Απόσπασμα από το βιβλίο του καθηγητή Παναγιώτη Μπάρκα «Τα ταξίδια της Φηγού (Τόμος 2) Ήπειρος: Ταυτότητα Ελληνισμού μέσω αντίστασης», Εκδόσεις ΕΛΙΚΡΑΝΟΝ

Οι αρχαιολογικές, ιστορικές και λοιπές επιστημονικές έρευνες μαρτυρούν ότι το δόγμα των ιδεολόγων του αλβανικού εθνικού κινήματος του 19ου αιώνα, για το αυτόχθων των Αλβανών σε ευθεία γραμμή από τους Ιλλυριούς, ταύτισε αυθαιρέτως την επί Τουρκίας γεωγραφική επέκταση των Αλβανών με μια επίσης κατασκευασμένη γεωγραφία των Ιλλυριών.

Η ταύτιση αυτή αφορά κυρίως την Ήπειρο και υπάρχει μυθοποίηση των Ιλλυριών από μέρος των Αλβανών, αποδίδοντάς τους έναν «αυτόχθονο πολιτισμό, που σχηματίστηκε στο ιστορικό τους έδαφος, κατά τη διαδικασία ίδρυσης του ιλλυρικού έθνους» και, με μια πολιτική οργάνωση αντίστοιχη των προηγμένων λαών, όπως ήταν οι Έλληνες.

Η «Ιστορία της Αλβανίας», επίσημη έκδοση της Ακαδημίας Επιστημών των Τιράνων, αναφέρει ότι: «Κατά τα αρχαιολογικά στοιχεία, στο ιλλυρικό έδαφος στην εποχή σιδήρου διακρίνονται μερικά πολιτιστικά φύλα: το Ηπειρωτικό, ή Ιονικό που περιλαμβάνει τις περιοχές που κατοικούνταν από τους Χάονες, τους Θεσπρωτούς, τους Μολοσσούς, και άλλες μικρές φυλές των νότιων περιοχών». Σύμφωνα με την ίδια πηγή, κατά τα τέλη του 4ου π. Χ. αιώνα «Στις νότιες ιλλυρικές περιοχές δημιουργήθηκε ένα άλλο σημαντικό ιλλυρικό κράτος γνωστό με την ονομασία, το κράτος της Ηπείρου… Περιελάμβανε τα εδάφη από τον Αώο ποταμό μέχρι τον κόλπο της Άρτας (Νικόπολη), συνορεύοντας από το Νότο με την Ακαρνανία, ενώ ανατολικά με τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία».

Διαβάστε ποιοι ήταν οι Μολοσσοί. Οι σκληροτράχηλοι Ηπειρώτες που ήταν ξακουστοί για τους σκύλους τους. Δείτε τι απέμεινε από την πόλη τους: Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/molossi-i-sklirotrachili-ipirotes-pou-itan-xakousti-gia-tous-skilous-tous-antimetopisan-tin-orgi-ton-romeon-epidi-arnithikan-na-paradothoun-i-poli-tous-sozete-ke-echi-ta-kalitera-diatirimena-spitia/

Την άμεση απάντηση κατά της ταύτισης των Ιλλυριών με τους Ηπειρώτες έχει δώσει ο καθηγητής της Ελληνικής και Ρωμαϊκής αρχαιολογίας John Wilkes: «Σε αντίθεση με την ευρέως αποδεκτή άποψη, πως οι Ηπειρώτες μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο, οι Αλβανοί επιστήμονες υποστηρίζουν πως επρόκειτο για Ιλλυριούς». Και συνεχίζει:
«Αν οι Μολοσσοί ήταν Ιλλυριοί, τότε πώς εξηγείται πως το 385-384 π.Χ. (οι Ιλλυριοί) εξαπέλυσαν μάχη εναντίον των Μολοσσών και σφαγίασαν 15 χιλιάδες άνδρες και οι Μολοσσοί, Ηπειρώτες, μόνο με τη βοήθεια της Σπάρτης απαλλάχτηκαν απ’ τους Ιλλυριούς; Εικοσιπέντε χρόνια αργότερα οι Ιλλυριοί εξαπέλυσαν και νέα επίθεση κατά των Μολοσσών στην Αιτωλία, όπου ο Μολοσσός βασιλιάς Αρρύβας παγίδευσε τους Ιλλυριούς και τους κατατρόπωσε. Επίσης, η παρακμή της Ηπείρου μετά το θάνατο του Πύρρου οφείλεται ακριβώς στις επιδρομές των Ιλλυριών». Η καταστροφή της Φοινίκης, η πιο άγρια και η πιο φοβερή του ηπειρωτικού κόσμου, είναι έργο της διάσημης για τους Αλβανούς βασίλισσας των Ιλλυριών Τεύτας.

Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, διαφορετικά από την λεπτομερή παρακολούθηση των τεκταινόμενων στην Ήπειρο, δεν μελέτησαν σοβαρά τους Ιλλυριούς και την πατρίδα τους. Φαίνεται ότι δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε κάποια ικανοποιητική γενική ερμηνευτική θεωρία για εκείνους, που σημαίνει ότι δεν είχαν άμεσες σχέσεις. «… Οι Έλληνες συγγραφείς και κυρίως ο ιστορικός Πολύβιος, που υπήρξε σύγχρονος της Τεύτας, παρουσιάζουν τους Ιλλυριούς και ιδιαίτερα τη βασίλισσα τους, ως έρμαια μιας ανορθολογικής συμπεριφοράς και των δολοφονικών της ενστίκτων». Γενικώς οι Ιλλυριοί δεν αποτελούσαν μια οντότητα, όπως δεν είχαν κοινά ήθη και έθιμα, συνεπώς ούτε κοινή γλώσσα.

Η αυθεντικότητά τους (Illyrii proprie dicti) περιορίζονταν κάπου στις Δαλματικές ακτές, μέχρι γύρω από τη λίμνη της Σκόδρας.

Η εξαφάνιση των Ιλλυριών ήταν συνέπεια εκρωμαϊσμού και εξελληνισμού

Οι σύγχρονες επιστημονικές έρευνες επιβεβαιώνουν τον πλήρη εκρωμαϊσμό, αφομοίωση και εξαφάνιση των Ιλλυριών.

Οι Ιλλυριοί κι όλοι οι άλλοι λαοί της Βαλκανικής εξελληνίστηκαν ή εκλατινίστηκαν μετά την Μακεδονική και Ρωμαϊκή κατάκτησή τους. Χάθηκαν τα Παιονικά, τα Θρακικά, τα Ιλλυρικά φύλα. Η νέα Χριστιανική θρησκεία μπήκε σαν καταλύτης στον εξελληνισμό ή εκλατινισμό. Τη διαδικασία εκρωμαϊσμού επιβεβαιώνουν ιδιαίτερα οι επιγραφές με λατινικούς χαρακτήρες και τα ανάγλυφα στις επιτάφιες στήλες, η πυκνότητα των οποίων και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν άλλα γηγενή στοιχεία, μαρτυρεί πόσο καθοριστικό υπήρξε το αποτέλεσμα εκρωμαϊσμού.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση του Ιταλού επιστήμονα γλωσσολόγου, Giuliano Bonfante. Σε ομιλία του στο Α’ Διεθνές Συνέδριο για τους Ιλλυριούς στα Τίρανα, αναφέρεται σε χάρτη του Α. Rossetti, που σχεδίασε βάση των επιγραφών στην Αλβανία, απ’ όπου προκύπτει ότι, την περίοδο μετά το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η σημερινή βόρεια Αλβανία έγραφε λατινικά, ενώ η νότια ελληνικά. Και συμπεραίνει ο Bonfante, ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο «δεν γράφονταν ποτέ στα αλβανικά». Το ίδιο επιβεβαιώνει και ο καθηγητής John Wilkes ο οποίος υπογραμμίζει ότι «γύρω στον 5ο αιώνα ο πληθυσμός της περιοχής, ο οποίος κατοικείται σήμερα από τους Αλβανούς, ήταν λατινόφωνος. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της ενδοχώρας ήταν Ιλλυρικής καταγωγής, ενώ οι παράλιες πόλεις ήταν περισσότερο κοσμοπολίτικες. Σχηματικά, ως όριο μεταξύ λατινόφωνων και ελληνόφωνων περιοχών μπορούμε να ορίσουμε την κοιλάδα του Σκούμπι».

