21 Μαΐου 1830. Ο Λεοπόλδος της Σαξονίας στέλνει επίσημη επιστολή με την οποία γνωστοποιεί στον ελληνικό λαό την παραίτησή του από το θρόνο, παρότι αρχικά είχε δεχθεί την πρόταση να στεφθεί ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας.
Στη θέση του, δύο χρόνια αργότερα ήρθε ο 17χρονος Όθωνας. Αλλά και ο Λεοπόλδος δεν χάθηκε.
Πριν ο Όθωνας πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα αυτός είχε γίνει ο πρώτος Βασιλιάς του Βελγίου
και η δυναστεία του παραμένει στο θρόνο ακόμη.

Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου ήταν η πρώτη επίσημη, διεθνής διπλωματική πράξη που αναγνώριζε την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος. Με την υπογραφή του, στις 3 Φεβρουαρίου του 1830, ο Ιωάννης Καποδίστριας τέθηκε κυβερνήτης της χώρας, ενώ ως επίσημο πολίτευμα ορίστηκε η μοναρχία.
Ωστόσο, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Επανάστασης, στους κόλπους των Μεγάλων Δυνάμεων είχε ξεκινήσει μία πυρετώδης αναζήτηση για το ποιος θα ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας.
Ο επικρατέστερος υποψήφιος για το αξίωμα ήταν ο βαυαρός Λεοπόλδος της Σαξονίας-Κόμπουρκ, γιος του δούκα Φραγκίσκου της Σαξονίας-Κόμπουρκ-Ζάαλφελτ.
Αν και στο τραπέζι είχαν πέσει πολλά ονόματα επιφανών ευρωπαίων αριστοκρατών, ο Λεοπόλδος ήταν το μοναδικό πρόσωπο στο οποίο συνέκλιναν όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις. Ακόμα και ο Καποδίστριας έτρεφε συμπάθεια προς τον βαυαρό. Οι δυο τους είχαν συναντηθεί αρκετές φορές σε ταξίδια του Έλληνα κυβερνήτη ανά την Ευρώπη και μεταξύ τους επικρατούσε ένα κλίμα αμοιβαίας εκτίμησης.
Ωστόσο, όταν ο Λεοπόλδος προτάθηκε για βασιλιάς της Ελλάδας, ο Καποδίστριας έβαλε στην άκρη τα προσωπικά υποκειμενικά κριτήρια και ενημέρωσε ευθέως τόσο τον Βαυαρό, όσο και τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η στάση που θα κρατούσε απέναντί του θα εξαρτώταν από τις θέσεις που θα εξέφραζε για τα εδαφικά συμφέροντα της χώρας.

Ο Λεοπόλδος γεννήθηκε το 1790 στο δουκάτο της Σαξονίας. Wikimedia Commons

Την εποχή εκείνη, ο καθορισμός των συνόρων και η προσάρτηση όλων των επαναστατημένων περιοχών στο νεοσύστατο κράτος ήταν το πιο φλέγον ζήτημα στην χώρα. Ο Καποδίστριας τον συμβούλευσε να απαιτήσει τα Επτάνησα και την Κρήτη για την συνολική ευημερία και προστασία του νέου κράτους. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν είχαν καμία τέτοια διάθεση. Συγχρόνως ο δεκαετής αγώνας είχε εξαθλιώσει το λαό, τόσο οικονομικά, όσο και σωματικά.
Στην ελληνική κοινωνία κυριαρχούσε η φτώχεια και ένα γενικευμένο αίσθημα αδικίας.

