Το 1945 η Γερμανία αριθμούσε επτά εκατομμύρια νεκρούς, δέκα εκατομμύρια άστεγους και μερικά εκατομμύρια ακόμα αγνοούμενους. Όλες οι μεγάλες πόλεις είχαν ισοπεδωθεί και η χώρα είχε οικονομικά καταρρεύσει.
Σήμερα, η Γερμανία είναι η τέταρτη ισχυρότερη οικονομία στον κόσμο, μία από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές παραγωγές και ο κύριος στυλοβάτης της Ευρώπης.

Μέσα σε 45 χρόνια, από το 1945 ως το 1990 που γκρεμίστηκε το τείχος του Βερολίνου, η Γερμανία κατόρθωσε να ξεπεράσει την μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της και να αναγεννηθεί από τις στάχτες της. Είναι ένα μοτίβο που συναντάμε συχνά στην ιστορία πολλών κρατών ανά τον κόσμο. Ο Jared Diamond στο βιβλίο του, «Έθνη σε αναταραχή», παρουσιάζει μία εντυπωσιακή συγκριτική μελέτη επτά χωρών που κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν από κρίσεις που απείλησαν την ύπαρξή τους, αλλά να αναπτυχθούν ραγδαία. Έχοντας ζήσει σε πέντε από τις επτά και μιλώντας τη γλώσσα τους, ο αμερικανός συγγραφέας είναι σε θέση να παρουσιάσει τα ιστορικά γεγονότα τόσο υπό το πρίσμα των προσωπικών βιωμάτων του, όσο και από τις μαρτυρίες ατόμων που τα έζησαν από πρώτο χέρι.

Μέσα σε 400 σελίδες μαθαίνουμε πώς η Φινλανδία, από ένα μικρό, φτωχό και εξαρτημένο κρατίδιο, μετατράπηκε σε μία από τις πιο εκσυγχρονισμένες χώρες στον κόσμο, πώς η Ιαπωνία αποτίναξε το σκοτεινό παρελθόν του Β’ Παγκοσμίου και πλέον είναι γνωστή αποκλειστικά για τον πολιτισμό και τα τεχνολογικά της επιτεύγματα, με ποιο τρόπο η Ινδονησία δημιούργησε εθνική ταυτότητα από το μηδέν.

Εν προκειμένω αξίζει να αναφερθούμε στην «ακραία» -όπως την αποκαλεί ο συγγραφέας- περίπτωση της κοντινής μας Γερμανίας.

Η περίπτωση της Γερμανίας

Όπως διαπιστώνει εύστοχα ο Diamond, στη πρόσφατη γερμανική ιστορία συναντάμε τέσσερα παραδείγματα όπου μεταξύ μίας συντριπτικής ήττας και μίας εκρηκτικής αντίδρασης σε αυτήν την ήττα μεσολαβεί ένα διάστημα 21-23 ετών. Θα έλεγε κανείς ότι κάθε γενιά νέων Γερμανών αναλάμβανε να καταστρέψει τη Γερμανία για να αφήσει στην επόμενη να μαζέψει τα «σπασμένα».

Έτσι, μεσολαβούν 23 χρόνια μεταξύ της αποτυχημένης επαναστατικής προσπάθειας ενοποίησης του 1848 και της επιτυχημένης ενοποίησης του 1871.
21 χρόνια μεταξύ της συντριπτικής ήττας στον Α’ Παγκόσμιο και της κήρυξης του Β’ Παγκοσμίου που προσπάθησε να την αντιστρέψει.
23 χρόνια ανάμεσα στην ολέθρια ήττα του 1945 και στις εξεγέρσεις των φοιτητών του 1968 και τέλος, μία ακόμη περίοδος 22 ετών μέχρι την ιστορική επανένωση του 1990.

Διχοτόμηση

Όταν έληξε ο πόλεμος, οι νικητές Σύμμαχοι χώρισαν τη Γερμανία σε τέσσερις ζώνες κατοχής:
την αμερικανική στο νότο,
τη γαλλική στα νοτιοδυτικά,
τη βρετανική στο βορρά και
τη σοβιετική στα ανατολικά.
Το 1949, οι ζώνες των Δυτικών ενώθηκαν σε μία οντότητα που ονομάστηκε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενώ η σοβιετική ζώνη καθιερώθηκε ως Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας.

