Ξάνθη, Μάιος 1932. Η 17χρονη Μαρίκα Φωτίου κείτεται νεκρή με μία σφαίρα στο κεφάλι σε ένα δύσβατο κι απομονωμένο λόφο.

Λίγα μέτρα μακριά, το τελευταίο άτομο που εμπιστεύθηκε πριν από το χαμό της, ο αγαπημένος της Γιώργος Βασιλειάδης, οδηγεί τους αστυνομικούς στο σημείο για να βρουν το πτώμα της. Η δραματική ιστορία αγάπης, παρουσιάζει τραγικές ομοιότητες με το διάσημο σαιξπηρικό έργο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας.

Η Μαρίκα ήταν 17 ετών και μαθήτρια ακόμα, ενώ ο Γιώργος Βασιλειάδης είχε πρόσφατα τελειώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Παρά το νεαρό της ηλικίας τους ήταν γνωστό στην κλειστή κοινωνία της Ξάνθης ότι τα τελευταία τέσσερα περίπου χρόνια τα δυο παιδιά διατηρούσαν δεσμό. Μάλιστα, δεν φαινόταν να είναι μια επιπόλαιη νεανική σχέση. Η Μαρίκα και ο Γιώργος έκαναν σχέδια να παντρευτούν μόλις μεγαλώσουν.

Εμπόδιο στο πλάνο τους ήταν οι οικογένειες τους. Καμία από τις δύο πλευρές δεν ενέκρινε αυτόν τον δεσμό. Η Μαρίκα είχε χάσει τον πατέρα της από τα 13 και η μητέρα της, συνεχώς την επέπληττε και την πίεζε να αφήσει τον Γιώργο. Αλλά και ο νέος αντιμετώπιζε την αποδοκιμασία των γονιών και του αδερφού του. Του έλεγαν ότι ήταν πολύ μικρός, ότι δεν εργαζόταν και θα έπρεπε να χωρίσει τη Μαρίκα.

Μία μέρα πριν από τα μοιραία γεγονότα, τα δύο παιδιά φαίνεται να είχαν έρθει σε απόγνωση. Έβλεπαν ότι κανείς δεν πίστευε, ούτε στήριζε τη σχέση τους και το όνειρο να παντρευτούν και να μείνουν μαζί φάνταζε πλέον μακρινό. Ήταν Δευτέρα πρωί, όταν τους είδαν να περπατούν πιασμένοι χέρι χέρι προς το μοναστήρι της Παναγιάς Καλαμούς, λίγο έξω από την Ξάνθη.
Στη μονή πέρασαν αρκετές ώρες, μέχρι που άρχισε να νυχτώνει. Λέγεται ότι προσευχήθηκαν και απελπισμένοι έδωσαν έναν όρκο. Αφού δεν μπορούσαν να είναι μαζί στη ζωή, θα ήταν στον θάνατο. Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν σε μία βουνοκορφή, όπου έφθασαν μετά από περίπου μισή ώρα. Εκεί, όπως θα αποκάλυπτε αργότερα και ο ιατροδικαστής, έκαναν έρωτα για πρώτη φορά.

Όταν ξημέρωσε, η Μαρίκα ήξερε ότι είχε έρθει η ώρα να εκπληρώσουν τον όρκο τους. Ο Γιώργος ξαφνικά ήταν διστακτικός, σαν να το είχε μετανιώσει. Της είπε να περιμένει γιατί δεν ήταν ακόμα η σωστή στιγμή. Η 17χρονη κοπέλα, όμως, ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά και πολύ αποφασισμένη, αρπάζει το όπλο του Βασιλειάδη, το οποίο ήταν αφημένο σε ένα βράχο δίπλα τους και το τοποθετεί στον κρόταφό της. Ο κρότος που ακούστηκε τρόμαξε το νεαρό, που έμεινε πετρωμένος να κοιτά το άψυχο σώμα της αγαπημένης του. Ήξερε ότι οι επιλογές του ήταν δύο. Να την ακολουθήσει, κρατώντας την υπόσχεσή τους ή να γυρίσει στην Ξάνθη αναζητώντας βοήθεια.

Ώρες αργότερα, βρισκόταν καθισμένος στο αστυνομικό τμήμα, καταθέτοντας με λεπτομέρειες στους αστυνομικούς τα όσα συνέβησαν. Τους οδήγησε στο δύσβατο και απομακρυσμένο σημείο κι έτσι, η σορός της 17χρονης, αφού εξετάστηκε από δύο ιατροδικαστές, μεταφέρθηκε στο σπίτι της για να την αποχαιρετίσουν οι δικοί της για τελευταία φορά.

Ο νεαρός κρίθηκε ύποπτος για δολοφονία με όλα τα στοιχεία να τον αθωώνουν. Όπως σκωπτικά έγραψαν οι δημοσιογράφοι της εποχής, «το έγκλημά του ήταν ότι δεν τήρησε την υπόσχεσή του και η Μαρίκα πλέον δεν ξαπλώνει δίπλα του στην άλλη ζωή, όπως ορκίστηκαν αλλά κοντά σε αμίλητους σταυρούς του κοιμητηρίου».

Αρχική φωτογραφία από pixabay

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: Η όμορφη κοπέλα από την Αμφίπολη που κατηγορήθηκε ότι υπήρξε βρυκόλακας της αρχαίας Ελλάδας. Πως ο απαγορευμένος έρωτας δύο νέων κατέληξε σε τραγωδία

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here