Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, πλούσιος έμπορος της Πάτρας, υπήρξε με δική του θέληση, έγκλειστος στο Μεσολόγγι κατά τη δεύτερη πολιορκία της πόλης και σκοτώθηκε κατά την Έξοδο.

Στο Μεσολόγγι βρέθηκε ως απεσταλμένος της Διοίκησης από το Ναύπλιο, την οποία δεν έπαψε να βομβαρδίζει με επιστολές για τον επισιτισμό της μαρτυρικής πόλης. Από τις πρώτες επιστολές του στις 30 Ιουνίου 1825 προειδοποιούσε: «Η αμέλεια του να γενή εγκαίρως πρόνοια περί του κατά την γην προπυργίου της Ελλάδος, δεν γνωρίζομεν ποία δεινά επακόλουθα μπορεί να επιφέρη, διότι τα πράγματα έφθασαν εις μίαν ακμήν δυσάρεστον και εγείρουσαν τρόμον και φόβον».
Στην τελευταία του επιστολή προς την κυβέρνηση, στις 23 Μαρτίου 1826 έγραφε: «Το Μεσολόγγι ευρίσκεται εις τον έσχατον κίνδυνον δι’ έλλειψιν τροφής, και οι εν αυτώ έγκλειστοι έφαγαν όλα σχεδόν τα πίτουρα όσα ευρίσκοντο εδώ μέσα, ήρχησαν να τρώγουν και γαϊδούρια, έχουν απόφασιν και ποντικούς και τελευταίον να μακελευτούν με τους εχθρούς παρά να κλίνουν αυχένας εις αυτούς».
Η κατάσταση ξέρουμε ότι ήταν ακόμη χειρότερη απ’ ό,τι την περιγράφει. Στα ενθυμήματα του Κατσομούλη, ο αγωνιστής αφηγείται ένα περιστατικό του οποίου έγινε αυτόπτης μάρτυρας: «Εκείνη την ημέραν ένας Κραβαρίτης έκοψεν κρέας από το μηρί ενός φονευμένου και το έφαγεν».
Η νεκροφαγία στην πολιορκία του Μεσολογγίου δεν παρέχει ένα μονάχα παράδειγμα. Ο στρατηγός Ν. Μακρής, γιος του επίσημου Αγωνιστού της Πολιορκίας, γράφει ότι «πολλοί ευρέθησαν εις την ανάγκη να φάγωσιν ανθρώπινας σάρκας και, ως εδιηγούντο, ελάμβανον το ήπαρ εκ των φονευομένων και όντων κράσεως υγιούς, το ετηγάνιζον με έλαιον και έρριπτον ολίγον ξείδι. Το τοιούτον δε παρασκεύασμα παρείχεν ευάρεστον τροφήν προς τους αγνοούντας την προέλευσίν του, ανεκτήν δε εις τους γνωρίζοντας ταύτην».

Στις 4 Ιανουαρίου 1826, ο Παπαδιαμαντόπουλος στάλθηκε στη Ζάκυνθο από τους προκρίτους του Μεσολογγίου και τη φρουρά για να ζητήσει την αποστολή τροφίμων, «ακόμη και με την υποθήκευση των όπλων των αγωνιστών». Ο Παπαδιαμαντόπουλος έφτασε στο νησί στις 9 Ιανουαρίου, όπου συνάντησε και τη σύζυγό του Ελένη με τα έξι τους παιδιά. Αφού πραγματοποίησε την αποστολή του και παρά τις εκκλήσεις συγγενών και φίλων, επιβιβάστηκε στο πλοιάριο που τον είχε φέρει και επέστρεψε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι.
Λίγο πριν από την έξοδο, παρέδωσε το λευκό του άλογο σε πεινασμένους αγωνιστές, αποκλείοντας έτσι τη μόνη ελπίδα διαφυγής του. Το τέλος του είναι γνωστό.

Απόσπασμα από:1821 Τριπολιτσά-Μεσολόγγι, Πολιορκία και Άλωση μέσα από τις μαρτυρίες ων αγωνιστών: Μέσα από τις μαρτυρίες των αγωνιστών, του Θάνου Μ. Βερέμη. Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: YouTube

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: «Έδωσα τα πάντα για την Ελλάδα, τώρα της δίνω και τη ζωή μου». Ο 36χρονος λόρδος Βύρων πεθαίνει στο Μεσολόγγι, ενώ πολεμούσε για την απελευθέρωση της Ελλάδας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here