Γιατί οι Βρετανοί θανάτωσαν πάνω από μισό εκατομμύριο κατοικίδια ζώα στην έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ποιοι αντέδρασαν

Γιατί οι Βρετανοί θανάτωσαν πάνω από μισό εκατομμύριο κατοικίδια ζώα στην έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ποιοι αντέδρασαν

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σημειώθηκαν αμέτρητες θηριωδίες και σφαγές με εκατομμύρια νεκρούς. Υπάρχει, όμως, μία που είναι ελάχιστα γνωστή και τα θύματά της δεν ήταν οι άνθρωποι.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1939, ο Βρετανός πρωθυπουργός, Νέβιλ Τσάμπερλεν κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Οι Βρετανοί πανικοβλήθηκαν και προετοιμάστηκαν για το χειρότερο.

Ξερίζωσαν τα λουλούδια από τους κήπους τους για να φυτέψουν λαχανικά, έραψαν κουρτίνες συσκότισης και έστειλαν τα παιδιά τους στην ύπαιθρο. Τι θα γινόταν, όμως, με κατοικίδια ζώα όπως οι σκύλοι και οι γάτες;

Η Εθνική Επιτροπή Προφυλάξεων από Αεροπορικές Επιδρομές για τα Ζώα (NARPAC) εξέδωσε ένα φυλλάδιο με συμβουλές προς τους ιδιοκτήτες ζώων.

Τους συνιστούσε να μεταφέρουν τα ζώα από τις μεγαλουπόλεις στην ύπαιθρο πριν από μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αν, όμως, δεν μπορούσαν να τεθούν στη φροντίδα κάποιου άλλου, “είναι πραγματικά το καλύτερο να τους κάνετε ευθανασία“, κατέληγε η ανακοίνωση.

Ένας συγκεκριμένος τύπος πιστολιού προτάθηκε ως “η πιο γρήγορη, αποτελεσματική και αξιόπιστη μέθοδος για να σκοτώσεις οποιοδήποτε ζώο, συμπεριλαμβανομένων αλόγων, γατών και σκύλων όλων των μεγεθών“.

Το φυλλάδιο της NARPAC που παρότρυνε τους ιδιοκτήτες ζώων να “θανατώσουν ανθρώπινα” με πιστόλι τα οικόσιτα ζώα τους – Πηγή εικόνας: Wikipedia

Ο φόβος ήταν ο εξής: όταν η κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να επιβάλει περιορισμούς στη διανομή φαγητού, οι ιδιοκτήτες είτε θα μοιράζονταν τις μερίδες τους με τα κατοικίδιά τους είτε θα τα άφηναν να λιμοκτονήσουν.

Στην πρώτη περίπτωση, η έλλειψη τροφίμων θα ενισχυόταν και, στη δεύτερη, χιλιάδες αγέλες πεινασμένων σκύλων και γατών θα περιπλανιόντουσαν στους δρόμους.

Πάνω από μισό εκατομμύριο ευθανασίες σε μία εβδομάδα

Η συμβουλή τυπώθηκε σχεδόν σε κάθε εφημερίδα και ανακοινώθηκε στο BBC. Τα τρόφιμα δεν ήταν ακόμη λίγα ούτε οι βομβαρδισμοί είχαν ξεκινήσει.

Οι φιλοζωικές οργανώσεις και οι κτηνιατρικές κλινικές ήταν σφόδρα αντίθετες με την ευθανασία των κατοικιδίων. Ωστόσο, χιλιάδες πολίτες σχημάτισαν ουρές για να τα θανατώσουν. Η Μαρία Ντίκιν, ιδρύτρια του Λαϊκού Ιατρείου για Άρρωστα Ζώα (PDSA) ανέφερε:

 “Οι υπάλληλοί μας που κλήθηκαν να εκτελέσουν αυτό το δυστυχές καθήκον δεν θα ξεχάσουν ποτέ την τραγωδία εκείνων των ημερών“.

Οι ουρές στο μικρό καταφύγιο ζώων στη συνοικία Wood Green στο βόρειο Λονδίνο έφτασαν το μισό μίλι. Κλινικές ξέμειναν από χλωροφόρμιο και αποτεφρωτήρες γέμισαν από τον τεράστιο όγκο των πτωμάτων.