Οι δύο γερμανικές οντότητες ακολούθησαν διαφορετική γραμμή πλεύσης. Οι Δυτικοί ασπάστηκαν τα αμερικανικά φιλελεύθερα πρότυπα, ενώ οι Ανατολικοί δέχθηκαν τη σοβιετική επιρροή. Παρόλα αυτά, όπως επισημαίνει ο Diamond, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι καίριο ρόλο στην ίδρυση της Ανατολικής Γερμανίας, πέρα από τους Σοβιετικούς, διαδραμάτισε ο γερμανικός κομμουνιστικός ιδεαλισμός, καθώς πολλοί Γερμανοί διανοούμενοι επέλεξαν να μετοικήσουν σε εκείνη την πλευρά.

Ωστόσο, γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι το επίπεδο διαβίωσης και ελευθερίας στην Ανατολική Γερμανία υστερούσε κατά πολύ. Ενώ η αμερικανική βοήθεια έρρεε άφθονη στο δυτικό κομμάτι, οι ανατολικοί δεινοπαθούσαν. Οι Σοβιετικοί επέβαλλαν βαρύτατες οικονομικές αποζημιώσεις, αποσυναρμολόγησαν και μετέφεραν ολόκληρα εργοστάσια στη Ρωσία και μετέτρεψαν την ανατολικογερμανική γεωργία σε κολεκτίβες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πολλοί δυσαρεστημένοι κάτοικοι να επιχειρούν να περάσουν στη δυτική ζώνη. Προκειμένου να αποτρέψει το μαζικό κύμα μετανάστευσης, η Ανατολική Γερμανία το 1952 σφράγισε τα σύνορά της με τη Δύση. Ο μόνος ελεύθερος τρόπος διασύνδεσης των δύο ζωνών ήταν μέσω της συγκοινωνίας του Βερολίνου, το οποίο ήταν διχοτομημένο. Μέσα στα επόμενα χρόνια, χιλιάδες Γερμανοί κατέφυγαν στη Δύση μέσα σε βερολινέζικα τρένα, παρακούοντας το καθεστώς.

Όλα θα άλλαζαν στις 13 Αυγούστου του 1961,όταν έγινε το τείχος του Βερολίνου. Οι Ανατολικογερμανοί ισχυρίστηκαν ότι η ανέγερση του έγινε για να προστατευτούν από τους Δυτικογερμανούς κατασκόπους και εγκληματίες.

Ανατολική και Δυτική Γερμανία.

Το «οικονομικό θαύμα»

Εν τω μεταξύ, στη Δυτική Γερμανία, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’40 η κατάσταση ήταν περίπλοκη.
Τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, οι Σύμμαχοι θέλησαν να εμποδίσουν την ανασυγκρότηση της γερμανικής βιομηχανίας, φοβούμενοι το ξέσπασμα ενός ακόμη καταστροφικού πολέμου. Αυτό που προκάλεσε αλλαγή στη στάση τους ήταν η έκβαση του Ψυχρού Πολέμου και η συνειδητοποίηση ότι ο πραγματικός κίνδυνος ήταν οι Σοβιετικοί. Έτσι, το 1948 οι ΗΠΑ επέκτειναν το Σχέδιο Μάρσαλ, που είχε ήδη ξεκινήσει σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, και στη Γερμανία.

