16 Απριλίου 1936. Ο 30χρονος βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος, Λάμπρος Ευταξίας, βρίσκεται αιχμάλωτος ενός ισοβίτη στις φυλακές Συγγρού. Ο Ιωάννης Μεταξάς, που τρεις ημέρες νωρίτερα είχε αναλάβει την πρωθυπουργία της χώρας, κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία πρωτόγνωρη κατάσταση στα ελληνικά χρονικά.

Ο Παναγιώτης Μαρίνος, δασοφύλακας στο επάγγελμα, καταγόταν, ζούσε και εργαζόταν στο Μώλο Φθιώτιδας. Στις αρχές του 1929, έμαθε ότι επρόκειτο να απολυθεί από τη δασική υπηρεσία.
Πάνω στην οργή του, πήγε στα κεντρικά του υπουργείου Γεωργίας και αφού έκανε φασαρία, εκτέλεσε εν ψυχρώ δύο υπαλλήλους.
Συνελήφθη, παραπέμφθηκε σε δίκη και εν τέλει καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Αρχικά μεταφέρθηκε στις φυλακές της Αίγινας, όπου εξέτυσε τα πρώτα χρόνια της ποινής του.
Κατά το διάστημα εκείνο, έγραψε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο με τίτλο «Το έγκλημα ενός δασοφύλακος». Ο Μαρίνος ένιωθε αδικημένος και δεν έπαυε να παλεύει με κάθε μέσο για να πετύχει μείωση της ποινής του. Έστελνε γράμματα σε εφημερίδες, δικηγόρους και συντοπίτες πολιτικούς.
Ένας από αυτούς ήταν ο Λάμπρος Ευταξίας.

Η φωτογραφία του Παναγιώτη Μαρίνου που κυκλοφορούσε στις εφημερίδες.

Ο 30χρονος Ευταξίας, παρά το νεαρό της ηλικίας του, διένυε την τρίτη βουλευτική του θητεία στην εκλογική περιφέρεια του νομού Φθιώτιδας.
Οι επανειλημμένες εκκλήσεις του συμπατριώτη του από τις φυλακές, του τράβηξαν την προσοχή. Έτσι, αποφάσισε να επισκεφθεί τον Μαρίνο.
Αφού συνομίλησε μαζί του, λέγεται ότι ο βουλευτής διαμεσολάβησε προκειμένου ο ισοβίτης να μεταφερθεί στην Αθήνα. Μάλιστα, η επικοινωνία τους συνεχίστηκε και μετά τη μεταφορά του. Ο Μαρίνος του διηγούταν τα δύσκολα χρόνια στο χωριό, την οικογένεια που είχε αφήσει πίσω, τα μοιραία λάθη που τον οδήγησαν στο φόνο.
Τα λόγια του εγκληματία έπεισαν τον Ευταξία, ο οποίος σιγά σιγά άρχισε να τον εμπιστεύεται και να τον συμπονά.
Στις 16 Απριλίου του 1936, αποφάσισε να τον επισκεφθεί για ακόμη μία φορά στις φυλακές Συγγρού.

Κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου οι δύο άντρες βρίσκονταν μόνοι στο δωμάτιο.
Τότε ο Μαρίνος αιφνιδίασε τον βουλευτή με ένα περίστροφο που είχε κρυμμένο στο μανίκι του. Υπό την απειλή του όπλου τον ακινητοποίησε, απέσπασε τα κλειδιά από το φρουρό και κλειδώθηκε στο μικρό κελί. Έπειτα πρόσταξε τον φύλακα να φωνάξει τον διευθυντή τον φυλακών.
Το σχέδιο ήταν προμελετημένο και ο Μαρίνος ήξερε ακριβώς τι έκανε. Περίμενε να φτάσει ο διευθυντής στο κελί του και μόνο τότε ανακοίνωσε τα αιτήματά του. Αν αυτά δεν εκπληρώνονταν, θα σκότωνε τον βουλευτή και ύστερα θα αυτοκτονούσε κι ο ίδιος.

Ο Λάμπρος Ευταξίας γεννημένος το 1905, ήταν γιος του διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας.