Ένα επιπλέον τεκμήριο για την απουσία της ιλλυρικής, αλλά και αλβανικής, στο διεκδικούμενο γεωγραφικό χώρο των Αλβανών, αποτελεί η «Jireček Line», ή «Γραμμή Jireček». Περνάει κοντά στην σημερινή πόλη Laçi της Αλβανίας, φθάνει στη Serdica (τωρινή Σόφια, της Βουλγαρίας) για να καταλήξει στη Βάρνα, στη Μαύρη Θάλασσα και χωρίζει στην αρχαία χερσόνησο του Αίμου τις επιρροές, της λατινικής γλώσσας (στα Βόρεια της γραμμής) και της ελληνικής γλώσσας (στα Νότια της γραμμής), μέχρι και τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Επιβεβαιώνει έτσι και την ελληνικότητα της Νέας και Παλαιάς Ηπείρου.

Ιλλυρικές αρχαιολογικές θέσεις

Συμπερασματικά προκύπτει ότι ο εκλατινισμός των Ιλλυριών στο Βορά συνοδεύτηκε στην Ήπειρο με τον εξελληνισμό και αφομοίωση των όποιων ιλλυρικών φύλων είχαν διεισδύσει εκεί.

Πολύ περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ισχυρότερος από τον ρωμαϊκό, εφόσον οι Έλληνες αντέκρουσαν επιτυχώς τη ρωμαϊκή στρατιωτική κατοχή με τη δική τους πολιτιστική ανωτερότητα. Τα ίδια αποτελέσματα θα δεχτούν οι αλβανόφωνοι πληθυσμοί, που θα διεισδύσουν στην Ήπειρο, τόσο υπό την πίεση των Σλάβων όσο και μετά την επανεμφάνιση τους τον 11ο αιώνα, μέχρι την Τουρκοκρατία.

Από την άλλη πλευρά είναι επιστημονικά και πρακτικά επιβεβαιωμένο ότι η όποια ομοιότητα σε πολιτιστικά αρχαιολογικά ευρήματα δεν προσυπογράφουν και κοινή γλώσσα. «….Δεν είναι δυνατό, ώστε ξεκινώντας από έναν κοινό πολιτισμό, να εξάγεις χωρίς καμιά επιφύλαξη συμπέρασμα ότι πρόκειται και για μια κοινή γλώσσα, διότι ένας υλικός πολιτισμός μπορεί να έχει διαδοθεί ανεμπόδιστα σε μερικές γλώσσες, όπως και αντίστροφα, μια γλώσσα μπορεί να ταυτιστεί με μερικούς πολιτισμούς» (πηγή: Matziner J. 2012)

Η σκοπιμότητα στη γεωγραφική ταύτιση μεταξύ Ιλλυριών και Αλβανών.

Κατασκευασμένη είναι και η πραγματικότητα, που θέλει τη γεωγραφική επέκταση των Ιλλυριών στην Ήπειρο ταυτισμένη με εκείνη των σημερινών Αλβανών.

Ο ίδιος ο Eqrem Çabej (Αλβανός ιστορικός γλωσσολόγος) αναγνώρισε πρώτος τον ρόλο της Τουρκίας στη γεωγραφική επέκταση των Αλβανών κυρίως στην Ήπειρο. «Η Οθωμανική αυτοκρατορία αποκορύφωσε και ολοκλήρωσε την ταξιδιωτική ορμή των Αλβανών, συμβάλλοντας έτσι στην κήρυξη και επέκτασή τους, αλλά όχι οριστικά». Έτσι ο Çabej, επιβεβαιώνει τον Άγγλο Ηπειροτολόγο Hammond, ο οποίος αναφέρει ότι, «…οι Αλβανόγλωσσοι χωρικοί της Ηπείρου είναι απόγονοι των Αλβανών παρείσακτων, που ήλθαν στα νότια κατά την εποχή της Τουρκικής Αυτοκρατορίας κι αποίκησαν κυρίως τις παραλιακές πεδιάδες». Επιβεβαιώνει τα ανωτέρω ο Αυστριακός αλβανολόγος Oliver Jens Schmitt: «Γύρω στα 1400 σε λατινικές και ιταλικές πηγές, συναντούμε στοιχεία, ότι με την ονομασία «Αλβανία» αποκαλούνταν, ή εννοούνταν και περιοχές πραγματικά μακριά από την Κεντρική Αλβανία, όπως η περιοχή γύρω από το Κάτταρο στο Βορά και την Ναύπακτο στο Νότο. Αυτή η διεύρυνση της ονομασίας πρέπει να ερμηνευτεί με τις μαζικές μεταναστευτικές κινήσεις των Αλβανών στο ύστερο Μεσαίωνα, οι οποίες δεν οδήγησαν σε μια ολόπλευρη αλβανοποίηση, ούτε στο σημερινό Μαυροβούνιο, ούτε στη Νότια Ήπειρο, αλλά τουλάχιστον στην απτή διαπίστωση της παρουσίας των Αλβανών από τους άλλους». Συνεπώς, ούτε οι Ιλλυριοί, μέχρι την πλήρη αφομοίωσή τους, ούτε οι Αλβανοί, μέχρι την υστεροβυζαντινή περίοδο, δεν είχαν σχέση με την Ήπειρο.