Η αμερικανική βοήθεια, σε συνδυασμό με τη σωστή διαχείριση και την εφαρμογή πολιτικών ελεύθερης αγοράς, αποδείχθηκε σωτήρια. Η οικονομική ανάκαμψη της Γερμανίας μέσα στην επόμενη πενταετία ήταν τόσο θεαματική που έμεινε γνωστή ως το «οικονομικό θαύμα» (Wirtschaftswunder).
Παράλληλα, δεν παραλήφθηκε το εξίσου κομβικό κομμάτι της κοινωνικής εξυγίανσης. Πέρα από τις περίφημες δίκες της Νυρεμβέργης, οι πολιτικές που ακολούθησαν οι Γερμανοί είχαν ως κύριο στόχο την πλήρη «αποναζιστικοποίηση» της χώρας. Το βασικό πρόβλημα που κλήθηκαν να επιλύσουν ήταν ότι η εύρεση των κατάλληλων ατόμων με κυβερνητική εμπειρία, ήταν πρώην αξιωματούχοι της ναζιστικής εξουσίας.

Μοναδικές εξαιρέσεις αποτελούσαν οι Γερμανοί που είχαν αυτοεξοριστεί ή είχαν σταλεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και είχαν επιβιώσει. Έτσι, τελικά ως πρώτος καγκελάριος της δυτικής ζώνης τέθηκε ο Κόνρατ Αντενάουερ, ένας αντίπαλος πολιτικός, που οι ναζί είχαν απομακρύνει από δήμαρχο της Κολονίας.
Η πολιτική που εφάρμοσε, περιγράφηκε ως «αμνηστία και ενσωμάτωση». Με άλλα λόγια, δε ρωτούσε κάθε Γερμανό τι είχε κάνει κατά τη διάρκεια της ναζιστικής εποχής, αλλά επικεντρώθηκε στη στέγαση εκατομμύριων άπορων, την ανέγερση των κατεδαφισμένων πόλεων, στην αναγέννηση της οικονομίας και στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ως το 1955, η Δυτική Γερμανία είχε καταφέρει να γίνει πάλι κυρίαρχο κράτος.

«Αποναζιστικοποίηση»

Οι εντατικές προσπάθειες «αποναζιστικοποίησης» ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Μέχρι τότε, καθώς είχαν διωχθεί και καταδικαστεί μόνο τα «μεγάλα» ονόματα, οι περισσότεροι Γερμανοί είχαν υιοθετήσει την άποψη ότι τα ναζιστικά εγκλήματα ήταν σφάλμα μιας μικρής κλίκας μεμονωμένων κακών ηγετών και ότι οι απλοί στρατιώτες που είχαν αγωνιστεί ηρωικά εναντίον των Σοβιετικών ήταν αθώοι.

Ένας επιπλέον λόγος που δεν είχαν ασκηθεί μαζικές διώξεις για τα εγκλήματα πολέμου, ήταν ότι την εποχή εκείνη, 30 από τους 47 αξιωματούχους του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Γραφείου Εγκληματολογικών Ερευνών, καθώς και πολλά μέλη της υπηρεσίας πληροφοριών της Δυτικής Γερμανίας ήταν πρώην επικεφαλής των Ες Ες.

Μόλις το 1958 δρομολογήθηκε τελικά η ίδρυση μίας κεντρικής υπηρεσίας που θα αναλάμβανε τη δίωξη ναζιστικών εγκλημάτων που είχαν διαπραχθεί εντός και εκτός της επικράτειας. Κεντρικό πρόσωπο ήταν ο γερμανοεβραίος νομικός Φριτς Μπάουερ, ο οποίος είχε ως βασική αρχή ότι «οι Γερμανοί πρέπει να κρίνουν τους εαυτούς τους».
Άσκησε διώξεις σε χαμηλόβαθμους αξιωματικούς της αστυνομίας, σε δικαστές που είχαν άδικα καταδικάσει εβραίους ή αντιστασιακούς σε θάνατο, ενώ έγινε διάσημος για τις λεγόμενες δίκες του Άουσβιτς όπου «κυνήγησε» από φαρμακοποιούς και γιατρούς μέχρι υπεύθυνους ιματιοθήκης που εργάστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι διώξεις του Μπάουερ πήραν μεγάλη δημοσιότητα στη Γερμανία και, αν και οι περισσότερες τελικά απέτυχαν, έφεραν για πρώτη φορά τους Γερμανούς του ’60 πρόσωπο με πρόσωπο με τα εγκλήματα της ναζιστικής εποχής. Οι αποκαλύψεις συνέπεσαν με την έντονη τάση των νέων να εκφράζουν αισθήματα περιφρόνησης προς τις προηγούμενες γενιές και αναπόφευκτα, άρχισε να δημιουργείται ένα επαναστατικό ρεύμα που κορυφώθηκε το 1968.

