4 Νοεμβρίου 1944. Πάνοπλος ο ΕΛΑΣ έχει περικυκλώσει το Κιλκίς, όπου έχουν «οχυρωθεί» ένοπλες ομάδες γερμανόφιλων στην προσπάθειά τους να αμυνθούν κατά την αποχώρηση της Βέρμαχτ από την Ελλάδα. Ήταν η φονικότερη μάχης της κατοχής που σηματοδότησε και τον ελληνικό εμφύλιο που ξέσπασε αργότερα. 

Το φθινόπωρο του ’44 η βόρεια Ελλάδα είχε επέλθει ουσιαστικά στα χέρια του ΕΑΜ. Τα τελευταία γερμανικά στρατεύματα αποχωρούσαν από την περιοχή, ενώ οι «ταγματασφαλίτες» είχαν επικηρυχθεί επισήμως ως εχθροί της πατρίδας. Μάλιστα, με την υπογραφή της Συμφωνίας της Καζέρτας που είχε προηγηθεί τον Σεπτέμβριο, τα Τάγματα Ασφαλείας καλούνταν από τους Συμμάχους να αφοπλιστούν και να παραδώσουν τα όπλα τους στον ΕΛΑΣ.

Οι διωκόμενοι πλέον γερμανόφιλοι δεν σκόπευαν να παραδοθούν και ευελπιστούσαν ότι εάν καθυστερούσαν τις εξελίξεις θα ελάμβαναν αναγνώριση από τους Βρετανούς, που δεν ήθελαν οι κομμουνιστές να γίνουν ρυθμιστές στην ελεύθερη Ελλάδα. Στο μεταξύ έπρεπε να οργανωθούν και να συσπειρωθούν προκειμένου να αποκρούσουν την απειλή των ΕΛΑΣιτών. Παρότι υπήρξαν διαφωνίες και ενστάσεις σχετικά με τον τόπο αντίδρασης, οι αρχηγοί τους επέλεξαν ως γραμμή άμυνας την πόλη του Κιλκίς.

Τα περισσότερα μέλη του αποκαλούμενου Εθνικού Ελληνικού Στρατού (ΕΕΣ) έσπευσαν στην μακεδονική πόλη στις αρχές Νοεμβρίου του 1944. Μόνο ο Πούλος έλειπε από τις τάξεις τους καθώς είχε πάρει άδεια από τους γερμανούς και τους ακολούθησε στην έξοδό τους από την Ελλάδα μαζί με το τάγμα του (Poulos Verband). Επίσης από τους τρεις Παπαδόπουλους (οπλαρχηγοί του ΕΕΣ) μόνο ο Κώστας αποφάσισε να μείνει εκτός και να κρυφτεί στην ευρύτερη περιοχή. Η κίνησή του αποδείχτηκε σωτήρια καθώς επέζησε και στην συνέχεια έγινε εννέα φορές βουλευτής.

Στις αρχές Νοεμβρίου του 1944, όλες οι γερμανόφιλες ένοπλες ομάδες συγκεντρώθηκαν στο Κιλκίς. Αρχείο Θανάση Βαφειάδη

Στην πραγματικότητα, η κίνηση αυτή διευκόλυνε το έργο του ΕΛΑΣ, που έβρισκε όλους τους «στόχους» του συγκεντρωμένους εντός των τειχών μίας μικρής πόλης. Οι ένοπλοι γερμανόφιλοι, αλλά και οι συνοδοί τους που είχαν αντιπάθεια ή φοβόντουσαν τους αντάρτες, υπολογίζονται περί τις 7.500. Ανάμεσά τους ήταν γυναίκες και παιδιά που δεν είχαν σχέση με τις ένοπλες ομάδες, αλλά προέρχονταν από χωριά που είχαν χαρακτηριστεί «αντιδραστικά» και ήταν στο στόχαστρο των ανταρτών. Από την άλλη, οι άντρες του ΕΛΑΣ, ενισχυμένοι από τμήματα του Εφεδρικού και της ΕΠΟΝ, ξεπερνούσαν τις 10.000. Η υπεροχή τους ήταν εμφανής.

