Η «γενιά του ’68» άλλαξε ριζικά τη σύγχρονη γερμανική ιστορία. 23 χρόνια μετά τη λήξη του πιο ολέθριου παγκόσμιου πολέμου, τα παιδιά που είχαν μεγαλώσει στα συντρίμμια του, προτίθεντο να κάνουν τα πάντα για να βεβαιωθούν ότι η φρίκη δε θα επαναλαμβανόταν.

Οι φοιτητές της δεκαετίας του ’60, στην πλειοψηφία τους, είχαν γεννηθεί όταν ο Β’ Παγκόσμιος τελείωνε. Δεν έζησαν τη φρίκη του πολέμου, όμως βίωσαν από πρώτο χέρι τον τραγικό απόηχο. Φτώχεια, δυστυχία και κατεστραμμένες πόλεις. Πολλοί μεγάλωσαν ορφανοί από πατέρα, άλλοι με το στίγμα του ναζί.
Οι γονείς τους ντρέπονταν να μιλήσουν για το παρελθόν, κυριαρχούσε ένα γενικευμένο αίσθημα βουβής ενοχής. Οι περισσότεροι είχαν υποστηρίξει έμμεσα ή άμεσα τον Χίτλερ και ένιωθαν ως ένα βαθμό υπεύθυνοι για τις θηριωδίες που συνέτριψαν την Ευρώπη και ατίμωσαν την χώρα τους.
Οι πρώτες μαζικές φοιτητικές εξεγέρσεις ξέσπασαν με αφορμή την περίφημη υπόθεση Spiegel. Το 1962, το εβδομαδιαίο περιοδικό Der Spiegel δημοσίευσε ένα καυστικό ρεπορτάζ που καταδείκνυε την ανεπάρκεια των δυτικογερμανικών ενόπλων δυνάμεων σε σχέση με τη στρατιωτική συμμαχία του Συμφώνου της Βαρσοβίας.
Ο υπουργός Άμυνας, Φρανζ Γιόζεφ Στράους, ο οποίος βρέθηκε στο επίκεντρο των δημοσιογραφικών πυρών, δεν αντέδρασε πολύ ψύχραιμα στην κριτική. Η κυβέρνηση έδωσε εντολή να γίνει έφοδος στα γραφεία του περιοδικού, να ελεγχθούν και να περάσουν από εξονυχιστική ανάκριση οι δημοσιογράφοι και να συλληφθεί ο εκδότης. Ήταν μία εξόφθαλμη παραβίαση της ελευθερίας του τύπου που προκάλεσε αμέσως τη λαϊκή οργή. Για πρώτη φορά, δεκάδες χιλιάδες κόσμου βγήκαν στους δρόμους του Βερολίνου να διαμαρτυρηθούν.

Φοιτητές εναντίον Τύπου

Για την επόμενη πενταετία, ο κοινωνικός αναβρασμός δεν κατευνάστηκε. Αντίθετα, γινόταν όλο και πιο έντονος.
Το φοιτητικό κίνημα συσπειρώθηκε, οργανώθηκε και πήρε μία ριζοσπαστική μορφή που έτεινε προς το αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος. Με την ονομασία Εξωκοινοβουλευτική Αντιπολίτευση (APO), φοιτητές, ακτιβιστές και πάσης φύσεως διανοούμενοι, ασκούσαν κριτική στον κυβερνητικό αυταρχισμό, συμμετείχαν σε ανατρεπτικές δράσεις και διοργάνωναν μεγάλες συγκεντρώσεις.

Διαβάστε ακόμα: Η εγκληματική δράση της ναζιστικής οργάνωσης NSU στη Γερμανία, που δολοφόνησε 8 Τούρκους και έναν Έλληνα μετανάστη. Η πολύκροτη δίκη και οι αυτοκτονίες των στελεχών της

Η ίδρυση της πρώτης σχολής κινηματογράφου στο Βερολίνο το 1966, ευνόησε περαιτέρω τη ραγδαία ανάπτυξη του κινήματος καθώς πολλοί νέοι με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ανατρεπτική διάθεση, συγκεντρώθηκαν στην πρωτεύουσα. Η 7η τέχνη έγινε το νέο όπλο των φοιτητών. Από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της σχολής, γυρίστηκε πλήθος ταινιών μικρού μήκους με ηχηρά μηνύματα κατά του καπιταλισμού, του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και της κατευθυνόμενης δημοσιογραφίας.