Οι γερμανοί φοιτητές άρχισαν να κατεβαίνουν μαζικά σε διαδηλώσεις. Ήταν στην πλειοψηφία τους, η γενιά των ανθρώπων που είχαν γεννηθεί το 1945 και θεωρούσαν τους γονείς τους υπεύθυνους για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και τις θηριωδίες του Β’ Παγκοσμίου. Εξίσωναν την σύγχρονη καπιταλιστική γερμανική κοινωνία με το φασισμό και πολλοί από αυτούς εντάσσονταν στο χώρο της ακροαριστεράς. Οι μεγαλύτεροι τους απαντούσαν λέγοντας: «Πηγαίντε στην Ανατολική Γερμανία αν δεν σας αρέσει εδώ!».

Φοιτητική εξέγερση

Το 1968 έγιναν μαζικές φοιτητικές διαδηλώσεις. Wikimedia Commons

Τον Φλεβάρη του 1968 στο Βερολίνο έγινε ένα συνέδριο ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ. Ήταν εκεί 5.000 επαναστάτες φοιτητές και νέοι εργάτες. Η αστική υστερία ενάντια στο κίνημα οδήγησε στην απόπειρα δολοφονίας του κύριου εκπροσώπου των φοιτητών Ρούντι Ντούτσκε το Πάσχα του 1968.
Η εφημερίδα Bild καλούσε τους αναγνώστες της «να κάνουν κάτι» εναντίον του. Μετά την απόπειρα, 50.000 αγωνιστές μπλοκάρισαν την κυκλοφορία της Bild. Ένα μήνα αργότερα, ένα νέο κύμα καταλήψεων στα πανεπιστήμια και διαδηλώσεων στους δρόμους συγκρούστηκε με την απόφαση της κυβέρνησης να ψηφίσει νομοθεσία για κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Εν τω μεταξύ, οι πιο ριζοσπαστικοί σχημάτισαν νέες ομάδες και κατέφυγαν σε πρακτικές τρομοκρατίας: εμπρηστικές επιθέσεις σε καταστήματα, απαγωγές, μέχρι και δολοφονίες. Ανάμεσα στα θύματα ήταν εξέχουσες μορφές του γερμανικού «κατεστημένου», όπως ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου και ο πρόεδρος της Deutsche Bank. Οι πιο ακραίοι πήγαν μέχρι την Παλαιστίνη για να εκπαιδευτούν στο αντάρτικο πόλεων. Η δράση των εξτρεμιστών έφτασε στο αποκορύφωμά της το 1977 όταν τρία ηγετικά στελέχη της πιο ενεργής ομάδας αυτοκτόνησαν μέσα στη φυλακή.

Η γερμανική φοιτητική εξέγερση του ’68, πριν πάρουν τα ηνία οι τρομοκράτες, περιγράφεται μερικές φορές ως μια «επιτυχημένη αποτυχία». Δηλαδή, ενώ απέτυχαν στο να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα και να ανατρέψουν την κυβέρνηση, έμμεσα πέτυχαν αρκετούς από τους στόχους τους, καθώς πολλές από τις ιδέες τους υιοθετήθηκαν από το κυρίαρχο ρεύμα της γερμανικής κοινωνίας. Εκτός αυτού, πολλά αιτήματα των φοιτητών ικανοποιήθηκαν επί των ημερών του καγκελαρίου Βίλι Μπραντ.