«Δώστε του τη χάρη να τελειώσει η τραγωδία μου»

Τα αιτήματά του εγκληματία ήταν δύο. Να του δοθεί χάρις και να του προσκομιστεί το πρωτότυπο του διατάγματος, υπογεγραμμένο από τον βασιλιά, καθώς και το φύλλο της «Εφημερίδας της Κυβερνήσεως», στο οποίο θα δημοσιευόταν η απονομή.
Μάλιστα, ξεκαθάρισε ότι η χάρις δεν θα περιελάμβανε μόνο το αρχικό έγκλημα, αλλά και αυτό της ομηρίας και του εκβιασμού που διέπραττε εκείνη τη στιγμή.

Η πρώτη σκέψη του διευθυντή ήταν να ρωτήσει αν υπήρχε «κανείς επιδέξιος σκοπευτής ικανός να φονεύσει τον Μαρίνον χωρίς να διακινδυνεύση ο κ. Ευταξίας». Η απάντηση ήταν αρνητική. Το σχέδιο ήταν πολύ ριψοκίνδυνο και δεν υπήρχε τρόπος να εξασφαλιστεί η σωματική ακεραιότητα του βουλευτή. Αν ο θάνατος του ισοβίτη δεν ήταν ακαριαίος, θα είχε χρόνο να στρέψει το όπλο εναντίον του Λάμπρου Ευταξία και να τον σκοτώσει.
Έπειτα, αναζήτησε κάποιον έμπειρο φαρμακοποιό με τη σκέψη να ρίξει δηλητήριο στο νερό του Μαρίνου. Το άλλο ενδεχόμενο ήταν να ριφθούν ασφυξιογόνα αέρια μέσα στο δωμάτιο έτσι ώστε να τους ναρκώσουν και τους δύο. Όμως και τα σχέδια αυτά εγκαταλείφθηκαν σύντομα καθώς ήταν εξίσου ριψοκίνδυνα.

Οι ώρες περνούσαν και λύση δεν δινόταν.
Στις 3 το μεσημέρι, ο διευθυντής των φυλακών Συγγρού ενημέρωσε επίσημα το υπουργείο Δικαιοσύνης.
Επικράτησε αναβρασμός.
Τις επόμενες ώρες μετέβησαν στο κτίριο των φυλακών, ο ίδιος ο υπουργός, ο εισαγγελέας, ο προσωπάρχης του υπουργείου Στρατιωτικών καθώς και πλήθος πολιτικών προσώπων, φίλων και συγγενών του Ευταξία.
Ο Μαρίνος μίλησε αυτοπροσώπως με τον υπουργό και τον εισαγγελέα και τους επανέλαβε τα αιτήματά του. Εκεί βρισκόταν και ο πρώην υπουργός Παιδείας και μέλος του Λαϊκού Κόμματος, Δημήτριος Χατζίσκος, ο οποίος προσπάθησε να ηρεμήσει τον εγκληματία.
Τότε, όπως μετέδιδε η εφημερίδα «Ακρόπολις», ακούστηκε από το βάθος η απεγνωσμένη φωνή του Ευταξία:
«Χατζίσκο, να δωθεί η χάρη μια ώρα αρχύτερα! Να τελειώσει η τραγωδία μου!»

Ακολούθησε μία έκτακτη σύσκεψη στα γραφεία των φυλακών, κατά την οποία έγινε η επίσημη επικήρυξη του Μαρίνου και αποφασίστηκε ότι σε περίπτωση ανάγκης, ο φόνος του θα ήταν νόμιμος.
Ωστόσο, ακόμη δεν είχαν καταφέρει να βρουν πώς θα τον σκότωναν χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του ομήρου του.