400.000 σκύλοι και γάτες θανατώθηκαν μέσα σε τέσσερις ημέρες. Στις επτά ημέρες, ο αριθμός τους έφτασε τις 750.000, σχεδόν το 26% του συνολικού πληθυσμού τους στην Αγγλία.

Στον αντίποδα, το κέντρο διάσωσης ζώων του Battersea τάισε και φρόντισε πάνω από 145.000 σκύλους και γάτες. Ακόμη, η Δούκισσα Νίνα Ντάγκλας-Χάμιλτον έκανε εκστρατεία κατά της σφαγής και δημιούργησε το δικό της καταφύγιο ζώων.

Ο πρώτος βομβαρδισμός του Λονδίνου από τους Γερμανούς, το Σεπτέμβριο του 1940, ώθησε περισσότερους ιδιοκτήτες να θανατώσουν τα κατοικίδιά τους. Παρενέβησαν ανθρωπιστικές οργανώσεις για να βοηθήσουν στη διάσωση και τη φροντίδα όσων ζώων γλίτωσαν από την ευθανασία.

dog_rescue

Διάσωση ενός κουταβιού κατά το βομβαρδισμό του Λονδίνου το 1940 – Πηγή εικόνας: Youtube

Αργότερα, πολλοί άνθρωποι μετάνιωσαν που σκότωσαν τα κατοικίδιά τους, κατηγορώντας την κυβέρνηση για την έναρξη της υστερίας.

Κίνηση μαζικού πανικού ή συνειδητή επιλογή;

Είναι δεδομένο ότι πολλοί ιδιοκτήτες κατοικίδιων θέλησαν να τα προστατεύσουν από τη φρίκη του πολέμου. Οι μνήμες και οι εικόνες σκύλων και γατών να περιφέρονται στους δρόμους του Λονδίνου κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν νωπές.

Δεν ήθελαν να ζήσουν ξανά σε τέτοιες συνθήκες. Κατά συνέπεια, το να σκοτώσεις ένα ζώο αντί να το αφήσεις να λιμοκτονήσει θεωρήθηκε πράξη ελέους και συμπόνιας.

Ένα κείμενο στο περιοδικό Tail-Wagger έγραφε:

Ευτυχισμένες αναμνήσεις της Ιόλα, της γλυκιάς πιστής φίλης, που εκοιμήθη στις 4 Σεπτεμβρίου 1939, για να σωθεί από τα βάσανα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μια σύντομη αλλά ευτυχισμένη ζωή – 2 χρόνια, 12 εβδομάδες. Συγχώρεσέ μας, φιλαράκι“.

Η Χίλντα Κιν, Βρετανίδα ιστορικός και συγγραφέας του βιβλίου “The Great Cat and Dog Massacre: The Real Story of World War Two’s Unknown Tragedy” υποστηρίζει ότι η σφαγή δεν ήταν αποτέλεσμα ενός ομοιόμορφου εγχώριου πανικού.

Υπήρχαν πολλοί Βρετανοί που κράτησαν δίπλα τους τα κατοικίδιά τους, παρά την αβεβαιότητα του επικείμενου πολέμου. Η Κιν κατέγραψε συγκινητικές ιστορίες κατοικίδιων που προσέφεραν παρηγοριά και βοήθησαν ανθρώπους να επιβιώσουν.

Επίσης, η Βρετανίδα ιστορικός αναφέρει ότι η NARPAC δεν υποστήριξε ποτέ τη μαζική ευθανασία των ζώων. Όμως, στις οδηγίες που εξέδωσε έδωσε έμφαση στα αγροτικά ζώα και όχι στα οικόσιτα κατοικίδια.

Ο διαχωρισμός αυτός ενίσχυσε σε πολλούς μια προϋπάρχουσα πεποίθηση: ότι οι σκύλοι και οι γάτες ήταν ζώα πολυτελείας σε μια περίοδο που προμηνυόταν ζοφερή.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι το “Βρετανικό Ολοκαύτωμα των κατοικίδιων”, όπως έμεινε γνωστό, αποτέλεσε μια ξαφνική αντίδραση ενός πληθυσμού που προσπαθούσε να προσαρμοστεί στη νέα και επώδυνη πραγματικότητα του πολέμου.

Πηγή κεντρικής φωτογραφίας: Youtube

Με πληροφορίες από: Wikipedia, BBC, Atlas Obscura και Express

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

mixanitouxronou.gr
close menu