γράφει ο Ιστορικός Ερευνητής Αναστάσιος-Σπυρίδων Μαλεσιάδας

Καμία ανθρώπινη πτυχή δε μένει ανεπηρέαστη από τις φλόγες του πολέμου. Σε υλικό και πνευματικό επίπεδο, η συντριπτική δύναμη και το μέγεθος της καταστροφής, του πόνου και του ψυχικού πάθους διαμορφώνει και διαπλάθει τους χαρακτήρες.

Το καλοκαίρι του 1941, η Σοβιετική Ένωση έφτασε στα πρόθυρα της καταστροφής. Η πανίσχυρη Wehrmacht στις 22 Ιουνίου εισέβαλε στα εδάφη της και τίποτα δεν φαινόταν ικανό να τη σταματήσει. Εκατομμύρια άνδρες του «Κόκκινου Στρατού» βρέθηκαν περικυκλωμένοι, νεκροί, τραυματίες ή αιχμάλωτοι.
Την ίδια στιγμή, ακόμα περισσότεροι Σοβιετικοί κατέκλυζαν τα στρατολογικά γραφεία για να καταταχθούν. Μέσα σε αυτούς και ο Κονσταντίν Σιμόνοφ που ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του καθήκοντος, όπως πολλοί άλλοι άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων, ξεκίνησε τον δικό του αγώνα μέσα στο ευρύτερο κλίμα της σύγκρουσης.

O Σομόνοφ με τη γυναίκα του

Το ποίημα του Κονσταντίν Σιμόνοφ «Να με προσμένεις» (στα ρωσικά γράφεται «Жди меня») γράφτηκε όταν ο ποιητής, μετέβη ως πολεμικός ανταποκριτής στο μέτωπο, όπου και παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Εξαιτίας της ραγδαίας προέλασης των γερμανικών δυνάμεων στη ρωσική ενδοχώρα, το τρένο σταμάτησε το δρομολόγιο και τον άφησε σε περιοχή που βαλλόταν ανηλεώς από τις γερμανικές δυνάμεις.

Έτσι, ο Σιμόνοφ βρέθηκε μέσα στη θλίψη και την απόγνωση. Μόνη του σκέψη και ελπίδα σε εκείνους τους χαλεπούς καιρούς ήταν η γυναίκα που αγαπούσε, η Βαλεντίνα Σέροβα, την οποία και παντρεύτηκε το 1943. Σε εκείνη αφιέρωσε το ποίημα.

Το ποίημα εξέφρασε κάθε σοβιετικό στρατιώτη με τη βαθιά συναισθηματική κατάσταση που μόνο η λεπτή γραμμή που διαχώριζε τη ζωή από τον θάνατο, μπορούσε να εξηγήσει. Οι  στρατιώτες του μετώπου, είχαν, μαζί με τις φωτογραφίες των αγαπημένων τους γυναικών, τυπωμένο το ποίημα, ως ένδειξη της επιθυμίας τους να επιστρέψουν πίσω σε εκείνες και ως απόδειξη της αφοσίωσής τους στην αγάπη τους. Πίστευαν πως η αγάπη των οικείων τους θα τους προστατέψει και πως θα τους δουν ξανά.

~ Να με προσμένεις ~

Να με προσμένεις, θα ‘ρθω ξανά!
Με ό,τι έχεις μέσα σου, να περιμένεις,
στη θλιβερή κίτρινη βροχή, να με προσμένεις
όταν οι άλλοι λένε, μην προσμένεις πια!
Όταν το χιόνι πέφτει γοργά,
τα καλοκαίρια γίνονται καυτά,
όταν το χθες είναι πλέον παρελθόν
όταν η λήθη έλθει τ’ αλλονών·
να περιμένεις, όταν απ’ το μέρος το μακρινό
γράμμα δεν θα φτάσει,
και όταν όλοι αυτοί που μαζί σου καρτερούν
δε μ’ έχουν ζωντανό.

Να με προσμένεις, θα ‘ρθω ξανά!
Με υπομονή, να καρτεράς,
όταν οι άλλοι λεν ‘ συνειδητά
ν’ αρχίσεις να ξεχνάς!
Και όταν οι αγαπημένοι μου σου πουν
πως έχω πια χαθεί
και οι φίλοι μου ακόμη αποκαρτερούν
κάτσε ν’ αναλογιστείς…
ένα πικρόπιοτο κρασί σου πουν να πιείς
– για τον νεκρό μας φίλο!
Καρτέρα! Τούτο το ποτήρι μην το πιείς
περίμενε με ζήλο!

Να με προσμένεις, θα ‘ρθω ξανά!
Κάθε μοίρας, γλιστρώντας
«τι τυχερός αυτός!» θα πουν
εκείνοι που δεν περίμεναν, ξεχνώντας.
Πως μες στης μάχης την κλαγγή,
αγαπημένη, περιμένοντάς με ‘συ!
έσωσες τη ζωή μου.
Θα το ξέρουμε μόνο εγώ και εσύ
πως πέρασα απ’ ολ’ αυτά
απλά έχοντας τη προσμονή
εσύ, και άλλος κανείς.

H αρχική φωτογραφία επιχρωματίστηκε  από τον Konstantin Fiev (Russia)

Διαβάστε επίσης: Το πιο διάσημο τραγούδι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που λάτρεψαν οι Γερμανοί. Το αγάπησαν και οι Άγγλοι αν και δεν καταλάβαιναν τα λόγια και το θεώρησαν «λάφυρο πολέμου». Η γερμανίδα ερμηνεύτρια ερωτεύθηκε Εβραίο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here