Ελασίτες μπροστά στη μεγάλη καμπάνα του Κιλκίς. Αρχείο Θανάση Βαφειάδη

Το χρονικό της μάχης

Τα ξημερώματα της 4ης Νοεμβρίου του 1944, ο ΕΛΑΣ είχε περικυκλώσει το Κιλκίς. Στις 5, πριν ακόμα ο ήλιος ανατείλει, άρχισε να βομβαρδίζει τις θέσεις των αντιπάλων του, προξενώντας τους σοβαρότατα πλήγματα. Αυτή η στρατηγική κίνηση σε μεγάλο βαθμό καθόρισε τη μάχη. Τρεις ώρες μετά τον βομβαρδισμό κατέλαβαν το λόφο του Αγίου Γεωργίου, που ήταν και το πιο στρατηγικό σημείο και μετά μπήκαν στην πόλη. Ακολούθησαν σφοδρές οδομαχίες, στις οποίες οι αντάρτες επικράτησαν με ευκολία. Μέχρι τις 4 το απόγευμα, είχαν εξουδετερώσει κάθε αντίσταση και η μάχη ουσιαστικά είχε λάβει τέλος.

Κιλκίς 2019. Αερολήψη Μηχανή του Χρόνου

Η μάχη στο Νοσοκομείο 

Οι τελευταίοι τετρακόσιοι άντρες των γερμανόφιλων που αντιστέκονταν πεισματικά, έχοντας κλειστεί στο Δημοτικό Νοσοκομείο της πόλης, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Ωστόσο, η παράδοση ήταν αιματηρή. Όντας εγκλωβισμένοι στο κτίριο και περικυκλωμένοι από αντάρτες, είχαν καταλάβει ότι δεν είχαν ελπίδες. Έτσι, σήκωσαν λευκή σημαία. Τότε, μία ομάδα του ΕΛΑΣ πλησίασε το νοσοκομείο με κατεβασμένα τα όπλα προκειμένου να διαπραγματευτεί τους όρους της παράδοσης. Μόλις, όμως, μπήκαν στο προαύλιο συνειδητοποίησαν ότι επρόκειτο για ενέδρα. Οι γερμανόφιλοι τους περίμεναν οπλισμένοι και τους «γάζωσαν» στην είσοδο του νοσοκομείου.

Το γεγονός αιφνιδίασε και εξόργισε τους ΕΛΑΣίτες. Η αντίδρασή τους ήταν άμεση. Έβγαλαν τα μπαζούκας και άρχισαν να ρίχνουν ασταμάτητα. Όσοι ταγματασφαλίτες δεν σκοτώθηκαν επιτόπου, αιχμαλωτίστηκαν.
Ο ΕΛΑΣ είχε τις περισσότερες απώλειες. Υπολογίζεται ότι εκεί σκοτώθηκαν 60 με 70 άτομα, καθώς αργότερα έγινε γνωστό ότι η ΕΑΜική διοίκηση παρήγγειλε περίπου 70 σταυρούς μετά τη μάχη.

Ο στρατηγικός λόφος του Αγίου Γεωργίου. Αρχείο Θανάση Βαφειάδη

Η φονικότερη «εμφύλια» σύρραξη

Μετά το τέλος της μάχης, άνδρες του ΕΛΑΣ άρχισαν να εισβάλουν στα σπίτια ψάχνοντας για κρυμμένους. Όποιος έπεφτε στα χέρια τους, οδηγούνταν στην κεντρική πλατεία. Κι από εκεί σε ιδιότυπους χώρους κράτησης ανά την πόλη, με κυριότερο αυτόν του κινηματογράφου. Υπολογίζεται ότι οι αιχμάλωτοι έφτασαν τις 6.000. Μέσα στις επόμενες ημέρες άρχισαν οι εκτελέσεις. Σε αυτές συμμετείχαν μέλη του ΕΛΑΣ και κυρίως από την πολιτοφυλακή. Ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης με καταγωγή το Κιλκίς, αναφέρει ότι πολλές γυναίκες εκτέλεσαν οι ίδιες τους βιαστές τους, που τους αναζήτησαν ανάμεσα στους αιχμαλώτους. Οι νικητές ήταν αποφασισμένοι να εκτονώσουν τη συσσωρευμένη οργή της κατοχικής περιόδου πάνω στους ηττημένους. Κι έτσι έγινε.
Ο ΕΛΑΣ προχώρησε σε «εκκαθάριση του τοπίου». Εκτέλεσε τους τουρκόφωνους, όσους προέρχονταν από την Κρύα Βρύση, τον Κούκο Πιερίας και τα Γιαννιτσά. Παρά τις προσπάθειες των διοικητών του ΕΛΑΣ, η οργή ήταν τεράστια και δεν έλειψαν εγκληματικές πράξεις και πράξεις αντεκδίκησης.