Την Ιλλυρική συνέχεια δεν βοηθούν ούτε τα γλωσσικά επιχειρήματα

Ιλλυριός πεζικάριος με κελτική ασπίδα και ιλλυρικό κράνος σχήματος χύτρας. Παράσταση σε ορειχάλκινη πλακέτα ζώνης από τη Σλοβενία, Πολιτισμός Χάλστατ, 400 π.Χ. Πηγή: wikipedia

Στην επί ενάμιση αιώνα συζήτηση υπέρ και κατά της Ιλλυρικής καταγωγής των Αλβανών και της αλβανικής γλώσσας, οι υποστηρικτές της υπόθεσης του αυτόχθονος ως άμεση συνέχεια από τους Ιλλυριούς, υποτάσσουν τα αρχαιολογικά, ιστορικο-γεωγραφικά και τα πολιτιστικά στοιχεία, στα γλωσσικά επιχειρήματα. Μάλιστα, τα δεύτερα θεωρούνται τα μόνα οριστικά.

Ο Eqrem Çabej, o οποίος, ως ο αναθεωρητής της ιστορίας της αλβανικής γλώσσας, όχι μόνο συστηματοποίησε και έκανε γνωστά τα έργα των ξένων αλβανολόγων υποστηρικτών του αυτόχθονος των Αλβανών, αλλά και προώθησε τις απόψεις τους με δικά του επιχειρήματα. Βασικό επιχείρημα απόδειξης της συνέχειας από τους Ιλλυριούς αποτέλεσε η επιβεβαίωση ότι η αλβανική αποτελεί συνέχεια της ιλλυρικής. Τα γλωσσικά μέσα όμως, αφορούν κυρίως λέξεις, τοπωνύμια και ανθρωπονύμια, που συναντούνται στα σημερινά κατοικημένα από Αλβανούς εδάφη, είτε αλλού (Νότια Ιταλία, ή και Ελλάδα) και ερμηνεύονται μόνο με την αλβανική. Κατά τους υποστηρικτές του αυτόχθονος, τα τοπωνύμια των αρχαίων ιλλυρικών πόλεων και των ελληνικών αποικιών στη γεωγραφική περιοχή της σημερινής Αλβανίας, όχι μόνο κληρονομήθηκαν άμεσα από τους Αλβανούς, αλλά και οι φωνητικές μεταβολές που δέχτηκαν στο πλαίσιο της αλβανικής τα συγκεκριμένα τοπωνύμια, όπως Σκόδρα, Δυρράχιο κλπ, ανταποκρίνονται στους κανόνες της ιστορικής φωνητικής της αλβανικής.

