γνώριζε ότι αργά ή γρήγορα οι Τούρκοι θα έμπαιναν στη Σμύρνη. Περί τα μέσα του Αυγούστου φαίνεται να σχεδιάζει την αναχώρησή του από την πόλη.

Όπως υποστήριξε στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε στη ζωή του, το 1930, είχε προηγουμένως προσπαθήσει να βοηθήσει τους Έλληνες να διαφύγουν με ασφάλεια. Με τηλεγράφημά του στις 17 Αυγούστου 1922, προς τον επικεφαλής της πλειοψηφίας Δημήτριο Γούναρη, είχε ζητήσει την αποστολή πλοίων για την παραλαβή του πληθυσμού.

Αποστείλατε τάχιστα πλοία προς παραλαβήν στρατού μετά υλικού πολέμου και του πληθυσμού. Α. ΣΤΕΡΓΙΑΔΗΣ

Για να λάβει την εξής απάντηση:             

«Αποφύγετε δημιουργία προσφυγικού ζητήματος. Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ»

Έτσι, αποφάσισε για ακόμη μία φορά να ακολουθήσει πιστά τις εντολές της κυβέρνησης. Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος του Γεωργίου Παπανδρέου, που τις ημέρες εκείνες είχε σταλεί από τους Φιλελευθέρους στη Σμύρνη, με τον Στεργιάδη. Όπως τον παραθέτει ο ιστορικός του μεσοπολέμου Γρηγόρης Δαφνής στο δίτομο έργο του «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων»:

«Όταν ο Στεργιάδης ανακοίνωσε στο νεαρό τότε πολιτικό Γεώργιο Παπανδρέου την επερχόμενη καταστροφή, δέχθηκε την ερώτηση: «Γιατί δεν ειδοποιείτε τον κόσμο να φύγει;». Η απάντηση του Έλληνα Αρμοστή Σμύρνης ήταν η εξής: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα!».

Φρόντισε ακόμα να αποστείλει τηλεγράφημά στον υποδιοικητή των ελληνικών δυνάμεων της περιοχής Κασαμπά, λέγοντάς του να εμποδίσει την αναχώρηση πολιτών με πλοία.

Η  φυγή από τη Σμύρνη

Στις 26 Αυγούστου, μία μέρα πριν την είσοδο των Τούρκων στην πόλη, διατάχθηκε ο απόπλους των τελευταίων πολεμικών και πλέον σύσσωμος ο ελληνικός στρατός είχε εγκαταλείψει τη Σμύρνη.
Στις 7:30 το βράδυ της ίδιας μέρας, ο Στεργιάδης φρουρούμενος από τους σωματοφύλακες του κατέβηκε την σκάλα της Αρμοστείας για να φύγει και να σωθεί. Μόλις τον αντιλήφθηκε ο συγκεντρωμένος εκεί κόσμος ξέσπασε σε γιουχαΐσματα, με πολλούς να προσπαθούν να του επιτεθούν. Ο διευθυντής της Αστυνομίας Νικηφοράκης και χωροφύλακες τους απωθούσαν απειλώντας ότι θα τους πυροβολήσουν.

Διαβάστε ακόμα: Η Αγία Φωτεινή ήταν το στολίδι της Σμύρνης που ανατίναξαν οι Τούρκοι το ’22. Το καμπαναριό «επιβιώνει» μέσω των απομιμήσεων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας

Ο Στεργιάδης έντρομος επέστρεψε στο μέγαρο της Αρμοστείας. Η αγανάκτηση του κόσμου είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο Έλληνας Αρμοστής ειδοποίησε την αγγλική ναυαρχίδα πως κινδύνευε η ζωή του. Λίγη ώρα αργότερα, κατέφτασε αγγλική ατμάκατος με ένοπλους πεζοναύτες. Όταν εμφανίστηκε ξανά ο Στεργιάδης, κάτωχρος και τρομοκρατημένος, έτοιμος για να φύγει, ήρθε και πάλι αντιμέτωπος με γιουχαΐσματα και κατάρες του πλήθους.

Άγγλοι πεζοναύτες σχημάτισαν ζώνη με παρατεταμένες τις ξιφολόγχες για να αποκρούσουν επίθεση του λαού κι ο Αρμοστής κατόρθωσε να επιβιβαστεί στην αγγλική ατμάκατο, όπου σωριάστηκε σχεδόν αναίσθητος. Όταν η ατμάκατος άρχισε να απομακρύνεται ο σμυρναϊκός κόσμος άρχισε να κραυγάζει: «Κατάρα, κατάρα! Ανάθεμα στον προδότη!»

Αφού φυγαδεύτηκε με το αγγλικό πολεμικό ως την Κωνσταντινούπολη, μετέβη στη Ρουμανία. Στον τελικό του προορισμό, τη Γαλλία, έφτασε στις 29 Αυγούστου.

Η τελευταία συνέντευξη που έδωσε στη ζωή του ήταν στην εφημερίδα «Πατρίς» το 1930.

Ο Αριστείδης Στεργιάδης δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα. Ήταν άλλωστε πολύ πιθανό να καταδικαζόταν σε θάνατο μαζί με τους «έξι».

Εγκαταστάθηκε στη Νότια Γαλλία και έζησε με οικονομική άνεση μέχρι και τις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου, όταν καταστράφηκαν οικονομικά οι εταιρείες στις οποίες είχε επενδύσει. Έτσι, τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, και λέγεται ότι δεχόταν την βοήθεια του Νικόλαου Πλαστήρα.

Άφησε την τελευταία του πνοή στις 22 Ιουνίου του 1949 στο Παρίσι.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: 1922. Το δειλινό της 26ης Αυγούστου διατάσσεται ο απόπλους των ελληνικών πολεμικών από τη Σμύρνη. Το δραματικό τελευταίο ανακοινωθέν της Στρατιάς της Μικράς Ασίας. Η αρχή του κακού

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here