Ο Κώστας Καρυωτάκης ήταν ένας από τους εκφραστές του αντιβενιζελισμού, την εποχή του εθνικού διχασμού, που οι Έλληνες όχι μόνο είχαν διχαστεί, αλλά ο πολιτικός τους φανατισμός ξεπερνούσε τα όρια του χουλιγκανισμού.
Ο Καρυωτάκης είχε έντονη συμμετοχή στους συνδικαλιστικούς αγώνες, 
όταν η συνδικαλιστική δράση στο δημόσιο προκαλούσε υποβιβασμούς, δυσμενείς μεταθέσεις ακόμη και απολύσεις.

Ο Καρυωτάκης είχε βιώσει αυτή την πλευρά ήδη από το περιβάλλον του πατέρα του, ο οποίος το 1917 απολύθηκε από το δημόσιο ως αντιβενιζελικός. Λίγα χρόνια αργότερα και ο ίδιος μετατέθηκε στην Πρέβεζα, ενώ από το Ιανουάριο του 1928, κατείχε τη θέση του Γενικού Γραμματέα της Ένωσης των Δημοσίων Υπαλλήλων Αθήνας. Η μετάθεσή του είχε πολιτικά αίτια.

Οι αντιβενιζελικοί στήριζαν το βασιλικό θεσμό, διαμαρτύρονταν για την υπονόμευση της παραδοσιακής ζωής και αυτό που θεωρούσαν έκπτωση των ηθών ενώ εναντιώνονταν στον κοσμοπολιτισμό και στη δύναμη του χρήματος, που θεωρούσαν ότι απειλούσαν τον πατριαρχικό τρόπο ζωής και την τιμιότητα του απλού φτωχού λαού.
Ο Καρυωτάκης έγραφε στο ποίημα του «Επρόδωσαν την αρετήν».
Επρόδωσαν την αρετήν κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι
Με χρήμα παίρνεται η καρδιά και αποτιμάται ο φίλος.

Οι μεταθέσεις των αντιβενιζελικών

Ήταν η εποχή που οι δημόσιοι υπάλληλοι ήταν στο έλεος της κάθε κυβέρνησης η οποία ή τους απέλυε ή τους αξιολογούσε χωρίς αντικειμενικά κριτήρια αλλά με βάση την πολιτική τους ταυτότητα.
Ο Καρυωτάκης με την συνδικαλιστική του ιδιότητα έγραφε στην εφημερίδα «Η Ελληνική», στις 8 Φεβρουαρίου 1928, «…Εις την ατμόσφαιραν αυτήν του κομματισμού και της συναλλαγής οι χρηστοί υπάλληλοι ασφυκτιούν […]. Το πνεύμα της εποχής -ύλη και βία- πληροί τους θαλάμους των υπουργείων. Ο είς μετά τον άλλον οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι υποχωρούν ή υποκύπτουν εις την διαφθοράν. Επί νέων βάσεων γίνεται η υπηρεσιακή αγωγή. Οι αφελείς, όσοι επίστευσαν ότι θα εργασθούν τιμίως, με γνώμονα το κοινόν συμφέρον, σύμφωνα με τον όρκον που έδωσαν, πληροφορούνται ότι άλλος είναι ο προορισμός των. Σπασμωδικαί ενέργειαι, αντιφατικαί αποφάσεις, υπό την πίεσιν σήμερον του ενός και αύριον του άλλου ισχυρού, ατελεύτητος σειρά χαριστικών πράξεων του δημοσίου χρήματος, ιδού το σύνηθες περιεχόμενον της κρατικής επιταγής».

Αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα με πιστόλι στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει φορώντας το κουστούμι του, με ψάθινο καπέλο και το χέρι με το πιστόλι στο στήθος.

Η μετάθεση του έγινε την ίδια χρονιά στο πλαίσιο του Νόμου που ψήφισε η κυβέρνηση «περί απεργούντων Δημοσίων Υπαλλήλων». Το 1928 ο Καρυωτάκης μετατέθηκε πρώτα στην Πάτρα και στη συνέχεια στην Πρέβεζα. Την απελπισία του περιέγραψε στο ποίημα «Πρέβεζα».

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»

Ο επαγγελματικός του διωγμός συνοδεύτηκε και από διαδοχικές στερήσεις μισθών από τον προϊστάμενο του υπουργό, Μιχάλη Κύρκο. Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι έπασχε από βαριά κατάθλιψη λόγω της δυσμενούς μετάθεσής του στην Πρέβεζα.
Είχε προηγηθεί και ο καλλιτεχνικός του διωγμός, καθώς το έργο του πολεμήθηκε από κριτικούς και κυρίως από τους Μιλτιάδη Μαλακάση και Βασίλη Ρώτα, που τον κατηγόρησαν ότι δεν βοηθούσε την κοινωνία με την απαισιόδοξη ποίηση του. Οι δύο κριτικοί χρεώνονταν στο βενιζελικό στρατόπεδο.

Πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο Δημοκρατικά Τάγματα, του Ιωάννη Δασκαρόλη, εκδόσεις Παπαζήση

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: «Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουν ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης». Το τελευταίο χειρόγραφο του Κώστα Καρυωτάκη πριν αυτοκτονήσει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here