Οι υποστηρικτές της θέσης κατά του αυτόχθονος, ανεξαρτήτως παντελούς έλλειψης γραπτών τεκμηρίων, δεν αγνοούν την ύπαρξη της ιλλυρικής. Απορρίπτουν όμως τον πανιλλυρισμό, όπως, επειδή δεν μπορεί να γνωρίσουν τίποτε, αποφεύγουν τις σίγουρες γλωσσικές διαφοροποιήσεις στην πανσπερμία ιλλυρικών φυλών της τότε εποχής. Μετά από τις συγκεκριμένες υποδείξεις, όπως αναφέρει ο Joachim Matzinger, «σήμερα η Ιλλυρική περιορίζεται με βεβαιότητα σε εκείνες τις περιοχές, οι οποίες στην αρχαία φιλολογία θεωρούνται «οι ορθώς ονομαζόμενοι Ιλλυριοί» (Illyrii proprie dicti)». Κατά τον ίδιο επιστήμονα, η Ιλλυρική εντοπίζεται στα αποκαλούμενα σήμερα εδάφη του Μαυροβουνίου, της Δυτικής Μακεδονίας, της Βόρειας Αλβανίας μέχρι και την Κεντρική Αλβανία. (Ο Joachim Matzinger είναι γνωστός αλβανολόγος και βαλκανολόγος).

Στηριζόμενοι στο γεγονός ότι το λεξιλόγιο είναι το πιο ευάλωτο σύστημα μιας γλώσσας, οι επιστήμονες υποστηρικτές της θέσης αυτής, θεωρούν ότι τα αποτελέσματα από τις συγκρίσεις λέξεων, που ερμηνεύονται μόνο με την αλβανική «αποτελούν μόνο εν μέρη αποδείξεις για την επιβεβαίωση κοινής γλωσσικής καταγωγής». Τόσο το περισσότερο, δεν μπορεί να αποτελέσουν απόδειξη τα ονόματα ανθρώπων.

Επίσης, μια σειρά από γλωσσολόγους επιστήμονες, αναφέρουν ότι από την φωνητική ανάλυση των τοπωνυμιών και υδρονωμιών της αλβανικής συμπεραίνεται ξεκάθαρα ότι έχουν διαφορετική φωνητική εξέλιξη απ’ ό, τι θα είχαν σε περίπτωση που θα ήταν κληρονομημένες λέξεις από την Ιλλυρική, ή αν θα ήταν αυτόχθονες λέξεις. Η φωνητική τους εξέλιξη επιβεβαιώνει ότι οι Αλβανοί δανείστηκαν τις λέξεις αυτές από την λατινική, μετά τον πλήρη εκρωμαϊσμό των Ιλλυριών ή από άλλες γλώσσες.

Ενδεικτική περιοχή που κατοικήθηκε από τους Ιλλυριούς στην αρχαιότητα.

Το αυτόχθων των Αλβανών από τους Ιλλυριούς απορρίπτεται 

Ένας από τους σημαντικότερους αμφισβητίες του αυτόχθονος των Αλβανών ως συνέχεια των Ιλλυριών είναι ο Gustav Weigand (γερμανός γλωσσολόγος και ειδικός στις Βαλκανικές γλώσσες). Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα συνέταξε τα 12 γνωστά επιχειρήματά του, τα οποία αποτελούν και σήμερα σημείο αναφοράς για τους υποστηρικτές και τους διαφωνούντες του αυτοχθονισμού των Αλβανών. Εκείνο που έκανε τον Weigand να συμπεράνει ότι οι Αλβανοί είναι ερχόμενοι και διαφοροποιούνται από τους Ιλλυριούς, αποτελεί η ορολογία σε σχέση με τη θάλασσα. Κατά τον Weigand η ορολογία ψαρέματος και θαλασσοπλοΐας στην αλβανική δεν έχει ιλλυρική προέλευση. Οι Ιλλυριοί ήταν θαλασσοπόροι, με πλούσια ορολογία ψαρέματος και θαλασσοπλοΐας. Αν πράγματι οι Αλβανοί ήταν απόγονοι των Ιλλυριών και κατοικούσαν μονίμως στα ιλλυρικά εδάφη, στα παραλία τις Αδριατικής, θα έπρεπε να διατηρούσαν στην αλβανική, έστω και εν μέρη την ορολογία αυτή. Αντιθέτως όλα τα ονόματα θαλασσοπλοΐας, των ψαριών και των μέσων ψαρέματος στην αλβανική είναι ξένης προέλευσης: Ελληνικά, ενετικά, σλαβικά, ή τουρκικά. Γενικώς, είναι εντελώς νέα, αναφέρει ο Weigand για να συμπεράνει ότι οι Αλβανοί είναι ερχόμενοι από την στερεά στην ακροθαλασσιά.