Η κατάσταση ήταν χαοτική και ο ΕΛΑΣ εκτελούσε αδιακρίτως. Αν και η πλειοψηφία των εκτελεσθέντων ήταν γερμανόφιλοι, εκτελέστηκαν και άτομα που δεν είχαν συνεργαστεί με τον κατακτητή. Σύμφωνα με τον ιστορικό Στράτο Δορδανά, στο Κιλκίς συγκεντρώθηκαν οι δοσιλογικές ένοπλες ομάδες. Τους γερμανόφιλους όμως ακολούθησαν «φτωχοί και άκακοι άνθρωποι, άμαχος πληθυσμός από διάφορα χωριά. Συγκεντρώθηκαν οι οικογένειες αυτών των ανθρώπων που δεν είχαν καμία συνεργασία με τον κατακτητή».

Αντάρτες του 13ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Μετά τη μάχη έλαβε χώρα μεγάλος αριθμός μαζικών εκτελέσεων αιχμαλώτων, σε διάφορα σημεία μέσα και έξω από την πόλη. Αρχείο Θανάση Βαφειάδη

Κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν στη Θεσσαλονίκη. Όσοι απέφυγαν το θάνατο, τους επιβλήθηκε η ποινή της διαπόμπευσης με την ταμπέλα του προδότη.
Ο αιμοσταγής Αντώνης Δάγκουλας, που είχε αιματοκυλίσει την Θεσσαλονίκη με φονικά μπλόκα στην Νέα Ευκαρπία, την Καλαμαριά και την Κάτω Τούμπα, τραυματίστηκε βαριά και υπέκυψε στα τραύματά του μερικές βδομάδες αργότερα σε νοσοκομείο. Ο διαβόητος δοσίλογος δεν πρόλαβε να περάσει από την ανάκριση του ΕΑΜ και να λογοδοτήσει για τα φριχτά εγκλήματα που είχε διαπράξει στα χρόνια της κατοχής. Στην ιστορία πέρασε η διαπόμπευση του πτώματός του στους δρόμους της Θεσσαλονίκης από τις οικογένειες των θυμάτών του.

Οι απόψεις για τον ακριβή αριθμό των εκτελεσθέντων μέχρι σήμερα διίστανται. Η εκτίμηση για 7.442 νεκρούς έχει κριθεί από όλους υπερβολική. Σύμφωνα με την αναλυτική έρευνα του καθηγητή ιστορίας Στράτου Δορδανά οι εκτελεσθέντες φθάνουν τους 1.300.

Σε κάθε περίπτωση, το βέβαιο είναι ότι η μάχη του Κιλκίς αποτέλεσε τη μεγαλύτερη και πιο πολύνεκρη σύγκρουση της κατοχής και χαρακτηρίζεται ως ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ της αντίστασης και των συνεργατών των Γερμανών. Κάποιοι θέλησαν να τους προσδώσουν και χαρακτηριστικά εμφυλίου πολέμου επειδή οι δοσιλογικές ομάδες είχαν αντικομουνιστικό χαρακτήρα. Μάλιστα αναφέρουν ότι αυτή υπήρξε η φονικότερη εμφύλια μάχη.

Το αμφιλεγόμενο μνημείο στο Κιλκίς

Ένα αμφιλεγόμενο μνημείο

Στα χρόνια της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, έξω από το Κιλκίς στήθηκε ένα μνημείο στη μνήμη όσων εκτελέστηκαν από τον ΕΛΑΣ το ’44.
Είναι ένα μνημείο που δίχασε την κοινωνία. Η χούντα το ονόμασε «μνημείο αγωνιστών» και διοργάνωσε εορτασμούς και επετείους προς τιμήν τους.
Για όσους πήραν μέρος στην αντίσταση θεωρείται μνημείο που θυμίζει τον δοσιλογισμό και την σκοτεινή περίοδο όπου κάποιοι Έλληνες γερμανοντύθηκαν.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Πρώτα έφαγαν γλυκό του κουταλιού και μετά έστησαν το μπλόκο της Καλαμαριάς! Ντοκουμέντα και μαρτυρίες για την εκτέλεση 11 πολιτών από Γερμανούς και Έλληνες προδότες

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here