6 Οκτωβρίου 1951. Το ατμόπλοιο «Αδρίας», ένα από τα μεγαλύτερα πλοία του είδους του στην Ελλάδα, ξεκίνησε από το λιμάνι της Σούδας για το λιμάνι του Πειραιά.

Στο πλοίο βρίσκονταν 538 επιβάτες, εκτός του πληρώματος. Ανάμεσά τους ήταν οικογένειες με παιδιά, ηλικιωμένοι, νέοι, αλλά και περίπου 80 φαντάροι που υπηρετούσαν στις μονάδες της Κρήτης. Το πλοίο ταξίδευε νύχτα και οι περισσότεροι επιβάτες είχαν αποσυρθεί στις καμπίνες τους, ενώ άλλοι είχαν αποκοιμηθεί στα σαλόνια του πλοίου. Παρά τους δυνατούς βορειοανατολικούς ανέμους που έπνεαν στο Αιγαίο, ο «Αδρίας» συνέχιζε το ταξίδι του. Όχι όμως για πολύ.

Το ναυάγιο
Η διαδρομή που ακολούθησε ο Αδρίας μέχρι το σημείο που βυθίστηκε.

Ο δυνατός κυματισμός είχε ως συνέπεια το καράβι να παρεκκλίνει από την πορεία του. Στις 4:25 το πρωί ακούστηκε ένας δυνατός κρότος και το πλοίο τραντάχτηκε ολόκληρο. Για λίγα λεπτά το πλοίο σύρθηκε σε κάτι σκληρό και μετά από λίγο σταμάτησε.
Οι επιβάτες, οι περισσότεροι με πιτζάμες, ξεπετάχτηκαν από τα κρεβάτια τους. Κάποιοι επιβάτες μαζί με το πλήρωμα βγήκαν στο κατάστρωμα. Όταν είδαν τα βράχια κατάλαβαν τι είχε συμβεί.
Για καλή τους τύχη δεν κόπηκε η ηλεκτροδότηση και ο φωτισμός βοήθησε να οργανωθούν τα επόμενα βήματα. Αν είχαν σβήσει, θα επικρατούσε πανικός με απρόβλεπτες συνέπειες στην ψυχολογία των επιβατών.
Σχεδόν αμέσως ο καπετάνιος Γεράσιμος Φωκάς, ο οποίος πριν από μερικά λεπτά είχε αντικατασταθεί από τον δεύτερο καπετάνιο και είχε πάει στην καμπίνα του για να ξεκουραστεί, έτρεξε στη γέφυρα.
Ο ύπαρχος Αρμύρας «τραβούσε τα μαλλιά του» σύμφωνα με τη μετέπειτα κατάθεση του καπετάνιου και δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς έγινε η πρόσκρουση. Παρόλο που πολλοί από το πλήρωμα έλεγαν να κάνουν όπισθεν για να αποκολληθεί το πλοίο, ο καπετάνιος τους είπε να μην το κουνήσουν.
Από την πρόσκρουση και το σύρσιμο πάνω στη βραχώδη Φαλκονέρα, το πλοίο είχε υποστεί μεγάλες φθορές. ο καπετάνιος πίστευε ότι εάν επιχειρούσε να το επιστρέψει στην αρχική του θέση, θα έπαιρνε νερά και θα βυθιζόταν. Εξάλλου το πλοίο είχε ήδη αρχίσει να πλημμυρίζει και η θάλασσα είχε κατακλύσει το μηχανοστάσιο και τις καμπίνες της πρώτης και δεύτερης τάξης.
Ο Φωκάς καθησύχασε τους επιβάτες και οι φωνές αλλοφροσύνης σταμάτησαν. Εν τω μεταξύ, έστειλε σήμα σε όλα τα παραπλέοντα πλοία να αλλάξουν την πορεία τους και να κατευθυνθούν προς τη Φαλκονέρα για να τους σώσουν.