Ο Weigand υποστηρίζει τη θρακική καταγωγή των Αλβανών και είναι μια πρώτη αποκλίνουσα θεωρία από την υπόθεση της ιλλυρικής καταγωγής. Την άποψη του, συμμερίζεται εν μέρη και ο Çabej, όπως απορρίπτουν πολλοί άλλοι.

Διαχρονικά, όμως, όλοι οι γλωσσολόγοι έχουν προσέξει ότι «ανάμεσα στην αλβανική και την ρουμανική υπάρχουν τέτοιες λεξικές και δομικές ταυτίσεις, που μαρτυρούν για στενές επαφές μεταξύ των δύο αυτών γλωσσών στην προϊστορία τους». O Βούλγαρος Ινδοευρωπαϊστής γλωσσολόγος Βλαδιμίρ Γκεόργκιεφ, καθώς και Ρουμάνοι επιστήμονες, υποστηρίζουν ότι η Αλβανική διαμορφώθηκε μεταξύ 4ου και 6ου αιώνα στην περιοχή όπου η πρωτορουμανική είχε αρχίσει να δημιουργείται. Συνεπώς, το επιχείρημα σχέσεων της αλβανικής με την ρουμανική θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό κατά του αυτοχθονισμού των Αλβανών.

Τα βιβλία του συγγραφέα και ιστορικού Παναγιώτη Μπάρκα από τις εκδόσεις Εκδόσεις ΕΛΙΚΡΑΝΟΝ

Ένα ακόμα τρανταχτό επιχείρημα κατά του αυτοχθονισμού των Αλβανών στα σημερινά τους εδάφη, αποτελεί ο ελάχιστος αριθμός δανείων στην αλβανική από την αρχαία ελληνική γλώσσα. «Είναι ολιγοστά και περιορισμένα σε συγκεκριμένες κατηγορίες λέξεων…. Μεταξύ αυτών κυριαρχούν λέξεις που αφορούν καλλιεργημένα φυτά, τα οποία μπορεί να έφθαναν στους Πρωτοαλβανούς ακριβώς λόγω του εμπορίου που αναπτύσσονταν μέσω των ενδοχώριων οδών και όχι απαραιτήτως μέσω των ελληνικών αποικιών στις ακτές της Αδριατικής… Σε περίπτωση που οι Πρωτοαλβανοί θα ζούσαν την περίοδο εκείνη στην (σημερινή) Αλβανία και κυρίως στις παραθαλάσσιες ακτές γύρω από τις ελληνικές αποικίες, τότε από τις κοντινές επαφές μαζί τους θα πρέπει να είχαμε πολύ περισσότερα δάνεια από την αρχαία ελληνική και πρώτα απ΄όλα από πολύ περισσότερες κατηγορίες λέξεων… Το γεγονός ότι τα δάνεια αυτά είναι ολιγοστά και περιορισμένα σε συγκεκριμένες κατηγορίες λέξεων, αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο κατά του αυτόχθονος των Αλβανών».

Το ίδιο επισημαίνει και ο Guliano Bonfante ότι «σε μια χώρα, επίσημη γλώσσα της οποίας είναι η ελληνική, θα ήταν παράξενο ώστε μια γλωσσική επίδραση (στην αλβανική) να εξαφανίζονταν πλήρως». Για να συμπεράνει κι αυτός ότι: «οι Αλβανοί δεν είναι αυτόχθονες στην Αλβανία».

Από τα προλεγόμενα, όπως και απ’ άλλα στοιχεία μπορεί να υιοθετηθεί το συμπέρασμα του Joachim Matzinger ότι: «Το υποτιθέμενο αυτόχθων από κοινού με την ιλλυρική προέλευση των Αλβανών, δεν μπορεί να είναι αποδεχτή για τους κάτωθι λόγους:
Πρώτο, το γλωσσικό υλικό της ιλλυρικής γλώσσας, κληρονομημένο από την αρχαιότητα είναι πολύ περιθωριοποιημένο και ανεπαρκές για διεξοδικά συμπεράσματα και, για το λόγο αυτό, οι δυνατές συγκρίσεις με την αλβανική είναι μόνο τυχαίες. Από την άλλη πλευρά, τα τοπωνύμια στην Αλβανία, διαφορετικά από τους επιθυμητούς ισχυρισμούς των υποστηρικτών της θέσης περί αυτοχθόνου–πρέπει να αξιολογηθούν πολύ περισσότερο ως μαρτυρία που απορρίπτει την άμεση ιλλυρο-αλβανική συνέχεια. Τα τοπωνύμια και ονόματα ποταμών της Αλβανίας, αποδεικνύουν ότι δεν ακολούθησαν τους φωνητικούς κανόνες, όπως οι κληρονομημένες από την ιλλυρική λέξεις, αλλά τους φωνητικούς κανόνες μεταγενέστερης περιόδου της αλβανικής, όπως ξεκάθαρα μαρτυρεί η παρουσία των λατινικών δανείων».

