Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2001.
Ώρα: 10:30.
Ένας 57χρονος άνδρας ντυμένος στα μαύρα πάρκαρε το αμάξι του λίγα μέτρα από το κοινοβούλιο στο κατόνι Τσουγκ στην Ελβετία. Στο πίσω μέρος του μπουφάν του ήταν τυπωμένη η λέξη «Polizei», δηλαδή αστυνομία. Δεν ήταν όμως αστυνομικός.

Κάτω από το τζάκετ του έκρυβε τέσσερα όπλα. Μια αυτόματη καραμπίνα, ένα πιστόλι SIG Sauer, ένα περίστροφο και ένα τουφέκι τύπου Sturmgewehr 90. Λίγα λεπτά αργότερα ο Φρίντριχ Λιμπάχερ εισέβαλε ανενόχλητος στο κτίριο του τοπικού κοινοβουλίου χωρίς να κινήσει υποψίες. Στην είσοδο δεν υπήρχε ασφάλεια.

Τα μέλη του κοινοβουλίου συνεδρίαζαν για την εφαρμογή νέων νόμων στην εκπαίδευση. Παρόντες ήταν και μερικοί δημοσιογράφοι για να καλύψουν τη συνεδρίαση. Ο Λιμπάχερ όσο περπατούσε στο κτίριο, έβριζε τους βουλευτές και έλεγε ότι πρέπει να «εξαλειφθεί η μαφία στην πόλη Τσουγκ». Κανείς όμως, δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Ο άνδρας έφθασε μέχρι την κεντρική αίθουσα του κοινοβουλίου και άνοιξε πυρ.

Οι σκηνές που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές. Ο κόσμος άρχισε να ουρλιάζει.
Ο δράστης πυροβόλησε αδιακρίτως 91 φορές. Λίμνες αίματος είχαν σχηματιστεί παντού. Κάποιοι έπεσαν στο πάτωμα για να προστατευθούν. Προσποιούνταν τους νεκρούς πίσω από τα πτώματα των συναδέλφων τους. Όπως δήλωσαν αργότερα οι επιζώντες, οι κινήσεις του Λιμπάχερ ήταν ήρεμες και μεθοδικές. Κινούνταν αργά και κοιτούσε προσεκτικά για να αποτελειώσει όποιον κουνιόταν ακόμα.

Τέσσερα από τα θύματα. Ο δημοτικός σύμβουλος Ζαν Πωλ Φλάσμαν, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου Πίτερ Μπόσαρντ, η δημοτική σύμβουλος Μόνικα Χάτερ Χαφλιγκερ και ο πρόεδρος του Καντονίου Χέρμπερτ Ανέτ Πηγή: Murderpedia

Φαινόταν ότι δεν είχε συγκεκριμένο στόχο. Κάποια στιγμή όμως, άρχισε να φωνάζει τον κυβερνητικό αξιωματούχο Ρόμπερτ Μπίσιγκ. «Φανερώσου Μπίσιγκ. Πού είσαι δειλέ». Ο Μπίσιγκ τον άκουσε, αλλά δεν κουνήθηκε. Παρέμενε ξαπλωμένος κάτω από το γραφείο του, ανάμεσα σε τρεις νεκρούς συναδέλφους του. Στο στόχαστρο του μπήκαν και οι δημοσιογράφοι. «Γουρούνια. Δεν γράφετε τίποτα άλλο από αηδίες».

Από την τσέπη του έβγαλε μια αυτοσχέδια βόμβα. Την πέταξε. Οι πόρτες και τα παράθυρα έσπασαν. Μικρές εστίες φωτιάς είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας της έκρηξης. Η αίθουσα γέμισε καπνούς. Ο Λιμπάχερ κοντοστάθηκε για λίγο. Παρατήρησε το μακελειό που είχε προκαλέσει και αφού ικανοποιήθηκε με το αποτέλεσμα, έστρεψε το πιστόλι στο πρόσωπό του και αυτοκτόνησε. Δίπλα στο κορμί του βρέθηκε ένα σημείωμα που έλεγε: «Ημέρα έκρηξης θυμού εναντίον της μαφίας στην πόλη Τσουγκ». Έγραφε ότι όλοι οι βουλευτές είναι «εγκληματίες, αλκοολικοί και πειρατές».

Από τα πυρά του σκοτώθηκαν τρία μέλη του εκτελεστικού σώματος και έντεκα του νομοθετικού συμβουλίου. Ακόμη 18 άτομα, μεταξύ των οποίων και δημοσιογράφοι τραυματίστηκαν σοβαρά. Μέχρι τις 10:38 είχαν όλα τελειώσει. Μέσα σε διάστημα λίγων λεπτών, ο Λιμπάχερ είχε κάνει την μεγαλύτερη και πιο αιματηρή μαζική δολοφονία στην Ελβετία.