Ο δρόμος προς την επανένωση

Ο Βίλι Μπραντ έγινε ο πρώτος αριστερός μεταπολεμικός καγκελάριος. Wikimedia Commons

Το 1969, ο Βίλι Μπραντ έγινε ο πρώτος αριστερός καγκελάριος στην ιστορία της Δυτικής Γερμανίας, μετά από είκοσι χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης από συντηρητικούς που ανήκαν στο κόμμα του Κόνρατ Αντενάουερ.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Μπραντ ήταν ο χειρισμός των εξωτερικών σχέσεων της χώρας. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις αρνούνταν να αναγνωρίσουν νόμιμα την ύπαρξη ανατολικογερμανικής κυβέρνησης και επέμεναν ότι η δυτική είναι ο μόνος νόμιμος εκπρόσωπος του λαού. Αντίθετα, ο αριστερός καγκελάριος υπέγραψε συνθήκη με την Ανατολική Γερμανία και ανέπτυξε διπλωματικές σχέσεις με την Πολωνία και άλλες χώρες του ανατολικού μπλοκ.
Χάρη στην ενωτική και διπλωματική πολιτική του, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, είχε πετύχει τον στόχο του. Πλέον οι Σοβιετικοί θεωρούσαν τη Δυτική Γερμανία σημαντικό εμπορικό εταίρο και όχι στρατιωτική ή εδαφική απειλή.

Οι καγκελάριοι που τον διαδέχθηκαν ακολούθησαν τα βήματά του. Το εμπόριο μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας αυξήθηκε, ενώ όλο και περισσότερο οι Ανατολικογερμανοί κατάφερναν να παρακολουθούν δυτική τηλεόραση. Αυτό τους επέτρεψε να συγκρίνουν το υψηλό βιοτικό επίπεδο των γειτόνων τους με το δικό τους. Αυτή τη φορά η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν σε θέση να υψώσει ένα τείχος για να ανακόψει τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Το 1989, όταν η Ουγγαρία άνοιξε τα σύνορα της, χιλιάδες Ανατολικογερμανοί εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να διαφύγουν στη Δύση. Παράλληλα, εκατοντάδες χιλιάδες είχαν βγει στους δρόμους και διαμαρτύρονταν κατά της κυβέρνησής τους. Η ανατολική κυβέρνηση σκόπευε να απαντήσει ανακοινώνοντας ότι στο εξής θα εξέδιδε άδειες για απευθείας ταξίδια στη Δυτική Γερμανία. Ωστόσο, ο υπάλληλος που έκανε την ανακοίνωση στην τηλεόραση, μπερδεύτηκε και δήλωσε ότι η κυβέρνηση επέτρεπε αμέσως την είσοδο στην άλλη πλευρά.

Ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ ήξερε πώς να εκμεταλλευτεί προσεκτικά την «γκάφα». Το Μάιο του 1990 συνήψε μία συνθήκη προνοιακής και οικονομικής ενοποίησης μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας. Δούλεψε με μεθοδικότητα και διακριτικότητα έτσι ώστε να εξουδετερώσει την απροθυμία των Σοβιετικών αλλά και των Δυτικών να επιτρέψουν τη γερμανική επανένωση.
Τον Ιούλιο του 1990 προσέφερε στη Σοβιετική Ένωση ένα μεγάλο πακέτο οικονομικής βοήθειας και έπεισε τον πρόεδρο Γκορμπατσόφ όχι μόνο να ανεχτεί την επανένωση, αλλά και να επιτρέψει την ένταξη της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ.

Στις 3 Οκτωβρίου του 1990 η Ανατολική Γερμανία διαλύθηκε και οι περιφέρειές της εντάχθηκαν στη Δυτική ως νέα κρατίδια.
Μέχρι σήμερα, οι ανατολικές επαρχίες αντιμετωπίζονται κατά κανόνα απαξιωτικά ως απόγονοι μιας αποτυχημένης κομμουνιστικής δικτατορίας που απέτυχε και απορροφήθηκε από τους Δυτικούς.

από το βιβλίο του Jared Diamond «Έθνη σε αναταραχή», εκδόσεις διόπτρα

αρχική εικόνα: pxfuel

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Πώς η Κίνα κατάφερε να ελέγχει το ίντερνετ για 700 εκατομμύρια χρήστες. Έχει απαγορεύσει την πρόσβαση σε Facebook, YouTube, PornHub και σε όλες τις «κακές επιρροές του καπιταλισμού»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here