Η διαφύλαξη του κύρους του κράτους

Το θέμα δεν άργησε να φτάσει μέχρι τους ανώτατους «άρχοντες» του κράτους, τον βασιλιά και τον πρωθυπουργό.
Η απάντηση του Γεώργιου Β’ ήταν ρητή και γρήγορα έγινε γνωστή στον τύπο.
«Ο βασιλιάς δεν εδέχθη να δώση χάριν θεωρών ανώτερον το κύρος του κράτους από οιονδήποτε πολίτην», μετέδιδαν οι εφημερίδες.
Παράλληλα, οι συσκέψεις στο σπίτι του Ιωάννη Μεταξά διαδέχονταν η μία την άλλη.
Ο πρωθυπουργός ήταν σύμφωνος με την απονομή χάριτος, όμως χωρίς την συναίνεση του βασιλιά το ενδεχόμενο αυτό αποκλειόταν.
Η μόνη λύση ήταν να επιστρατευτούν οι εμπειρότεροι του στρατού και της αστυνομίας προκειμένου να οργανωθεί στην εντέλεια ο φόνος του Μαρίνου. Ένας από αυτούς ήταν ο Ευάγγελος Δενδρινός, σωματοφύλακας του Μεταξά και ένας από τους καλύτερους σκοπευτές στην Ελλάδα.

Μία κινηματογραφική επιχείρηση εκτέλεσης

Αφού μελετήθηκε αναλυτικά το σχέδιο εξόντωσης, όλοι οι συμμετέχοντες έσπευσαν στις θέσεις τους. Ο Δενδρινός κατευθύνθηκε στον προαύλιο χώρο, ενώ έξω από την πόρτα του κελιού βρίσκονταν σε ετοιμότητα τρεις πάνοπλοι αστυνομικοί.
Ο σκοπευτής ανέβηκε στο περβάζι του κελιού και περίμενε το σινιάλο.
Μόλις δόθηκε, πυροβόλησε τον Μαρίνο από το άνοιγμα του παραθύρου, την ίδια ώρα που οι άλλοι τρεις έσπαγαν την πόρτα και έμπαιναν μέσα, ρίχνοντας σχεδόν στα τυφλά.
Ο εγκληματίας πρόλαβε να πυροβολήσει τρεις φορές, δύο κατά των φυλάκων και μία κατά του Ευταξία. Έπειτα σωριάστηκε νεκρός από τα πυρά. Συνολικά βρέθηκαν 23 σφαίρες διάσπαρτες μέσα στο δωμάτιο, άλλες 6 πάνω στο σώμα του Μαρίνου, ενώ μία είχε σταματήσει στο κόκκαλο των κροτάφων του Ευταξία.

Στο σημείο μετέβη ιατροδικαστής για να εξετάσει το πτώμα Μαρίνου, ενώ ο Λάμπρος Ευταξίας μεταφέρθηκε άμεσα στον Ευαγγελισμό. Εκεί διαπιστώθηκε ότι τα τραύματά του ήταν μόνο επιφανειακά κι έτσι τρεις μέρες αργότερα πήρε εξιτήριο πλήρως υγιής. Ωστόσο, η ακτινογραφία έδειξε κάτι απρόσμενο. Η σφαίρα στον κρόταφο του Ευταξία δεν προερχόταν από το περίστροφο του Μαρίνου αλλά ήταν βλήμα από όπλο αστυνομικού που πιθανώς εξοστρακίστηκε.

Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, κρίθηκαν υπαίτιοι για το συμβάν ο διευθυντής των φυλακών Συγγρού, που απολύθηκε, καθώς και ο θυρωρός και ο αρχιφύλακας της βάρδιας που δεν κατάλαβαν ότι ο αδερφός του Παναγιώτη Μαρίνου είχε μεταφέρει μέσα στις φυλακές το μοιραίο περίστροφο.
Με τη σειρά του, ο Χριστόφορος Μαρίνος, αδελφός του εγκληματία, δικάστηκε τον Ιανουάριο του 1937, με την κατηγορία της συνέργειας σε απόπειρα φόνου. Η ποινή που του επέβαλε το δικαστήριο ήταν κάθειρξη 10 ετών και ενός μηνός.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: «Ρε εγώ τουφεκάω δέκα σαν κι εσένα την ημέρα». Το άγριο επεισόδιο μεταξύ Καραμανλή – Ωνάση παραμονές εκλογών. Οι φήμες για χειροδικία και η αντίδραση του μεγιστάνα 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here