4 Νοεμβρίου 2000. Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης βρισκόταν στο Καλπάκι Ιωαννίνων, όταν τα γεγονότα τον αιφνιδίασαν. Από το μικρό χωριό έκανε έκτακτες δηλώσεις για μια λεωφοροπειρατεία που ήταν σε εξέλιξη.

«Έχω δώσει τις κατάλληλες εντολές. Προσπάθεια όλων μας είναι να διασωθεί η ζωή των ομήρων και να κλείσουμε την υπόθεση με το καλύτερο αποτέλεσμα. Οι ενέργειες της Αστυνομίας θα είναι θετικές και σύντομες». Ωστόσο, ο απαγωγέας δε δεχόταν να διαπραγματευτεί με τους έμπειρους αστυνομικούς. Οι διαπραγματεύσεις έγιναν με έναν δημοσιογράφο. Την ίδια στιγμή, όλη η Ελλάδα παρακολουθούσε σε απ’ ευθείας σύνδεση την κινηματογραφική καταδίωξη. Οι ζωές 33 Ιαπώνων τουριστών βρίσκονταν στα χέρια των τηλεοπτικών πάνελ.

Γελοιογραφία από εφημερίδα της εποχής.

«Ήθελε να τον φωνάζουμε παράξενο»

Ο 48χρονος φανοποιός Χρήστος Κεντήρας Αυτοαποκαλούταν «ο παράξενος».

Ο Χρήστος Κεντήρας ήταν ένας 48χρονος φανοποιός με καταγωγή από τη Νίκαια. Τα τελευταία 25 χρόνια είχε εγκατασταθεί μόνιμα μαζί με τη σύζυγο και το γιο του στην Τακτικούπολη Τροιζηνίας, ένα μικρό χωριό 200 κατοίκων απέναντι από τον Πόρο.

Αν και ο χαρακτήρας του ήταν από πάντα ιδιόρρυθμος, τον τελευταίο καιρό οι διενέξεις με τους γύρω του είχαν ενταθεί. Είχε τσακωθεί με το γιο του, είχε έρθει σε ρήξη με όλους τους συγγενείς, ενώ με τη γυναίκα του βρισκόταν σε διάσταση κι έμεναν χωριστά. Έξω από το φανοποιείο που διατηρούσε στην Τακτικούπολη είχε κρεμάσει μία ταμπέλα με την οποία αυτοαποκαλούταν «ο παράξενος».

Το τελευταίο διάστημα, όμως, ήταν πιο ανήσυχος από ποτέ. Υποψιαζόταν ότι η σύζυγός του είχε εραστή και η μητέρα της την κάλυπτε. Είχε προσλάβει ακόμα και ντετέκτιβ προκειμένου να υποκλέψει τις τηλεφωνικές της συνομιλίες και να επιβεβαιώσει τους φόβους του. Όπως δήλωναν οι συγχωριανοί του, εκ των υστέρων, ήταν φανερό ότι αντιμετώπιζε έντονα ψυχολογικά προβλήματα και μεταπτώσεις στην συμπεριφορά του. Όμως, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτό που επρόκειτο να συμβεί.

Δολοφόνος, εμπρηστής και απαγωγέας

Ξημέρωνε Σάββατο 4 Νοεμβρίου του 2000. Η ώρα ήταν 7 και ο 48χρονος Κεντήρας είχε ήδη βγει από το σπίτι του. Η κυνηγετική καραμπίνα που κουβαλούσε παραμάσχαλα φανέρωνε ότι εκείνο το πρωί δεν θα πήγαινε στο φανοποιείο του, όπως συνήθως. Δεν θα πήγαινε, όμως, ούτε για κυνήγι. Κατευθυνόταν στο σπίτι της πεθεράς του. Η ανυποψίαστη 77χρονη του άνοιξε την πόρτα. Τότε, ο Κεντήρας την πυροβόλησε τρεις φορές και την σκότωσε επί τόπου. Ύστερα, κατευθύνθηκε στην κοντινή πόλη του Γαλατά. Εκεί, με πανομοιότυπο τρόπο, δολοφόνησε και τον φερόμενο ως εραστή της γυναίκας του.

