του ιστορικού Κωνσταντίνου Λαγού

Στις αρχές του 1821 ο Τούρκος διοικητής της Κορινθίας ήταν ο Κιαμήλ Μπέης, ο οποίος διέθετε τεράστια περιουσία καθώς είχε υπό τον έλεγχό του και περιοχές στην Αργολίδα, Αρκαδία, Μεσσηνία και τα Δερβενοχώρια των Μεγάρων.

Ο Κιαμήλ εισέπραττε τεράστια ποσά από τους υπόδουλους Έλληνες. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, ο Κιαμήλ βρισκόταν στην Τριπολιτσά και έτσι εγκλωβίστηκε εκεί όταν ξεκίνησε η πολιορκία της πόλης. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1821 η Τριπολιτσά κατελήφθη από τους Έλληνες και ο Κιαμήλ Μπέης συνελήφθη αιχμάλωτος. Ήταν μία σημαντική επιτυχία για τους Έλληνες εξαιτίας της περιουσίας του και της μεγάλη επιρροής του στην Κόρινθο.

Την εποχή που συνελήφθη αιχμάλωτος, οι Έλληνες είχαν ξεκινήσει την πολιορκία του Ακροκορίνθου, του σημαντικότερου κάστρου της Πελοποννήσου. Υπήρχε η ελπίδα ότι ο Κιαμήλ Μπέης θα μεσολαβούσε στους πολιορκημένους για να παραδώσουν ειρηνικά στους Έλληνες τον Ακροκόρινθο και επίσης θα τους αποκάλυπτε που είχε κρύψει τους θησαυρούς του. Έτσι οι Έλληνες συμπεριφέρθηκαν με πραότητα στον Κιαμήλ και ο Γιατράκος ανέλαβε τη φροντίδα και προστασία του.

Ο Πύργος του Κιαμήλ Μπέη στην Κορινθία σε λιθογραφία του 1843. (αρχείο Κωνσταντίνου Λαγού)

Ο Κιαμήλ μετά από την Τριπολιτσά μεταφέρθηκε σε διάφορα μέρη, όπως το Άργος, τη Νεμέα και τέλος στα Εξαμίλια της Κορίνθου, Όταν τον Ιανουάριο του 1822 οι Έλληνες πήραν τελικά τον Ακροκόρινθο, βρήκαν εκεί μόνο ένα μικρό μέρος των θησαυρών του. Τότε ο Κιαμήλ μεταφέρθηκε στον Ακροκόρινθο που ήταν η αρχική βάση του και βρισκόταν η οικογένεια και το χαρέμι του σε μια προσπάθεια να εκμαιεύσουν απ’ αυτόν την κρυψώνα του θησαυρού του. Όμως ο Κιαμήλ ισχυριζόταν ότι ο θησαυρός είχε χαθεί.

Τον Ιούλιο του 1822 λίγο πριν η στρατιά του Δράμαλη μπει στην Πελοπόννησο φρούραρχος στον Ακροκόρινθο ήταν ο δάσκαλος Ιάκωβος Θεοδωρίδης που έφερε το βαρύγδουπο προσωνύμιο «Αχιλλέας». Λόγω της στρατηγικής θέσης του Ακροκορίνθου οι άνδρες του Θεοδωρίδη θα μπορούσαν να αντιπαρατάξουν σημαντική αντίσταση στον Δράμαλη και να καθυστερήσουν την έλευσή του στο Μοριά.

Ο Ακροκόρινθος το 1820 σε σχέδιο του Χιούγκ Τόμας Σμάρτ. (πηγή: Pinterest)

Όμως, παρά το ομηρικό προσωνύμιό του, ο «Αχιλλέας» φοβήθηκε το τεράστιο μέγεθος της τουρκικής στρατιάς και αποφάσισε να εγκαταλείψει τον Ακροκόρινθο πριν φθάσει εκεί ο Δράμαλης.
Άλλωστε δεν ήταν ο μόνος. Ο Κιαμήλ αποτελούσε πρόβλημα για τους Έλληνες αφού αν τον απελευθέρωνε ο Δράμαλης, θα ήταν πολύτιμος οδηγός του στην Πελοπόννησο. Επιπλέον, οι Έλληνες υποπτεύονταν ότι ο Κιαμήλ θα αποκάλυπτε στον Δράμαλη που είχε κρύψει το θησαυρό του και αυτό θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο την εκστρατεία του.

Ο «Αχιλλέας» θα μπορούσε να μεταφέρει τον Κιαμήλ μαζί του αλλά ήταν τέτοιος ο πανικός  του που ήταν βέβαιος ότι ο Τούρκος θα το έσκαγε και η ελληνική κυβέρνηση θα τον τιμωρούσε γι’ αυτό. Έτσι αποφάσισε ότι ο Κιαμήλ έπρεπε να θανατωθεί αλλά δεν θα το έκανε ο ίδιος. Τότε ένας Κορίνθιος, ο Δημήτριος Μπενάκης, που ήταν παλιά υπηρέτης του Κιαμήλ ανέλαβε εθελοντικά να τον σκοτώσει. Καθώς οι Έλληνες με τον «Αχιλλέα» έφευγαν πανικόβλητοι από τον Ακροκόρινθο, ο Μπενάκης έμεινε πίσω μαζί με τον υποφρούραρχο Διαμαντή Λαλάκα και τον Ηγούμενο της Μονής Φανερωμένης Παρθένιο Βλάχο.