Αυτή ακριβώς ήταν η κατάσταση που περιέγραψε ο Καποδίστριας στις πολλαπλές επιστολές που αντάλλασσε με τον Λεοπόλδο. Ο Βαυαρός εμπιστευόταν την κρίση του Έλληνα, που είχε μεγαλύτερη εμπειρία από αυτόν και γνώριζε καλά ότι το έργο του θα ήταν δύσκολο αν αποδεχόταν το θρόνο. Έπρεπε, μάλιστα, να απαρνηθεί την αγγλική υπηκοότητα, καθώς το 1816, είχε παντρευτεί την κόρη του Βασιλιά του Ηνωμένου Βασιλείου, Καρλότα. Αν και η σύζυγός του πέθανε ένα χρόνο μετά το γάμος τους στον τοκετό διατηρούσε τα προνόμιά του.
Το ρίσκο ήταν μεγάλο καθώς θα έχανε μια άνετη ζωή και θα αναλάμβανε τα ηνία μιας χώρας με ανύπαρκτη οικονομία και πολύ διαφορετικές συνθήκες ζωής. Ωστόσο, ήταν αποφασισμένος να πάρει το ρίσκο. Ήξερε ότι η ευκαιρία να γίνει βασιλιάς ενός ανεξάρτητου κράτους πιθανότατα δεν θα του ξαναπαρουσιαζόταν. Είχε ήδη πατήσει τα 40 και ήταν ο τρίτος γιος του δούκα Φραγκίσκου, πράγμα που ουσιαστικά τον απέκλειε από οποιοδήποτε σενάριο διαδοχής.
Εκτός αυτού όμως, φαίνεται ότι οι βλέψεις του να καθίσει στον ελληνικό θρόνο υποκινούνταν και από τα ανθρωπιστικά του αισθήματα.
«Θέλω να κάνω καλό σε μία χώρα που έχει ανάγκη από τεράστια έργα ανοικοδόμησης προκειμένου να επανέλθει στο πώς ήταν ακόμα και στα χρόνια του Μεσαίωνα», έγραφε στις επιστολές του.
Έτσι, στις 20 Φεβρουαρίου του 1830, δύο βδομάδες μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας, ο Λεοπόλδος αποδέχθηκε το θρόνο.

Παρόλα αυτά, η κατάσταση που του περιέγραφε ο Καποδίστριας στις επιστολές διαρκώς επιδεινωνόταν. Επιπλέον, είχε αντιληφθεί ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά να βοηθήσουν τον ελληνικό λαό να ορθοποδήσει και να διεκδικήσει τα εδάφη που του αναλογούσαν. Έβλεπε ότι η στάση τους διαμορφωνόταν αποκλειστικά βάσει των δικών τους συμφερόντων. Έτσι, όσο πλησίαζε η ώρα της επίσημης στέψης, οι αμφιβολίες του όλο και εντείνονταν.

Την άνοιξη του 1830, μετά την άρνηση των Ευρωπαίων να βοηθήσουν οικονομικά τον ελληνικό αγώνα, πήρε την οριστική απόφαση. Στην επίσημη επιστολή παραίτησης, που απέστειλε στις 21 Μαΐου ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Δε συνάδει με το χαρακτήρα και τα αισθήματά μου να τεθώ επιβλητικά σε λαό που δε με θέλει και που θα με συνδέει συνειρμικά με τα αλύτρωτα εδάφη. Εφόσον δεν μπορώ να εγγυηθώ στους Έλληνες την ασφάλεια των εδαφών τους και την εγκαθίδρυση της ανεξαρτησίας σε μία μόνιμη και αξιοπρεπή βάση, δεν μπορώ να αποδεχθώ το θρόνο».

Ένα χρόνο αργότερα, ο Λεοπόλδος τελικά στέφθηκε πρώτος βασιλιάς του νεοσύστατου Βελγίου.
Από την άλλη, στην Ελλάδα ο πρώτος βασιλιάς ήρθε δύο χρόνια αργότερα. Το 1932 οι Ευρωπαίοι έδωσαν το θρόνο στον 17χρονο Όθωνα που ήταν ανέτοιμος να βασιλεύσει, πόσο μάλλον σε μια χώρα που είχε μόνο προβλήματα, εκτός από ένα, που έλυνε σταδιακά με τους αγώνες της. Δεν ήταν υπόδουλη.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikipedia

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Η μέρα που ο Όθωνας αναγκάστηκε να βγει στο παράθυρο για να αντιμετωπίσει τους επαναστατημένους Έλληνες. Ήταν 3 Σεπτεμβρίου 1843 και ο λαός απαιτούσε Σύνταγμα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here