Η εκκένωση του πλοίου

Δόθηκε εντολή να κατέβει μια βάρκα. Όμως, η βάρκα χτυπήθηκε από τα δυνατά κύματα πάνω στα βράχια και καταστράφηκε. Έπρεπε να βρεθεί άλλος τρόπος για τη διάσωση των επιβατών. Πέταξαν σχοινιά και μια ανεμόσκαλα, ώστε οι επιβάτες να κατέβουν από το πλοίο πάνω στη βραχονησίδα.
Παρόλο που έτρεμαν από το φόβο, έμεναν σιωπηλοί να ακούνε τις οδηγίες του καπετάνιου Φωκά, των υπολοίπων αξιωματικών και μελών του πληρώματος.
Πρώτοι κατέβηκαν οι φαντάροι και ο λοχαγός τους για να βοηθήσουν τους επιβάτες να αποβιβασθούν με ασφάλεια. Κάποιοι είχαν μαζί τους τις κουβέρτες του πλοίου. Άλλοι πάνω στην ταραχή τους δεν βρήκανε τα δικά τους ρούχα και ντύθηκαν με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Μια νεαρή κοπέλα φορούσε του στρατιωτικό χιτώνιο που είχε πάρει από έναν φαντάρο. Τελικά κατάφεραν να αποβιβασθούν όλοι οι επιβάτες, εκτός μιας 60χρονης γυναίκας, της Ευθαλίας Καρύδα.

Όπως κατέθεσε αργότερα η αδερφή της, όταν έγινε η πρόσκρουση βγήκαν στο κατάστρωμα.
Η 60χρονη πάνω στον πανικό της όρμησε σε ένα συρματόσχοινο για να κατέβει από το πλοίο στη βραχονησίδα, αλλά πιθανότατα δεν κρατήθηκε καλά και έπεσε μέσα στη θάλασσα.
Τις φωνές της άκουσε ο χωροφύλακας Ιωάννης Φακιολάκης, ο οποίος έσπευσε να της ρίξει το σωσίβιό του. Όμως, η Καρύδα δεν μπορούσε να το βρει μέσα στο σκοτάδι και πνίγηκε.

Οι υπόλοιποι περίμεναν στα δύσβατα και μυτερά βράχια της Φαλκονέρας μέχρι να φτάσουν τα πλοία που θα τους διέσωζαν. Έβρεχε και οι άνεμοι ήταν ισχυροί.
«Σαν τυφλοπόντικες άρχισαν να σέρνονται πάνω στους βράχους της Φαλκονέρας. Βογκούσαν οι γυναίκες, αναστέναζαν οι γέροι, βλαστημούσαν οι νέοι. Έμοιαζαν με φαντάσματα στην ακροβασία τους», έγραφε η εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 8 Οκτωβρίου.

Ο καπετάνιος αφού σιγουρεύτηκε ότι κανένας επιβάτης δεν είχε μείνει πάνω στο πλοίο, έστειλε ραδιογράφημα στο οποίο ανέφερε:
«Έχομεν προσαράξει δεξιά της Φαλκονέρας. Έχομεν κλίσιν αριστερά και συνεχώς βυθιζόμεθα. Άπαντες επιβάται και πλήρωμα εξήλθον εις Φαλκονέραν. Παρέχομεν μέσα διασώσεως. Τώρα εγκαταλείπομεν και ημείς δια φόβον ανατροπής».
Τις πρώτες πρωινές ώρες έφτασαν κοντά στη Φαλκονέρα τα καράβια «Γεώργιος Φ.», «Ιωνία» και «Αιγαίον» για να μεταφέρουν τους ναυαγούς στο λιμάνι του Πειραιά.

Πέταξαν σχοινιά και μια ανεμόσκαλα, ώστε οι επιβάτες να κατέβουν από το πλοίο πάνω στη βραχονησίδα. Πηγή εικόνας: efoplistis.gr.

Όμως, τα καράβια δεν μπορούσαν να πλησιάσουν στο σημείο που είχαν συγκεντρωθεί οι επιβάτες. Τα κύματα θα τα παρέσυραν πάνω στα βράχια. Έτσι, ειδοποίησαν τον κόσμο ότι έπρεπε να περάσει προς τη νοτιοδυτική πλευρά, όπου υπήρχε ένας ορμίσκος με άμμο, όπου θα μπορούσε να γίνει η παραλαβή τους. Έπρεπε να διανύσουν τουλάχιστον ενάμιση χιλιόμετρο πάνω στους απόκρυμνους βράχους.
Χρειάστηκαν δυο ώρες για να καταφέρουν να φτάσουν στο σημείο. Τα πόδια των περισσοτέρων γέμισαν μώλωπες και πληγές.