Ειδικά το τελευταίο ήταν από τα διαχρονικότερα αιτήματα των φοιτητών. Η ανελευθερία της έκφρασης και η βίαιη αποσιώπηση των αντίθετων απόψεων δεν ήταν δυνατόν να κυριαρχούν σε ένα κράτος που αυτοπροσδιοριζόταν ως δημοκρατικό και απαλλαγμένο από τα καρκινώματα του σκοτεινού παρελθόντος.
Ωστόσο, το μονοπώλιο στα γερμανικά ΜΜΕ ήταν γεγονός. Ο όμιλος Springer Press έλεγχε το 70% των μέσων και ακολουθούσε πιστά μία πλήρως συστημική γραμμή.
Χαρακτήριζε σταθερά το φοιτητικό κίνημα και τους κομμουνιστές ως «εχθρούς του λαού», καλλιεργούσε την τρομολαγνεία και εξυμνούσε τυφλά κάθε κυβερνητική πρακτική.

Κύκλος αίματος

Τον Ιούνιο του 1967 μία φοιτητική πορεία διαμαρτυρίας εν όψει της επίσκεψης του Ιρανού Σάχη κατέληξε σε τραγωδία όταν οι αστυνομικοί πυροβόλησαν θανάσιμα έναν 26χρονο φοιτητή, ονόματι Μπένο Όνεζοργκ. Προτού φτάσει το ασθενοφόρο και διαπιστωθεί ο θάνατός του, οι φωτορεπόρτερ είχαν περικυκλώσει το άψυχο σώμα του παιδιού και επί ώρα τραβούσαν πλάνα.

Η δολοφονία του Όνεζοργκ σήμανε μία νέα εποχή για το φοιτητικό κίνημα. Κυριάρχησαν συναισθήματα οργής και απόγνωσης που οδήγησαν σε μία αλλαγή πλεύσης προς τη βία. Στην κηδεία του 26χρονου φοιτητή, ο Ρούντι Ντούτσκε, ένας από τους επικεφαλής των φοιτητών, εκφώνησε έναν «πύρινο» επικήδειο, που στην ουσία καλούσε όλους τους Βερολινέζους να βγουν στους δρόμους. Τους προειδοποιούσε ότι το καθεστώς είναι εναντίον του λαού και έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν και να αποκρούσουν τη βία του. Επισήμανε, τέλος, ότι ο τύπος ήταν ένα ακόμη όργανο του καθεστώτος.

Πράγματι, από το καλοκαίρι του ’67 οι δράσεις της APO και των φοιτητών έγιναν πιο βίαιες. Βανδαλισμοί καταστημάτων, επιθέσεις σε πολιτικά πρόσωπα και επεισοδιακές πορείες, βαφτίστηκαν συμβολικές πράξεις κατά του συστήματος.
Ωστόσο, ένας κύκλος που άνοιξε με αίμα, έμελλε να κλείσει με τον ίδιο τρόπο.

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη του 1968 και οι φοιτητές είχαν διοργανώσει μία πορεία διαμαρτυρίας στην κεντρική λεωφόρο του Δυτικού Βερολίνου. Ο Ρούντι Ντούτσκε έδωσε το «παρών» και ως συνήθως, ήταν ένας από τους προπορευόμενους.
Στις 16:35 το απόγευμα, αιφνιδιάστηκε από έναν ένοπλο άντρα που έτρεχε προς το μέρος του. Ο νεαρός φοιτητής δεν είχε χρόνο να αντιδράσει. Ο άντρας τον πυροβόλησε δύο φορές στο κεφάλι και μία στο στήθος.
Ο Ντούτσκε μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε άμεσα σε τρεις αλλεπάλληλες εγχειρήσεις διάρκειας επτά ωρών. Ως εκ θαύματος, σώθηκε.

Εν τω μεταξύ, οι αρχές συνέλαβαν τον επίδοξο φονιά. Επρόκειτο για έναν ακροδεξιό ελαιοχρωματιστή ονόματι Γιόζεφ Έρβιν Μπάχμαν. Όπως δήλωσε, επιχείρησε να σκοτώσει τον φοιτητή γιατί «δεν άντεχε τους κομμουνιστές». Πρόσθεσε μάλιστα, ότι πηγή έμπνευσης υπήρξε η προ εβδομάδος δολοφονία, του μαύρου ηγέτη Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, στις ΗΠΑ.

