Στην οδό Σταδίου λειτουργεί ένας από τους πιο εμβληματικούς κινηματογράφους της χώρας. Το «Αττικόν». Κατά τη διάρκεια της πολυετούς δραστηριότητάς του, φιλοξενήθηκε στις αίθουσές του, η πολιτική και πνευματική ελίτ της πρωτεύουσας, ενώ δεν έπαψε να αποτελεί επιλογή  και των σύγχρονων σινεφίλ.
Η διαδρομή του χρόνο είναι άμεσα συνυφασμένη με το νεοκλασικό ύφος της πόλης και με την ιστορία του κινηματογράφου στην Ελλάδα.
Η ίδρυση του «Αττικόν»

Ανάμεσα στους εύπορους Έλληνες που έφτσαν στην Αθήνα μετά την Ελληνική Επανάσταση ήταν και ο χιώτικης καταγωγής Σταμάτιος Δεκόζη Βούρος. Ήρθε το 1832 με την οικογένειά του για να επενδύσει κεφάλαια και να ασχοληθεί με τραπεζικές εργασίες. Εξάλλου, το ίδιο έκανε στην Τεργέστη τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και νωρίτερα στην Αυστρία, όπου απέκτησε την αυστριακή υπηκοότητα.

Συνδέθηκε φιλικά και οικονομικά με τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη και επένδυσαν στην επικερδέστερη δραστηριότητα την εποχής, που ήταν η αγορά γης στην έρημη ακόμη Αθήνα. Προσέγγισαν μια σειρά από ιδιοκτήτες, όπως η Οθωμανή Εσμέ Χανούμ και οι Αθηναίοι Σαββατιανός, Τουφεξής, Λελούδης, οι οποίοι και ξεπούλησαν τη γη τους σε χαμηλές τιμές.

Το κινηματοθέατρο «Αττικόν» όπως διασώζεται σήμερα

Μεταξύ άλλων, ο Σταμάτιος Βούρος, εντός μιας τριετίας αγόρασε γρασιδότοπους, σχηματίζοντας ένα κτήμα δέκα χιλιάδων πήχεων, που έφθανε έξω από τα όρια της πόλης. Τμήμα αυτής της περιοχής περικλείεται σήμερα από τις οδούς Σταδίου, Ι. Παπαρρηγόπουλου, Χρήστου Λαδά και Παρνασού. Το οικοδομικό τετράγωνο, δηλαδή, στο οποίο βρίσκεται και το κτίριο που στεγάζει το κινηματοθέατρο «ΑΤΤΙΚΟΝ».

Το μεν κτίριο, έργο των πρώτων ετών της βασιλείας του Γεωργίου Α’, συνδέθηκε με έναν από τους κεντρικότερους δρόμους των Αθηνών, το δε «ΑΤΤΙΚΟΝ» επί σχεδόν μία εκατονταετία διασκεδάζει τους κατοίκους της.

Το κτίριο και οι ιδιοκτήτες

Το διώροφο κτίριο γνώρισε σημαντικές μετατροπές, οπότε δεν διασώθηκε η αρχική του εκλεκτικιστική μορφή. Σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Eρνστ Τσίλλερ, για λογαριασμό του Χιώτη τραπεζίτη Σταμάτιου Δεκόζη Βούρου, οικοδομήθηκε ανάμεσα στα έτη 1870- 1881.

Με πρόσωπο στην οδό Σταδίου, «την οδό του πνεύματος, του πολιτισμού και της διοίκησης«, όπως έχει γραφτεί, ο πρώτος όροφος χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ οι υπόλοιποι χώροι φιλοξένησαν πλήθος εμπορικών δραστηριοτήτων. Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα το σύνολο του κτιρίου διατίθεται προς εκμετάλλευση.