Αριστερά η κοπέλα δεν πρόλαβε να βάλει παντελόνι, ενώ η δεξιά κοπέλα φοράει τη στολή ενός φαντάρου ΤΑ ΝΕΑ 8 Οκτωβρίου 1951

Οι επιβάτες μοιράστηκαν σε τρία καράβια και μεταφέρθηκαν σώοι στον Πειραιά.
Το πλοίο αποδείχτηκε ότι είχε ρήγμα 12 μέτρων. Δύτες προσπάθησαν να περιορίσουν τη βλάβη. Για να μειωθεί το βάρος που κουβαλούσε, άρχισαν να ρίχνουν στη θάλασσα τρόφιμα και κρέατα που είχαν σαπίσει. Όπως ανέφεραν τα ρεπορτάζ της εποχής εμφανίστηκαν σκυλόψαρα και καρχαρίες με αποτέλεσμα να καθυστερήσουν οι εργασίες στεγανοποίησης του πλοίου. Παρόλο που κατάφεραν να κάνουν άντληση των υδάτων, η κακοκαιρία καθυστέρησε και περαιτέρω τις επισκευές. Τελικά το πλοίο κόπηκε στα δύο και βυθίστηκε.

Σύμφωνα με το πόρισμα που εξέδωσε το Συμβούλιο Ελέγχου Ναυτικών Ατυχημάτων υπεύθυνος θεωρήθηκε ο ύπαρχος Αθανάσιος Αλμύρας, του οποίου αποδόθηκε κατηγορία βαρείας αμέλειας, αλλά και ο αξιωματικός Ν. Φούντος που βρισκόταν εκείνη την ώρα στη γέφυρα.
Όπως κατέθεσε ο καπετάνιος Γεράσιμος Φωκάς, «εάν το σκάφος είχε υποστή επίπτωσιν από της πορείας του κατά τον από του ακρωατηρίου Μαλέχα των Χανίων πλουν του συνέπεια των θαλάσσιων ρευμάτων, είχεν όλον τον καιρόν και τη δυνατότητα να προβή εις τους αναγκαίους χειρισμούς δια να διέλθη εις ασφαλή απόστασιν από της Φαλκονέρας».

Η ιστορία του Αδρία 

Το πλοίο ναυπηγήθηκε το 1893 στην Αγγλία και ονομάστηκε Magic, δηλαδή Μαγεία. Είχε βάρος 1.627 τόνους και μήκος 311,3 πόδια. Κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου λειτουργούσε ως πλωτό νοσοκομείο.
Το 1924 πουλήθηκε σε άλλη εταιρία και εκτελούσε δρομολόγια από το Φίσγκαρντ στην Ουαλία μέχρι το Κορκ στην Ιρλανδία.
Τα καλοκαίρια έκανε κρουαζιέρες στη Σκωτία. Εκείνη την περίοδο είχε μετονομαστεί σε Κίλαρνεϊ, ένα μέρος στην Ιρλανδία. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου χρησιμοποιήθηκε ως πλωτή αποθήκη στην Σκωτία.
Το 1947 μεταβιβάστηκε στην Bury Court Shipping Co και άρχισε να κάνει δρομολόγια μεταξύ Μασσαλίας-Γένοβας-Πειραιά-Βυρητού-Χάιφας-Αλεξάνδρειας.
Ένα χρόνο πωλήθηκε στην εταιρία Ηπειρωτική και ονομάστηκε Αδρίας και εκτελούσε δρομολόγια από Πειραιά και Θεσσαλονίκη για Κρήτη, Χίο και Ρόδο.
Θεωρούνταν από τα καλύτερα της εποχής στην ελληνική επιβατηγό ακτοπλοΐα.

Διαβάστε επίσης στην ΜτΧ: «Ο ελληνικός Τιτανικός». Η βύθιση του «Χειμάρρα» υπήρξε το μεγαλύτερο ναυάγιο της ακτοπλοΐας. Γιατί αρχικά προσπάθησαν να το αποδώσουν σε σαμποτάζ κομμουνιστών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here