Το 1968 σημαδεύτηκε από μαζικές πορείες φοιτητών. Wikimedia Commons

Σαμποτάζ στην Bild

Φοιτητές, αλλά και πολίτες όλων των κοινωνικών τάξεων έριξαν την ευθύνη της απόπειρας δολοφονίας του Ρούντι στον όμιλο Springer. Ιδιαίτερα η εφημερίδα Bild, ναυαρχίδα του δημοσιογραφικού ομίλου με κυκλοφορία 4,5 εκατομμυρίων φύλλων ημερησίως, είχε στοχοποιήσει τον φοιτητή, αποκαλώντας τον «εχθρό του λαού», δημόσιο κίνδυνο και «Κόκκινο Ρούντι». Είχε μάλιστα καλέσει τους αναγνώστες της «να κάνουν κάτι».

Το βράδυ της 11ης Απριλίου και ενώ ο νεαρός βρισκόταν ακόμα στο νοσοκομείο και πάλευε για να κρατηθεί στη ζωή, χιλιάδες φοιτητές εισέβαλαν στα γραφεία του συγκροτήματος Springer στο Δυτικό Βερολίνο. Την ίδια ώρα, στο Μόναχο όπου στεγάζονταν τα κεντρικά γραφεία της Bild, χιλιάδες ντόπιοι εισέβαλαν και τα βανσάλισαν, σε βαθμό που η κυκλοφορία της εφημερίδας για λίγες μέρες έπαυσε.

Την επομένη, οι δρόμοι της πρωτεύουσας ήταν κατάμεστοι από εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, ενώ το έδαφος είχε επικαλυφθεί από σκισμένες Bild. Οι διαμαρτυρίες συνεχίστηκαν για πολλές εβδομάδες με ολοένα και αυξανόμενη τη συμμετοχή του λαού. Το Μάιο, η κυβέρνηση βρισκόμενη σε απόγνωση, αποφάσισε την ψήφιση νομοθεσίας για κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης.
Ωστόσο, αντί η κίνηση να σπείρει το φόβο και να κατευνάσει τα πλήθη, έγινε αφορμή για να ξεσπάσει νέο κύμα καταλήψεων στα πανεπιστήμια και διαδηλώσεων στους δρόμους. Πάνω από 180 πολίτες τραυματίστηκαν από τις συγκρούσεις με τους αστυνομικούς.

Εν τω μεταξύ, οι πιο ριζοσπαστικοί σχημάτισαν νέες ομάδες και κατέφυγαν σε πρακτικές τρομοκρατίας: εμπρηστικές επιθέσεις σε καταστήματα, απαγωγές, μέχρι και δολοφονίες. Ανάμεσα στα θύματα ήταν εξέχουσες μορφές του γερμανικού «κατεστημένου», όπως ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου και ο πρόεδρος της Deutsche Bank. Οι πιο ακραίοι πήγαν μέχρι την Παλαιστίνη για να εκπαιδευτούν στο αντάρτικο πόλεων. Η ανεξέλεγκτη δράση των εξτρεμιστών, σταδιακά άρχισε να απωθεί τους απλούς ανθρώπους από τις διαμαρτυρίες και με τον καιρό η κατάσταση στους δρόμους της γερμανικής πρωτεύουσας ηρέμησε.

Ο Ρούντι Ντούτσκε κατέληξε τελικά το 1979, από επιπλοκές των προβλημάτων υγείας που του είχαν αφήσει τα τραύματα της επίθεσης. Ήταν μόλις 39 ετών.

Ο Ρούντι Ντούτσκε πέθανε σε ηλικία 39 ετών. YouTube

Η γερμανική φοιτητική εξέγερση του ’68, περιγράφεται συχνά ως μια «επιτυχημένη αποτυχία». Δηλαδή, ενώ απέτυχαν στο να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα και να ανατρέψουν την κυβέρνηση, έμμεσα πέτυχαν αρκετούς από τους στόχους τους, καθώς πολλές από τις ιδέες τους υιοθετήθηκαν από το κυρίαρχο ρεύμα της γερμανικής κοινωνίας. Εκτός αυτού, πολλά αιτήματα των φοιτητών ικανοποιήθηκαν επί των ημερών του καγκελαρίου Βίλι Μπραντ.

αρχική εικόνα: Wikimedia Commons

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Πώς η Γερμανία αναγεννήθηκε από τις στάχτες του πολέμου μέσα σε μία δεκαετία. Οι νέοι που ζήτησαν το λόγο από τους «ναζί γονείς» τους και γιατί οι αρχές κάλυπταν τους εγκληματίες των SS

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here