Στην πληθώρα των ισχυρών επιχειρημάτων κατά της άμεσης ιλλυρο-αλβανικής συνέχειας, προστίθενται οι πολυάριθμες υποθέσεις και επιχειρήματα για τις σχέσεις τις αλβανικής με άλλες γλώσσες της ενδοχώρας της Βαλκανικής και της Ανατολικής Ευρώπης.

Ο Η. Petersen, τον οποίο υποστηρίζει ο Çabej μιλάει για σχέσεις της αλβανικής με την αρμενική σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι η σλαβο-βαλτική, αλλά σε μικρότερη κλίμακα από τις σχέσεις της ελληνικής. Ο Norbert Jokli, ο οποίος δεν αποκλείει τις σχέσεις τις αλβανικής με την αρμενική, μιλάει για επαφές της αλβανικής με την κελτική. O Çabej, υποστηρίζει ακόμα την άποψη των Jokli και Gustaf Mayer για τις σχέσεις της αλβανικής με τις βαλτικές γλώσσες. O Johannes Schmid, το 1871 αντικατέστησε το γενεαλογικό δέντρο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών με τη θεωρία των ομόκεντρων κύκλων. Την αλβανική την κατέταξε σε κοινό κύκλο από την μια, με τις βαλτο-σλαβικές γλώσσες και από την άλλη με την αρμενική και την φρυγική.

Οι αναφορές δικαιώνουν πλήρως τον Joachim Matzinger, ο οποίος αναφέρει: «Όσον αφορά την αλβανική γλώσσα, υπάρχουν γλωσσικές μαρτυρίες, ώστε, σε μια πρώιμη φάση ήταν σε στενούς συσχετισμούς και επαφές με μερικές άλλες συγκλίνουσες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, γνωστές ως βαλκανικές ινδοευρωπαϊκές γλώσσες»36.

Αυτή η ποικιλία σχέσεων της αλβανικής με γλώσσες πέρα της Ιλλυρικής, εξανεμίζει τις δυνατότητες επαλήθευσης της θεωρίας περί του αυτόχθονος των Αλβανών στα εδάφη των Ιλλυριών και την άμεση συνέχεια της αλβανικής από την ιλλυρική. Το συγκεκριμένο συμπέρασμα δεν αποκλείει εντελώς τις σχέσεις της αλβανικής με την ιλλυρική. «Η αλβανική, λέει ο Henri Bariçi, όπως δανείστηκε λέξεις από διάφορες γλώσσες, έτσι δανείστηκε τέτοιες και από την παλιά ιλλυρική».

Πηγή: «Τα ταξίδια της Φηγού (Τόμος 2) Ήπειρος: Ταυτότητα Ελληνισμού μέσω αντίστασης», του Μπάρκα Παναγιώτη, Εκδόσεις ΕΛΙΚΡΑΝΟΝ

Ο Παναγιώτης Μπάρκας γεννήθηκε στο Αργυρόκαστρο. Είναι απόφοιτος της Φιλολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Τιράνων. Για πολλά χρόνια εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε αλβανικά ΜΜΕ και ως ανταποκριτής πολλών ελληνικών ΜΜΕ. Σήμερα είναι καθηγητής στο Τμήμα Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αργυροκάστρου.

Διαβάστε επίσης στη ΜτΧ: Οι Αλβανοί στρατολογήθηκαν στον ιταλικό στρατό με στόχο την εισβολή στην Ελλάδα. Το αντάλλαγμα θα ήταν ελληνικές περιουσίες στη Θεσπρωτία. Τι δείχνουν οι απόρρητες αναφορές

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here