Τα μπλεξίματα με την αστυνομία και το σύνδρομο καταδίωξης

Ο Λιμπάχερ εργαζόταν ως πωλητής. Στη δεκαετία του 1970 συνελήφθη για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, κλοπή και πλαστογραφία. Καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλάκιση.
Όταν εξέτισε την ποινή του και αφέθηκε ελεύθερος, αδυνατούσε να βρει δουλειά. Έγινε αλκοολικός. Οι γιατροί διέγνωσαν ότι έπασχε από διαταραχή προσωπικότητας και η έβγαλε σύνταξη αναπηρίας.

To κοινοβούλιο της πόλης Τσουγκ στην Ελβετία που έγινε η μαζική δολοφονία Πηγή: Wikimedia Commons

Για κάποια χρόνια δεν είχε απασχολήσει τις αρχές. Όμως, το 1998 διαπληκτίστηκε με έναν οδηγό λεωφορείου. Ο Λιμπάχερ ισχυριζόταν ότι ο οδηγός οδηγούσε μεθυσμένος και απαιτούσε να παραιτηθεί. Τις επόμενες μέρες έστελνε δεκάδες επιστολές με παράπονα στην εταιρία μεταφορών της περιοχής για να επιληφθεί του θέματος. Όταν είδε ότι δεν γινόταν τίποτα, βρήκε τον οδηγό σε ένα εστιατόριο και προσπάθησε να τον πυροβολήσει. Ο οδηγός κατάφερε να γλιτώσει.

Οι αρχές εξέτασαν τις κατηγορίες του, αλλά ήταν αβάσιμες. Ο οδηγός ήταν «καθαρός». Ο Λιμπάχερ όμως, δεν υποχώρησε. Έστελνε τα παράπονά του σε τοπικούς παράγοντες και βουλευτές. Έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο της περιοχής. Τα αιτήματά του όμως, απορρίπτονταν.
Ανάμεσα σε εκείνους που τον «αγνόησαν» ήταν και ο πολιτικός Ρόμπερτ Μπίσιγκ. Κάθε φορά που έμπαινε μέσα στο λεωφορείο εξαπέλυε απειλές και έβριζε τους οδηγούς. «Όλες οι αγωγές που έκανε απορρίφθηκαν γιατί αυτά που έλεγε ήταν εξωπραγματικά. Ζητούσε χρήματα από μας, πολλά χρήματα» είχε αναφέρει ο Μπίσιγκ.
Η εταιρία μεταφορών τον μήνυσε για δυσφήμιση. Ο Λιμπάχερ κατηγορούσε τον Μπίσιγκ για την ποινική δίωξη που είχε δεχτεί.
Πίστευε ότι η τοπική κυβέρνηση συνωμοτούσε εναντίον του και ότι όλα υποκινούνταν από τον Μπίσιγνκ.
Έπρεπε να πάρει εκδίκηση.

Τα ρούχα και τα όπλα του Λιμπάχερ Πηγή: Murderpedia

Μετά το μακελειό, η αστυνομία έψαξε το αυτοκίνητό του και βρήκε άλλο ένα όπλο. Για τα περισσότερα είχε άδεια, παρόλο που οι αρχές γνώριζαν ότι είχε παρανοϊκή συμπεριφορά. Οι περισσότεροι Ελβετοί μέχρι την ηλικία των 40 ετών επιστρέφουν στο στρατό για την ετήσια επανεκπαίδευση και κρατούν νομίμως τα στρατιωτικά τους όπλα όλο τον χρόνο.

Οι αξιωματούχοι της τοπικής αστυνομίας διευκρίνισαν ότι ο δράστης δεν είχε πολιτικά κίνητρα. Όπως είπαν ήταν μια ενέργεια κάποιου που δεν είχε σώας τας φρένας. Ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και όχι μια οργανωμένη τρομοκρατική ενέργεια.
Η εκπρόσωπος τύπου της αστυνομίας Έλενα Μπίλτζεριτζ ανέφερε ότι ο δράστης ήταν «ένας άνθρωπος συνεχώς αναστατωμένος και νευριασμένος. Κανένας δεν έκανε τίποτα σωστά για εκείνον».

Λίγες ώρες μετά τη μαζική δολοφονία, ενισχύθηκε η ασφάλεια σε όλα τα κυβερνητικά κτίρια της χώρας. Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο στη Βέρνη ανακοίνωσε την εισαγωγή ανιχνευτών μετάλλων στην είσοδο των κτιρίων και τον έλεγχο των προσωπικών αντικειμένων.
Οι αρχές κήρυξαν μια εβδομάδα πένθους στην πόλη Τσουγκ.

Διαβάστε επίσης στην ΜτΧ: Η δολοφονία του Τρότσκι από Ισπανό οπαδό του Στάλιν με ορειβατική αξίνα. Ο εκτελεστής γλύτωσε τα ισόβια και αποφυλακίστηκε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here