Σε κατάσταση αμόκ, μπήκε στο αυτοκίνητό του και άρχισε και πάλι να οδηγεί με κατεύθυνση την Κόρινθο. Στις 9:30 σταμάτησε έξω από τη Μονή Αγνούντος στην Επίδαυρο. Βγήκε από το όχημα και το περιέλουσε με βενζίνη. Ύστερα του έβαλε φωτιά. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, δεν ήθελε το αυτοκίνητο να έρθει στα χέρια του γιου του, μετά την σύλληψή του.

Την ίδια ώρα, ένα λεωφορείο της Panolympia Express πλησίαζε στο σημείο. Ο Κεντήρας του έκλεισε το δρόμο, επιβιβάστηκε σε αυτό και υπό την απειλή της καραμπίνας ανάγκασε τον οδηγό να κάνει αναστροφή. Επιβάτες του πούλμαν ήταν ένα γκρουπ 33 Ιαπώνων τουριστών – οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν ηλικίας 60-70 ετών – μαζί με έναν Έλληνα ξεναγό. Όπως ήταν αναμενόμενο επικράτησε πανικός. Ο οδηγός προσπάθησε να μείνει ψύχραιμος και να ακολουθήσει κατά γράμμα τις εντολές του 48χρονου απαγωγέα. Έτσι, άρχισαν να κατευθύνονται προς Αθήνα.

Η κινηματογραφική καταδίωξη

Η αστυνομία δεν άργησε να ενημερωθεί για τη λεωφορειοπειρατεία. Άλλωστε, ένα χρόνο νωρίτερα είχε προηγηθεί η τραγική πρώτη λεωφορειοπειρατεία στη Θεσσαλονίκη και κανείς δεν ήθελε να θρηνήσει άλλα θύματα.

Η αυτοκινητοπομπή βρισκόταν συνεχώς σε απευθείας σύνδεση.

Πριν το λεωφορείο φτάσει στον Ισθμό, είχε ήδη περικυκλωθεί από περιπολικά. Ωστόσο, οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να επέμβουν καθώς ο δράστης κρατούσε 35 ανθρώπους ως όμηρους. Πριν από τα διόδια της Ελευσίνας, ο Κεντήρας διέταξε τον οδηγό να κάνει για ακόμη μια φορά αναστροφή υπό το φόβο ότι θα έπεφταν σε μπλόκο. Έτσι, το λεωφορείο και μαζί του όλα τα περιπολικά πήραν ξανά το δρόμο της επιστροφής.

Οι διαπραγματεύσεις με τον Μάκη

Ανάμεσα στην αυτοκινητοπομπή βρισκόταν κι ένα όχημα που μετέφερε τον επικεφαλής της αστυνομίας μαζί με έναν ειδικευμένο ψυχίατρο που θα βοηθούσε στη διαπραγμάτευση. Ο Χρήστος Κεντήρας, όμως, είχε άλλα σχέδια. Δεν σκόπευε να συνομιλήσει με τις αρχές. Ήθελε να βγει στην τηλεόραση για να «αποκαταστήσει την τιμή του» δημόσια. Μετά από μερικές αποτυχημένες απόπειρες να μιλήσει με δημοσιογράφους κι ενώ το πούλμαν πλησίαζε την Επίδαυρο, ήρθε τελικά σε επαφή με τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο.

Ο δημοσιογράφος, που βρισκόταν στο Αίγιο, άρχισε κατευθείαν τις συνεννοήσεις με τον απαγωγέα, δίχως να ενημερώσει τις αρχές. Τον έπεισε, μάλιστα, να συναντηθούν στην Κόρινθο προκειμένου ο Κεντήρας να δώσει τη συνέντευξη που ήθελε. Η εξέλιξη αυτή άλλαξε τελείως τα σχέδια της αστυνομίας, η οποία είχε ήδη στήσει επιχείρηση στον Γαλατά Τροιζηνίας και περίμενε τον 48χρονο. Ο δημοσιογράφος αφού έκλεισε το «ραντεβού» με τον δράστη, ειδοποίησε τους αστυνομικούς τι επρόκειτο να συμβεί. Ο διοικητής της αστυνομίας θεώρησε ότι η μόνη λύση ήταν να συνεργαστούν. Έτσι, ο Τριανταφυλλόπουλος επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο που βρίσκονταν ο επικεφαλής της επιχείρησης και ο ειδικός ψυχίατρος.

