Το 1939, όταν έκανε πρεμιέρα το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» ήταν η μεγαλύτερη παραγωγή στην ιστορία του κινηματογράφου.
Έγχρωμο φιλμ, φαντασμαγορικά σκηνικά, διάσημοι ηθοποιοί και εντυπωσιακό σενάριο. Τα είχε όλα και, όπως αποδείχτηκε, η συνταγή λειτούργησε και η ταινία έγινε τεράστια επιτυχία.

Το σενάριο ήταν βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Μάργκαρετ Μίτσελ, που είχε κυκλοφορήσει τρία χρόνια πριν την προβολή της ταινίας.
Ακολουθούσε τη ζωή της κακομαθημένης καλλονής Σκάρλετ Ο’Χάρα, που μεγάλωσε μέσα στα πλούτη στη φυτεία της οικογένειάς της στην πολιτεία Τζόρτζια των ΗΠΑ.
Η Σκάρλετ μεταλλάσσεται μέσα από τα ιστορικά γεγονότα που βιώνει, από την περίοδο ακμής του νότου μέχρι τον αμερικάνικο εμφύλιο που καταστρέφει την περιουσία της.
Παρ’ όλες τις κακουχίες και τις αντιξοότητες όμως, η πρωταγωνίστρια επιβιώνει, πολλές φορές εκμεταλλευόμενη την καλοσύνη και τη γενναιοδωρία των ανθρώπων που την περιβάλλουν.
Μόνιμο στήριγμά της είναι ο γοητευτικός Ρετ Μπάτλερ, ο μοναδικός άνθρωπος που δεν δικαιολογούσε την κακή συμπεριφορά της, αλλά έδειχνε να έλκεται από αυτή.
Μετά από πολλά χρόνια, πολλές περιπέτειες και ακόμα περισσότερες απορρίψεις, ο Ρετ και η Σκάρλετ παντρεύονται, αλλά δεν έχουν ευτυχισμένο τέλος.
Η Σκάρλετ συνεχίζει να αδιαφορεί για τον σύζυγό της, μέχρι που το ποτήρι ξεχειλίζει και ο Ρετ αποφασίζει να φύγει.
Τον κυνηγά στις σκάλες, καθώς ο Ρετ βάζει το καπέλο του και προχωρά προς την εξώπορτα. Εκεί τον σταματά και, δακρυσμένη, τον ρωτά: «Πού θα πάω; Τι θα κάνω;»
Τότε ο Ρετ, ανέκφραστος, της απαντά: «Frankly, my dear, I don’t give a damn»! («Ειλικρινά, αγάπη μου, δεν δίνω δεκάρα»)

Η ατάκα, έγραψε ιστορία, κυρίως γιατί κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το έργο δεν τελείωνε με το καθιερωμένο «έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα».
Η Σκάρλετ, που είχε αντέξει και ξεπεράσει τα πάντα, δεν κατάφερε να κερδίσει τον Ρετ και δεν ήταν λίγοι οι θεατές που, εκνευρισμένοι απ’ την κακομαθημένη ηρωίδα, απόλαυσαν την τελική απόρριψη.
Η ατάκα αγαπήθηκε τόσο πολύ, που το 2005 ψηφίστηκε ως η καλύτερη στην ιστορία του κινηματογράφου από το American Film Institute.

Η λογοκρισία και οι εναλλακτικές επιλογές

Η λέξη «damn», που στα ελληνικά μπορεί να μεταφραστεί ως «ανάθεμα», είναι βρισιά στα αγγλικά και το 1939, απαγορευόταν να χρησιμοποιηθεί στον κινηματογράφο.
Η ειρωνεία είναι ότι μέχρι και το 1934, είχε ακουστεί σε πολλές ταινίες χωρίς να προκαλέσει αντιδράσεις, αλλά οι κανόνες λογοκρισίας άλλαξαν στις αρχές της δεκαετίας του ’30.
Οι συντελεστές του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» επέμεναν ότι η ατάκα έπρεπε να μείνει ως είχε και κινδύνεψαν να λάβουν πρόστιμο 5 χιλιάδων δολαρίων.
Το ποσό ήταν τεράστιο και έτσι, αναγκάστηκαν να αλλάξουν τη στάση τους και την ατάκα.
Έφτιαξαν μία λίστα με τις εναλλακτικές επιλογές, οι οποίες βέβαια δεν τους ικανοποιούσαν καθόλου.

«Ειλικρινά, αγάπη μου, τίποτα δεν θα μπορούσε να με ενδιαφέρει λιγότερο»
«Δεν με νοιάζει»
«Με αφήνει παγερά αδιάφορο»
«Μπορείς να πας στον διάολο, πολύ που με νοιάζει»
«Έχω φτάσει στο τέλος»
«Απλά δεν με νοιάζει»
«Η αδιαφορία μου είναι απεριόριστη»
«Έχω αποχωρήσει απ’ τη μάχη»
«Μου προκαλεί αναγούλα»

«Frankly, my dear, nothing could interest me less»
«Ι don’t care»
«It has become of no concern to me»
«I don’t give a continental»
«You can go to the devil, for all of me»
«You can go to the devil for all I care»
«I’m not even indifferent. I just don’t care»
«I’ve come to the end»
«I just don’t care»
«My indifference is boundless»
«I don’t give a straw»
«It’s all the same to me»
«It is of no consequence»
«The devil may care. I don’t»
«I’ve withdrawn from the battle»
«The whole thing is a stench in my nostrils»
«It makes my gorge rise»

Τελικά, δεν τις χρειάστηκαν.
Η Motion Picture Association, που είχε επιβάλει τη λογοκρισία, χαλάρωσε τους κανόνες και επέτρεψε να χρησιμοποιούνται οι λέξεις «damn» και «hell» (κόλαση), όταν θεωρούνται «απαραίτητες για τον χαρακτήρα των ηρώων ή την μεταφορά από λογοτεχνικό έργο, δεδομένου ότι δεν προσβάλει την αισθητική των θεατών».
Η απόφαση βγήκε την 1η Νοεμβρίου του 1939, μόλις ενάμισι μήνα πριν από την πρεμιέρα της ταινίας, στις 15 Δεκεμβρίου.

Πηγή αρχικής φωτογραφίας: Flickr

Διαβάστε ακόμα στη «ΜτΧ»: Η τραγική ζωή της «Σκάρλετ Ο΄ Χάρα» που έπασχε από μανιοκατάθλιψη. Αδιαφορούσε για την κόρη της και απατούσε τον σύζυγό της, επειδή δεν την ικανοποιούσε σεξουαλικά. Η Βίβιαν Λι πέθανε μόλις στα 53 της.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here