Αυτοί πήγαν στο σπίτι που κρατούνταν ο Κιαμήλ. Καθώς άνοιγαν την πόρτα, ο πασάς στάθηκε όρθιος και ο Μπενάκης χωρίς να πει κουβέντα τον πυροβόλησε με δύο πιστόλες και τον σκότωσε. Υπήρξε μία φήμη ότι τελευταία στιγμή ο Ηγούμενος Παρθένιος Βλάχος μετάνιωσε και προσπάθησε ανεπιτυχώς να εμποδίσει τον Μπενάκη να πυροβολήσει. Την άλλη μέρα ο Δράμαλης έφθασε στον Ακροκόρινθο και απόρησε που οι Έλληνες είχαν εγκαταλείψει το «απόρθητο» κάστρο.

Εκεί τον υποδέχτηκαν ως απελευθερωτή και ντυμένες με πολυτελέστατες φορεσιές, η μητέρα και η χήρα του Κιαμήλ καθώς και οι γυναίκες του χαρεμιού του. Αν και ο «Αχιλλέας» είχε δηλώσει ότι θα σκότωνε και αυτές, τελικά τις άφησε ζωντανές. Η χήρα του Κιαμήλ αποκάλυψε στον Δράμαλη ότι σ’ ένα πηγάδι ήταν κρυμμένα 40.000 πουγκιά με χρυσά νομίσματα, που σύμφωνα με κάποιες πηγές ανέρχονταν στο αστρονομικό ποσό των 20.000.000 φράγκων ή γροσίων.

Είναι απορίας άξιο πως οι Έλληνες που κατείχαν τον Ακροκόρινθο για έξι μήνες δεν έψαξαν τα πηγάδια σε αναζήτηση του θησαυρού του Κιαμήλ! Ο Δράμαλης μόλις πήρε τον θησαυρό παντρεύτηκε τη νεαρή χήρα που θεωρούνταν από τις ωραιότερες Τουρκάλες της Πελοποννήσου. Ως «δώρο γάμου» σε αυτή διέταξε να χτιστούν μέσα στα τείχη του κάστρου ζωντανοί μερικοί από τους Έλληνες αιχμαλώτους που είχε συλλάβει στη Ρούμελη και έσερνε μαζί του. Τρεις μόλις μήνες αργότερα μετά την ήττα του στα Δερβενάκια, ο Δράμαλης πέθανε στην Κόρινθο.

Το 1837 ο Όθωνας, πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας, πραγματοποιούσε περιοδεία στην Πελοπόννησο και επισκέφθηκε την περιοχή της Κορινθίας. Ανέβηκε με τη συνοδεία του στον Ακροκόρινθο και ξεναγήθηκε εκεί από τον Δημήτρη Μπενάκη. Ο Νοταράς, ο μεγάλος προύχοντας της Κορινθίας, που συνόδευε τον Όθωνα του αποκάλυψε τι είχε κάνει ο Μπενάκης στο Κιαμήλ Μπέη και πώς αυτή η δολοφονία βοήθησε την Ελληνική Επανάσταση.

Προσωπογραφία του Όθωνα το 1833. (πηγή: Wikipedia)

Ο Όθωνας συγκινήθηκε και αυθόρμητα τίμησε τον Μπενάκη καρφιτσώνοντας στο στήθος του εμβρόντητου αγωνιστή το μετάλλιο του αργυρού σταυρού που πήρε από το στήθος κάποιου αυλικού του. Καθώς έφευγαν από τον Ακροκόρινθο, ο Όθωνας ρώτησε τον υπασπιστή του Γιάννη Στάικο -οπλαρχηγό του 21 από το Αγρίνιο- αν έκανε καλά που έδωσε το μετάλλιο στον Μπενάκη. Ο Στάικος που ήταν αυθόρμητος χαρακτήρας πέταξε στον Όθωνα τη φράση: «Τι να τα κάμει αυτός ο φτωχός αυτά τα κολοκύθια;».

Καθώς ο Όθωνας είχε πρόσφατα μάθει τα ελληνικά, και βέβαια όχι λαϊκές εκφράσεις, δεν κατάλαβε τι εννοούσε ο Στάικος με «κολοκύθια». Υποπτευόταν ότι τον εξύβρισε, ένα πολύ σοβαρό παράπτωμα για υπασπιστή του βασιλιά, αλλά ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί πριν τιμωρήσει τον Στάικο. Ο Όθωνας ρώτησε τον δάσκαλό του των ελληνικών, τον Φίλιππο Ιωάννου, τι σήμαινε η λέξη χωρίς να αναφέρει όμως ποιος του την είπε. Ο Όθωνας είχε γράψει τη λέξη στο σημειωματάριό του ως «colokitha» αλλά την έλεγε με γερμανική προφορά ως «κολο-κοίτα».

Ο δάσκαλος απόρησε που ο βασιλιάς είχε ακούσει μια τέτοια έκφραση, οπότε του είπε ότι ίσως ήταν βρισιά με βάση την πρώτη συλλαβή, αλλά θα μπορούσε να είναι και το γνωστό λαχανικό. Ο Όθωνας ρώτησε και άλλους φιλολόγους μέχρι να πειστεί ότι η λέξη σήμαινε «τιποτένια». Τελικά ο Όθωνας κατάλαβε ότι ο Στάικος ναι μεν υποτίμησε την ενέργειά του αλλά δεν τον εξύβρισε. Έτσι δεν έδωσε συνέχεια στο συμβάν και τον κράτησε ως υπασπιστή του.

Το επεισόδιο του Όθωνα στον Ακροκόρινθο αναφέρεται από: Γιάννη Βλαχογιάννη, Ιστορικά Ανέκδοτα και Αξιοπερίεργα Επιφανών Ελλήνων. Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 2012, σελίδες 537-539.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Η λαιμητόμος του Ναυπλίου ήταν μεταχειρισμένη και δεν έκοβε καλά. Την έστειλε ο πατέρας του Όθωνα και δεν έβρισκαν εκτελεστές για εκπαίδευση. Τι απέγινε ο πρώτος Έλληνας δήμιος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here