Η εκστρατεία του ελληνικού στρατού στο Σαγγάριο. Η κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ και η απόφαση για οπισθοχώρηση. Νέα εκπομπή

Η εκστρατεία του ελληνικού στρατού στο Σαγγάριο. Η κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ και η απόφαση για οπισθοχώρηση. Νέα εκπομπή

Την Εκστρατεία Σαγγαρίου – Άγκυρας που πραγματοποίησε ο ελληνικός στρατός το 1921 για την εξουδετέρωση του Κεμάλ, παρουσιάζει η Μηχανή του Χρόνου με τον Χρίστο Βασιλόπουλο, τη Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου στις 9 το βράδυ από το Cosmote History.

Το επεισόδιο μεταδίδεται σε επανάληψη την Κυριακή 19 Δεκεμβρίου στις 19.00.

Στο τρίτο κατά σειρά αφιέρωμα της εκπομπής στη Μικρασιατική Εκστρατεία, καταγράφονται:

Η ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ 1921

Μετά τη de facto αναγνώριση του Κεμάλ από τους Συμμάχους, η Ελλάδα με προτροπή του Άγγλου πρωθυπουργού, εξαπέλυσε επιθέσεις ευρείας κλίμακας εναντίον του κεμαλικού στρατού. Τα κεκτημένα από τη Συνθήκη των Σεβρών έπρεπε να διατηρηθούν στο ακέραιο.

Ο πρώτος στόχος ήταν η κατάληψη των στρατηγικών πόλεων του Εσκί Σεχίρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Η επίθεση προγραμματίστηκε από το επιτελείο για τις αρχές Μαρτίου του 1921, καθώς έπρεπε πρώτα να λιώσουν τα χιόνια. Ο ελληνικός στρατός θα ξεκινούσε από την Προύσα και το Ουσάκ, για να κατακτήσει ταυτόχρονα τις δύο πόλεις.

Μέχρι τις 14 Μαρτίου το Αφιόν Καραχισάρ έπεσε με ευκολία στα χέρια των Ελλήνων.

Ο κεμαλικός στρατός αντί να πολεμήσει, υποχώρησε συντεταγμένα και μεταφέρθηκε προς το Εσκί Σεχίρ, για να ενισχύσει το άλλο μέτωπο του πολέμου.

Από τις μεγαλύτερες μάχες που δόθηκαν για την κατάκτηση του, ήταν στις περιοχές Αβγκίν, Ινονού και Κοβαλίτσα. Στο Ινονού ο ελληνικός στρατός υπέστη βαριά ήττα με πολλές χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες.

Η εαρινή επίθεση έληξε οριστικά στις 21 Μαρτίου 1921, όταν ο αρχιστράτηγος Παπούλας διέταξε οπισθοχώρηση και από τα δύο μέτωπα, παρά τις μεγαλειώδεις νίκες των ελληνικών μεραρχιών.

Στην επιστροφή από το Αφιόν Καραχισάρ όμως, ο ελληνικός στρατός κινδύνεψε να κοπεί στα δύο, όταν οι τούρκοι επιτέθηκαν στο Τουμλού Μπουνάρ. Αν τα κατάφερναν η καταστροφή θα ήταν μεγάλη. Την πόλη υπερασπιζόταν το 34ο Σύνταγμα Πεζικού, με 1500 άνδρες και επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Διαλέτη, που έδωσαν ηρωικές μάχες.

Το τελικό χτύπημα στον κεμαλικό στρατό, έδωσε ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας με τους τσολιάδες του 542 Συντάγματος Ευζώνων.

Η ανύπαρκτη επικοινωνία μεταξύ των Σωμάτων Στρατού, οι ελλείψεις πυρομαχικών και εφεδρειών, οι αποστάσεις μεταξύ των δυνάμεων, η κούραση, οι απώλειες και η μαχητικότητα των τούρκων, οδήγησαν τελικά τον ελληνικό στρατό στην πρώτη μεγάλη ήττα του.

Η ΘΕΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ 1921

Η αποτυχημένη εαρινή επίθεση του 1921, πυροδότησε πολιτικές αλλαγές στην κυβέρνηση και στο στρατό. Νέος πρωθυπουργός ανέλαβε ο Δημήτριος Γούναρης, που αποφάσισε να συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις το καλοκαίρι του ίδιου έτους, για την κατάκτηση του Εσκί Σεχίρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ.