Ταυτόχρονα, η είδηση της απαγωγής των τουριστών είχε φτάσει, όχι μόνο στα ελληνικά, αλλά και στα διεθνή ΜΜΕ. Τα κανάλια έπαιζαν εικόνες από την αυτοκινητοπομπή, η οποία πλησίαζε την πρωτεύουσα. Το απίστευτο θρίλερ είχε γίνει πρώτο θέμα και οι τηλεοράσεις μετέδιδαν λεπτό προς λεπτό τις εξελίξεις.

Η υπόκλιση στους τουρίστες

Το σημείο συνάντησης άλλαξε και πλέον το λεωφορείο κατευθυνόταν στα γραφεία του τηλεοπτικού σταθμού όπου εργαζόταν ο δημοσιογράφος. Με τη βοήθεια των διαπραγματευτών της αστυνομίας, ο Κεντήρας είχε δεχθεί να ελευθερώσει τους ομήρους υπό τον όρο να μιλούσε με τον Τριανταφυλλόπουλο. Εν τω μεταξύ, η κατάσταση μέσα στο πούλμαν ήταν πολύ πιο ήρεμη από ό,τι θα περίμενε κανείς.

Αστυνομικοί στο παράθυρο του 7ου ορόφου της ΓΑΔΑ, απ’ όπου πήδηξε ο Χρήστος Κεντήρας.

«Οι τουρίστες στην αρχή ήταν φοβισμένοι, αλλά μετά σιγά σιγά άρχισαν να χαλαρώνουν. Ήταν άψογοι, δεν κουνήθηκαν από τις θέσεις τους. Όταν μάλιστα σταματήσαμε έξω από το κανάλι και ο δράστης μου έδωσε την καραμπίνα, γύρισε προς τους επιβάτες και υποκλίθηκε. Εκείνοι με τη σειρά τους άρχισαν να τον χειροκροτούν». Έτσι περιέγραψε αργότερα τις τελευταίες στιγμές της περιπέτειάς τους ο ήρωας οδηγός, Γεώργιος Τσάκωνας.

Πράγματι, έξω από το κτίριο του τηλεοπτικού σταθμού, το πούλμαν σταμάτησε και ο 48χρονος απαγωγέας αποβιβάστηκε άοπλος. Οι αστυνομικοί τήρησαν την υπόσχεσή τους και τον άφησαν να μιλήσει με τον Τριανταφυλλόπουλο. Ύστερα τον μετέφεραν στα Γραφεία της Ασφάλειας Αττικής, όπου τον ανέκριναν. Την επόμενη μέρα και αφού ο δράστης είχε εξεταστεί, έπρεπε να ακολουθήσει η διαδικασία των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Έτσι, ο Κεντήρας οδηγήθηκε στη Γ.Α.Δ.Α.

Ήταν 8:40 το πρωί και ο 48χρονος φανοποιός με τη συνοδεία αστυνομικών ανέβηκε στον έβδομο όροφο του κτιρίου. Σε μία στιγμή απροσεξίας τους, ο δράστης ξέφυγε από τους αστυνομικούς που τον κρατούσαν και άρχισε να τρέχει προς το μεγάλο παράθυρο του ορόφου. Ο Χρήστος Κεντήρας ήταν αποφασισμένος. Δίχως να το σκεφτεί, άνοιξε το τζάμι και πήδηξε στο κενό. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος.

Τα ΜΜΕ, που παρακολουθούσαν συνεχώς το θέμα, μετέδωσαν άμεσα την είδηση του θανάτου του. Ένας από τους Ιάπωνες ομήρους, που μιλούσε ελληνικά, έκανε δηλώσεις στις κάμερες.

«Δύο από τους συνεπιβάτες μου μού είπαν ότι λυπήθηκαν. Δεν ήταν τόσο κακός ο άνθρωπος. Κατεβαίνοντας μας είπε: «σας ταλαιπώρησα, συγγνώμη» και έφυγε».

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Η πρώτη λεωφοροπειρατεία στην Ελλάδα από έναν Αλβανό. Ο απαγωγέας και ένας Έλληνας όμηρος σκοτώθηκαν από την αλβανική αστυνομία, που έδειξε εγκληματική ανικανότητα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here