Ήταν η εποχή που ο κινηματογράφος, η νέα τέχνη, ήρθε να επισκιάσει όλα τα άλλα είδη θεαμάτων. Από το 1898 ήδη μερικές πρώιμες μορφές προδιέθεταν τους μυημένους για το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Το 1907 από έναν εξώστη της νότιας πλευράς της πλατείας Συντάγματος προβλήθηκαν φωτεινές διαφημίσεις και ενίοτε μικρές κωμικές σκηνές. Ακράτητος ενθουσιασμός. Την επόμενη χρονιά, ένας ακόμη εξώστης στο Σύνταγμα και τη μεθεπόμενη (1909) κανονικός κινηματογράφος («Θέατρον του Κόσμου») στη γωνία Σταδίου και Γεωργίου Σταύρου.

Διαβάστε ακόμα: Τα νεοκλασικά που αντέγραψαν το κυλινδρικό μνημείο του Λυσικράτη και τον οκταγωνικό Πύργο των Αέρηδων στην Πλάκα. Δείτε την Αθήνα της κομψότητας και τα φωτογραφικά ντοκουμέντα πριν από την κατεδάφισή τους 

Η δεύτερη αίθουσα ήταν εκείνη του κινηματογράφου «ΑΤΤΙΚΟΝ», ο οποίος λειτούργησε από το 1910 στο κτίριο Σταματίου Δεκόζη Βούρου. Για τις ανάγκες δημιουργίας της αίθουσας διατέθηκε μέρος του περίφημου κήπου, που βρισκόταν στο πίσω μέρος του κτιρίου. Επρόκειτο για τον ιδιωτικό κήπο, στον οποίο είχε εγκαταστήσει και το ιπποστάσιό της η βασίλισσα Αμαλία.

Η προσοδοφόρα εμπορική επιτυχία του νέου θεάματος και η ολοένα αυξανόμενη κίνηση στους κινηματογράφους οδήγησε στη μεγάλη επέμβαση – σε ρυθμό νεομπαρόκ– που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των ετών 1914-1920, με σχέδια του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη (1874-1944). Ήταν μία από τις πρώτες περιπτώσεις κτιρίων που χρησιμοποιήθηκε οπλισμένο σκυρόδεμα.

Ο δερματέμπορος Γεώργιος Βακογιάννης και η εταιρεία «CINE ORIENT»

Στα παρασκήνια της μεγάλης αλλαγής του κτιρίου και της δημιουργίας της πρώτης κινηματογραφικής αίθουσας που παρουσίαζε πραγματική άνεση και πολυτέλεια ήταν ένας δραστήριος δερματέμπορος, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με το νέο είδος που ονομαζόταν κινηματογράφος!

Κατόρθωσε να συγκεντρώνει στο «ΑΤΤΙΚΟΝ» τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις και σύντομα να συχνάζει η αφρόκρεμα της πρωτεύουσας. Κάθε αλλαγή προγράμματος αποτελούσε κοσμικό γεγονός. Πρόκειται για τον καταγόμενο από τη Σαλαμίνα Γεώργιο Βακογιάννη (1887-1937), ο οποίος είχε ενταχθεί στους κοσμικούς κύκλους της πόλης, αφενός λόγω της οικονομικής του ευμάρειας και αφετέρου λόγω του γάμου του με την αθηναϊκής καταγωγής Μαρία Χοϊμπού.

Η «Ανώνυμος Ανατολική Εταιρεία Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων» με τον τίτλο Cine Orient, ιδρύθηκε τον Ιούνιο 1918, με αντικείμενο την εκμετάλλευση ταινιών και θεάτρων. Διευθύνων σύμβουλος ανέλαβε ο επιχειρηματίας.

Ήταν από τους ανθρώπους της γενιάς του Φίνου, με τον οποίο και συμμετείχαν στους διάφορους συνδικαλιστικούς φορείς του κλάδου. Ο Βακογιάννης κατόρθωσε να μετατρέψει το «ΑΤΤΙΚΟΝ» σε φαινόμενο για τα κινηματογραφικά δρώμενα της χώρας μας. Στις εβδομαδιαίες κινήσεις θεατών βρισκόταν πάντα πρώτο, με διαφορά δύο και τριών χιλιάδων εισιτηρίων από τους άλλους κινηματογράφους. Υπήρξε δε και ο εκδότης του πρώτου περιοδικού για τον κινηματογράφο, του εβδομαδιαίου «Κινηματογραφική Βιβλιοθήκη», που υπήρξε πρωτοποριακό ακόμη και για τα διεθνή δεδομένα.