Δίπλα στον αρχιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα όμως, τοποθέτησε παλιούς στρατηγούς αναβιώνοντας το επιτελείο των βαλκανικών πολέμων.

Στις 29 Μαΐου 1921, έφτασε με πλοίο στη Σμύρνη ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος, συνοδευόμενος από τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη, για την εξύψωση του ηθικού των στρατιωτών. Ο βασιλιάς όμως λόγω προβλημάτων υγείας, ήταν πια σκιά του παλιού του εαυτού, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας.

Η νέα θερινή επίθεση για την εξόντωση του Κεμάλ, σχεδιάστηκε για τα τέλη Ιουνίου 1921. Αυτή τη φορά ο ελληνικός στρατός προετοιμάστηκε κατάλληλα και σχεδίασε καλύτερα τις επιχειρήσεις. Έτσι, μέχρι τις 6 Ιουλίου κατέκτησε εύκολα τις πόλεις, ενώ οι κεμαλικές δυνάμεις υποχωρούσαν και πάλι συντεταγμένες.

Το πρωί της 8ης Ιουλίου, το σύνολο του τουρκικού στρατού επιτέθηκε κατά της ελληνικής στρατιάς, από το Εσκί Σεχίρ μέχρι το Σεϊντί Γαζή.

Ήταν η μεγαλύτερη μάχη της μικρασιατικής εκστρατείας, μέχρι εκείνη την ημέρα.

Το πεδίο της μάχης καλύφθηκε από τους νεκρούς Τούρκους, ενώ συνελήφθησαν περίπου 2.000 αιχμάλωτοι. Ο ελληνικός στρατός είχε μοναδική ευκαιρία να αιχμαλωτίσει στο Εσκί Σεχίρ χιλιάδες στρατιώτες του Κεμάλ.

Την έχασε όμως μέσα από τα χέρια του, εξαιτίας κακών αποφάσεων των διοικητών του.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΑΓΓΑΡΙΟΥ – ΑΓΚΥΡΑΣ

Στις 15 Ιουλίου 1921, στην Κιουτάχεια βρέθηκε σύσσωμη η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, αλλά και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, για ένα από κρίσιμα πολεμικά συμβούλια της μικρασιατικής εκστρατείας.

 Το ερώτημα που τέθηκε από την πολιτική ηγεσία προς το στρατό, ήταν αν η νίκη επιτεύχθηκε και τι μέλλει γενέσθαι, με δεδομένο ότι το στράτευμα του Κεμάλ δεν είχε διαλυθεί.

Στο τραπέζι έπεσε η κυβερνητική πρόταση για συνέχιση της εκστρατείας μέχρι την Άγκυρα, για την καταδίωξη και εξόντωση των τούρκων. Παρά τις έντονες διαφωνίες μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, αποφασίστηκε τελικά η εκστρατεία στο Σαγγαρίου – Άγκυρας.

Ήταν το μεγαλύτερο εγχείρημα μέχρι τότε στην ιστορία του ελληνικού στρατού, στην οποία θα έπαιρναν μέρος οι εννέα από τις έντεκα μεραρχίες του. Το σχέδιο της επίθεσης όμως, δεν το εκπόνησε ο αρχιστράτηγος Παπούλας και το επιτελείο του, αλλά ο στρατιωτικός σύμβουλος του πρωθυπουργού Ξενοφών Στρατηγός.

Αν και στους χάρτες το σχέδιο της επίθεσης φαινόταν ιδανικό, στην εκτέλεση ήταν εφιάλτης για το στράτευμα. Τα δύο πρώτα Σώματα Στρατού θα διέσχιζαν το Σαγγάριο ποταμό και το Β Σώμα Στρατού, θα διέσχιζε μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού την αφιλόξενη Αλμυρή Έρημο.

Η προέλαση ξεκίνησε την 1η Αυγούστου του 1921.

Οι αποστάσεις που διένυσαν με τα πόδια οι μεραρχίες ήταν εξουθενωτικές. Η 7η Μεραρχία περπάτησε 130 χιλιόμετρα, η 5η και η 13η πεζοπόρησαν για 190 χιλιόμετρα, ενώ το Γ’ Σώμα Στρατού 200 χιλιόμετρα. Η 1η, η 2η και η 12η Μεραρχία βάδισαν 220 χιλιόμετρα και η 9η που ξεκίνησε από το Αφιόν Καραχισάρ, 280 χιλιόμετρα σε δέκα μέρες, υπό αντίξοες συνθήκες.

