Στη φωτογραφία ντοκουμέντο, βλέπουμε τον ιερέα να κλείνει τα μάτια του Κερκυραίου βουλευτή και ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, ο οποίος έπεσε ηρωικά στο πεδίο της μάχης για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Τούρκους. Ήταν η φονική μάχη του Δρίσκου τον Νοέμβριο του 1912.

Ο Λορέντζος Μαβίλης περιγράφεται ως άνθρωπος της δράσης, με εκλεπτυσμένους τρόπους και έντονες πατριωτικές ανησυχίες. Συμμετείχε σε όλες τις κρητικές επαναστάσεις. Στον πόλεμο του 1897 συντόνισε 70 εθελοντές με δικά του έξοδα για να κατέβουν στην πρώτη γραμμή. Και όταν χρειάστηκε πήρε μέρος στου Βαλκανικούς πολεμώντας στο πλευρό των Ιταλών Γαριβαλδινών που είχαν έρθει να ενισχύσουν τους Έλληνες. Ο Μαβίλης λόγω ηλικίας δεν είχε γίνει δεκτός ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό και βρέθηκε στο μέτωπο με τους αποκαλούμενους ερυθροχίτωνες του Ριτσιότι Γκαριμπάλντι.

Ο Λορέντζος Μαβίλης.

Ο Μαβίλης γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη, όπου ο ισπανικής καταγωγής πατέρας του, Παύλος Μαβίλης, υπηρετούσε ως δικαστικός. Η μητέρα του, Ιωάννα Σούφη, ήταν ανηψιά του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Μαβίλης τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Κέρκυρα και φοίτησε για ένα χρόνο (1877-1878) στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

Συνέχισε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια Μονάχου και Φράιμπουργκ (1878-1890), όπου παρακολούθησε μαθήματα κλασικής φιλολογίας, αρχαιολογίας και σανσκριτικών, ενώ μελέτησε τα φιλοσοφικά συστήματα των μεγάλων Γερμανών φιλοσόφων Καντ, Φίχτε και Σοπεγχάουερ. Το 1890 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν με τη διατριβή «Δύο βιεννέζικα χειρόγραφα του Ιωάννη Σκυλίτζη».

Ως ποιητής διέπρεψε στο είδος του σονέτου. Ανήκε στην παράδοση της επτανησιακής σχολής, όπως διαμορφώθηκε από τον Διονύσιο Σολωμό. Στα ποιήματά του υμνεί την πατρίδα και αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης.

«Χυδαία γλώσσα υπάρχει, υπάρχουν πολλοί ευγενείς οι οποίοι ομιλούν τη δημοτική γλώσσα και πολλοί χυδαιομιλούντες την καθαρεύουσα».

Η ιστορική αυτή φράση ανήκει στον Λορέντζο Μαβίλη. Το 1911 στην ελληνική βουλή διεξήχθησαν σφοδρές συγκρούσεις με αφορμή το γλωσσικό ζήτημα με έντονες αντιδράσεις που έφτασαν ακόμα και σε γρονθοκοπήματα. Ο βουλευτής του κόμματος του Βενιζέλου αποστόμωσε τους πάντες μέσα την αίθουσα με αυτή του τη φράση.

Η κήρυξη του πολέμου τον βρίσκει σε ηλικία 53 ετών. Ηλικία απαγορευτική για την πρώτη γραμμή του πολέμου εκείνη την εποχή. Αμέσως παρουσιάζεται στα στρατολογικά γραφεία και ζητά να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή για τα Γιάννενα.

Ο Βενιζέλος του πρότεινε θέση στο επιτελείο για να δώσει την συνεισφορά του μέσα από του υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Η απάντηση ήταν αρνητική, του είπε «όχι εγώ θα πάω στα Γιάννενα». Εντάχθηκε εθελοντικά στο σώμα των Γαριβαλδινών και φόρεσε περήφανα το κόκκινο χιτώνιο. Οι Γαριβαλδινοί επαναστάτες επενέβαιναν υπέρ οποιουδήποτε λαού μαχόταν για την ελευθερία του. Ο πόλεμος της Ελλάδας έγινε αμέσως ο νέος σκοπός του τάγματος. Η ιταλική κυβέρνηση όμως είχε αντίθετη γνώμη. Ο Γκαριμπάλντι προσπάθησε να φύγει από το Πρίντεζι και απείλησε ότι όποιος τον πλησίαζε για να τον σταματήσει θα τον χτυπούσε. Δεν δίστασε να κραυγάσει υπέρ της Ελλάδας «Βίβα Γκρέτσια», όπως έγραφε ο Τύπος της εποχής.

Το πηλήκιο του Μαβίλη από το τάγμα των Γαριβαλδινών. Εκτίθεται στο Λαογραφικό Μουσείο Ιωαννίνων. Σύμφωνα με τις μαρτυρίας πριν ξεψυχήσει πρόλαβε να πει: «Επερίμενα πολλές τιμές, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου».

Η μάχη του Δρίσκου

Ο Δρίσκος είναι βουνό με ύψος 1078 μ., περίπου 15 χλμ. ανατολικά από την πόλη των Ιωαννίνων, ανάμεσα στον ποταμό Άραχθο και στη λίμνη των Ιωαννίνων. Εκεί στις 26 Νοεμβρίου 1912 οι εθελοντές Γαριβαλδίνοι αντιμετώπισαν πολλαπλάσιες τουρκικές δυνάμεις. Οι Γαριβάλδηδες έχασαν στο πεδίο της μάχης περισσότερους από 200 άνδρες. Όμως οι Τούρκοι είχαν απώλειες περισσότερους από 1.400. Η ενέργεια των Γαριβαλδίνων μπορεί να μην πέτυχε, αποτελεί όμως διαχρονικό παράδειγμα ηρωισμού και αυτοθυσίας.

Γιατί τους αποκαλούσαν ερυθροχίτωνες

Αρχικά ο στρατός των Γαριβαλδινών είχε μαύρες στολές. Όμως όταν συνέλαβαν ένα πλοίο που μετέφερε κόκκινα πουκάμισα για τους σφαγείς στα σφαγεία ώστε να μην φαίνεται το αίμα επάνω στις στολές τους, τα έκαναν δικά τους. Πήραν τα πουκάμισα και δημιούργησαν τη δική τους ενδυμασία.

Η «Λήθη» του Λορέντζου Μαβίλη

Το ποίημα είναι σονέτο και δημοσιεύτηκε το 1899. O Μαβίλης καλοτυχίζει τους νεκρούς, γιατί έχουν πιει το νερό της λησμονιάς και δεν θυμούνται τα βάσανα της επίγειας ζωής. Παράλληλα, τους συγκρίνει με τους ζωντανούς που υποφέρουν, επειδή δεν μπορούν να λησμονήσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλ*,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Ο ιταλός επαναστάτης Ριτσιότι Γκαριμπάλντι φτάνει στην Αθήνα για να πολεμήσει κατά των Τούρκων. Ποιοι Έλληνες βουλευτές παράτησαν τα έδρανα για να δώσουν μάχες μαζί με τους θρυλικούς ερυθροχίτωνες στα βουνά της Ηπείρου (βίντεο) … 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here