Ο πρώτος ελληνικός «ομιλών κινηματογράφος»

Το κινηματοθέατρο «ΑΤΤΙΚΟΝ» πρωτοπορούσε πάντα στις νέες τεχνικές. Υπήρξε μάλιστα ο πρώτος στην Ελλάδα «ομιλών κινηματογράφος». Το φθινόπωρο του 1929 όταν οι «Αθηναίοι καλούνται κατ’ αυτάς εις την πρώτην εν Αθήναις επίδειξιν του ομιλούντος κινηματογράφου εις το κινηματοθέατρον “ΑΤΤΙΚΟΝ”».

Στις 22 Οκτωβρίου 1929 η αίθουσα γνώρισε πρωτοφανείς πιένες. Έγινε η πρώτη προβολή του ομιλούντος με πυκνό ακροατήριο που αποτελούσαν συγγραφείς, δημοσιογράφοι, διπλωμάτες και «εκλεκτοί αντιπρόσωποι της αθηναϊκής κοινωνίας«.

Οι θεατές άκουγαν τον επιβλητικό βρυχηθμό ενός λιονταριού ή τους κρωγμούς των γλάρων και δεν μπορούσαν –κυριολεκτικά– να πιστέψουν στα αυτιά τους. Παρακολούθησαν ακόμη, την προσφώνηση του πρίγκιπα της Ουαλίας σε χιλιάδες συγκεντρωμένους στο Λονδίνο, άκουσαν την εκτέλεση μιας σονάτας του Λιστ από τον πιανίστα Λιχτσέβεν, μια χαβανέζικη συναυλία και είδαν μεξικανικό χορό στην οθόνη.

«Αν έκλεινε κανείς τους οφθαλμούς του θα ήτο αδύνατον να πιστεύση ότι πρόκειται περί λόγων και ήχων που αντήχησαν προ πολλού και εις απόστασιν χιλιάδων χιλιομέτρων«, έγραφε με περηφάνια ο συντάκτης της εφημερίδας «Ακρόπολις» θεωρώντας τον εαυτό του από τους τυχερούς που ευτύχησαν να παρακολουθήσουν εκείνη την πρώτη παρουσίαση.

Δυναμωμένος πλέον στον χώρο και έχοντας ανοιχτούς ορίζοντες, ο Γεώργιος Βακογιάννης, παραμένοντας πάντα βασικός μέτοχος και γενικός διευθυντής της Cine Orient, θα εγκαταλείψει την αίθουσα του «ΑΤΤΙΚΟΥ» το 1930 λόγω υψηλού ενοικίου (δύο εκατομμύρια δραχμές).

Έτσι ολοκληρώθηκε η πρώτη μεγάλη περίοδος ίδρυσης και λειτουργίας ενός από τους σημαντικότερους χώρους τέχνης της ελληνικής πρωτεύουσας. Η δεύτερη περίοδος, η οποία σφραγίστηκε από την παρουσία του Δημήτρη Σκούρα, ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930 και έφτασε μέχρι τις ημέρες μας.

Αντλήθηκαν πληροφορίες από: Μικρός Ρωμηός, ηλεκτρονική εφημερίδα για την Αθήνα

Διαβάστε ακόμα στη «ΜτΧ»: Μια γυναίκα ούρλιαξε «φωτιά» και οι θεατές ποδοπατήθηκαν στην προσπάθεια να σωθούν. H πολύνεκρη τραγωδία στον κινηματογράφο «Καλιφόρνια» του Πειραιά που συγκλόνισε την κοινωνία του ’50

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here