Τα προβλήματα στη σίτιση του στρατού, την οργάνωση και γενικότερα την επιμελητεία και την τροφοδοσία, δυσκόλεψαν τους στρατιώτες από την πρώτη στιγμή.

Ο Κεμάλ περίμενε τους Έλληνες ανατολικά του Σαγγαρίου, σε τρεις διαδοχικές ζώνες άμυνας, βάθους 25 έως 30 χιλιομέτρων, που περιλάμβαναν χαρακώματα, ορύγματα με συρματοπλέγματα, πρόχειρα πυροβολεία και θέσεις αυτομάτων όπλων.

Η επίθεση άρχισε στις 10 Αυγούστου του 1921, στο όρος Μανγκάλ Νταγ, στο οποίο οι μάχες δόθηκαν σώμα με σώμα. Η νίκη των Ελλήνων προκάλεσε στον Κεμάλ Ατατούρκ μεγάλη εντύπωση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να πει ότι «αν δεν νικήσουμε εδώ θα γίνει ο τάφος της Τουρκίας».

Ο ελληνικός στρατός με βαριές απώλειες και σημαντικά προβλήματα στην τροφοδοσία των πυρομαχικών, κατάφερε τις επόμενες ημέρες να σπάσει τις δύο πρώτες ζώνες άμυνας του Κεμάλ.

Από τις φονικότερες νικηφόρες μάχες δόθηκαν στη Σαπάντζα, στο Ταμπούρ Ογλού και το Τουρμπάν Τεπέ, στο Αρντίζ Νταγ και στο Κάλε Γκρότο, όπου έγινε «ανθρωποσφαγή» Ελλήνων και Τούρκων στρατιωτών.

Κατά τη διάρκεια των επιθέσεων, ο αρχιστράτηγος Παπούλας παραλίγο να πέσει στα χέρια του τουρκικού ιππικού, ενώ ήρθε σε ρήξη με τον διοικητή του Β Σώματος Στρατού πρίγκιπα Ανδρέα, επειδή παράκουσε τις διαταγές του.

Η κούραση, οι απώλειες και η τραγική τροφοδοσία εξάντλησαν τον ελληνικό στρατό – ο οποίος αν και έφτασε σε απόσταση περίπου 60 χιλιομέτρων από την Άγκυρα – δεν μπορούσε να συνεχίσει τις επιθετικές επιχειρήσεις.

Η κυβέρνηση Γούναρη απέφυγε να αποφασίσει για την συνέχιση ή όχι της εκστρατείας, παραχωρώντας το δικαίωμα αυτό στον αρχιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα.

Με δεδομένες τις απώλειες και τα προβλήματα η Στρατιά στις 29 Αυγούστου 1921, αποφάσισε να σταματήσει την πορεία της προς την Άγκυρα και να οπισθοχωρήσει.

Το επόμενο διήμερο τα τρία σώματα Στρατού πήραν το δρόμο της επιστροφής προς το Εσκί Σεχίρ και το Αφιόν Καραχισάρ. Αν και οι στρατιώτες διέσπασαν τις δύο πρώτες ζώνες άμυνας των Τούρκων, ο σκοπός δεν επετεύχθη. Ο δρόμος της επιστροφής ήταν εξίσου δύσκολος.

Στην εκπομπή μιλούν οι :

Βλάσης Αγτζίδης – Ιστορικός, 

Κωνσταντίνος Βλάσης – Ιστορικός ερευνητής,

Βασίλης Λουμιώτης – Ταξίαρχος ε.α,

Γιώργος Πραχαλιάς – Ταγματάρχης ε.α.,

Ανδρέας Καστάνης – Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας Σχολής Ευελπίδων,

Γιάννης Χρονόπουλος – Ιστορικός, Πέτρος Μεχτίδης – αρχαιολόγος και συγγραφέας,

Χαράλαμπος Μηνασίδης – Ιστορικός,

Νίκος Παπαδάκης – διευθυντής Εθνικού Ιδρύματος Ελ. Βενιζέλος,

Δημήτρης Μάλεσης Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας Σχολής Ευελπίδων,

Κωνσταντίνος Νίγδελης – Ιστορικός Ερευνητής, συγγραφέας,

Διονύσης Τσιριγώτης – Επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς,

Αντώνης Κλάψης – καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου,

Αθανάσιος Μπαλέρμπας – Φιλόλογος,

Χρήστος Κονταρίδης – αντιστράτηγος ε.α Αστυνομίας και Ιστορικός,

Τίτος Αθανασιάδης –  δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

close menu