του Νικόλα Ζώη
Καθημερινή

Η σχέση των ξένων με το ρεμπέτικο τραγούδι δεν είναι καινούργια υπόθεση. Εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, στη Σουηδία του ’80, όταν το συγκρότημα Athinas κατέγραφε σε κασέτες την αγάπη του για την πρώτη, πιθανότατα, αστική λαϊκή μουσική της Ελλάδας.

Αυτή που κατόπιν θα παιζόταν και από μουσικούς όπως ο Ολλανδός Φρανς ντε Κλερκ και οι Kosmokrators, ο Ιταλός Βινίσιο Καποσέλα ή ο Γερμανός Κρίστιαν Ρόνιγκ και που η απήχησή της θα έφθανε έως την Ιαπωνία. Το 2017 το πράγμα έγινε επίσημο: η Unesco ενέταξε το ρεμπέτικο στον Κατάλογο της Aϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.

Ο Βρετανός Μπρένταν Πέρι είχε ενσωματώσει παγκόσμιες επιρροές στη μουσική παλέτα του ήδη από την εποχή που με την Αυστραλή Λίζα Γκέραρντ είχαν σχηματίσει τους Dead Can Dance και κυκλοφορούσαν δίσκους γεμάτους δυτική ιεροπρέπεια αλλά και μουσικά στοιχεία της Μέσης Ανατολής ή της Αφρικής.

Η πρώτη φορά που ο Μπρένταν Πέρι άκουσε ρεμπέτικο ήταν στη Μελβούρνη το ’70. Wikimedia Commons

Η πρώτη φορά που άκουσε ρεμπέτικα ήταν νωρίτερα, ως μετανάστης στη Μελβούρνη της δεκαετίας του ’70, στα καφέ και στις ταβέρνες της ελληνικής διασποράς. Τότε δεν του έκαναν μεγάλη εντύπωση. Ώσπου άκουσε ηχογραφήσεις της Ρόζας Εσκενάζυ. «Κατάλαβα αμέσως ότι αυτή η μουσική είχε προκύψει από μια μείξη δυτικών και ανατολικών παραδόσεων, σαν να είχε γεννηθεί σε σταυροδρόμι», λέει στην «Κ». «Είχαν μια αίσθηση λαχτάρας και λύπης ταυτόχρονα».

Τα χρόνια πέρασαν, οι Dead Can Dance επισκέφθηκαν αρκετές φορές την Ελλάδα και ο Μπρένταν Πέρι αγάπησε καθετί ελληνικό. Κάποια στιγμή, οι γνώσεις του και η έμπνευσή του ωρίμασαν. Σήμερα έχει έτοιμο έναν προσωπικό δίσκο με ρεμπέτικα (και λίγα λαϊκά) τραγούδια, που θα κυκλοφορήσει επίσημα τον Φεβρουάριο ως αυτοέκδοση, αλλά ήδη ακούγεται στην πλατφόρμα Bandcamp. Ο τίτλος του δίσκου, «Songs of Disenchantment – Music from the Greek Underground». Οι στίχοι του, τραγουδισμένοι στα αγγλικά.

Γιατί στα αγγλικά;
«Ήθελα να μοιραστώ το ρεμπέτικο με ένα κοινό που δεν είναι εξοικειωμένο μαζί του και ίσως δεν γνωρίζει για ποιο πράγμα μιλάει», αποκρίνεται ο Πέρι. Και αν κάποιος «καθαρολόγος» διαμαρτυρηθεί; «Θα του έλεγα ότι η μουσική δεν είναι αυτό που διαφυλάσσουν οι μουσειακές εκθέσεις, αλλά η διαρκώς εξελισσόμενη συνείδηση της ανθρωπότητας που ξεδιπλώνεται μέσω ήχων. Υπήρχαν και στη μεταπολεμική Ιρλανδία τέτοια ζητήματα, όταν οι εθνικιστές ήθελαν να επιβάλουν κανόνες στην ιρλανδική φολκ, με αποτέλεσμα να διακοπεί η εξέλιξή της. Ομως, στα τέλη του ’60 ήρθαν στη χώρα άνθρωποι με όργανα εξωτικά, όπως το μπουζούκι, κάτι που οδήγησε σε μια ιρλανδική εκδοχή του οργάνου και στην αναβίωση της παραδοσιακής μουσικής».

Διαβάστε ακόμα: Γιάννης Παπαϊωάννου. Το προσφυγάκι από την Μικρασία που έγινε δεξιοτέχνης του μπαγλαμά και ψαράς. Παράτησε το ποδόσφαιρο για ένα μαντολίνο. Το άδοξο τέλος σε τροχαίο

Με το «Songs of Disenchantment» δεν στόχευε, λέει, σε άλλη μια πανομοιότυπη εκτέλεση των ρεμπέτικων. Και είναι αλήθεια ότι, ακούγοντας τις αγγλόφωνες εκδοχές τραγουδιών όπως «Μες στης πόλης το χαμάμ» του Ανέστη Δελιά, «Ησουνα ξυπόλυτη» των Τέτου Δημητριάδη και Κώστα Μπέζου, «Κάτω στα λεμονάδικα» του Βαγγέλη Παπάζογλου, «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι» του Βασίλη Τσιτσάνη κ.ά., το ελληνικό αυτί ίσως θεωρήσει το αποτέλεσμα ελαφρώς απόμακρο, αποστειρωμένο. Κυρίως γιατί ο Μπρένταν Πέρι τραγουδάει πάνω στις αυστηρές δυτικές κλίμακες και όχι στους πιο ευέλικτους ρεμπέτικους δρόμους και μακάμ.

Ο Μπρένταν Πέρι σε ζωντανή εμφάνιση το 2013. Wikimedia Commons

«Αρκέστηκα στις βασικές μελωδικές γραμμές, χωρίς να υιοθετήσω μια μελισματική προσέγγιση, γιατί η αγγλική γλώσσα δεν μπορεί δυστυχώς να εκμεταλλευθεί τη χρήση τέτοιων ερμηνευτικών στολιδιών τόσο όμορφα όσο η ελληνική και γιατί ήθελα να προσδώσω στα τραγούδια τη δική μου ερμηνεία», εξηγεί ο μουσικός. «Πείτε το ποιητική αδεία αν θέλετε».

Έστω κι έτσι (ή ακριβώς για αυτό), ο Μπρένταν Πέρι επιχειρεί να διαποτίσει τα ρεμπέτικα με μια μπρεχτική αποστασιοποίηση, ταιριαστή κατά τη γνώμη του με την ατμόσφαιρά τους· τα θέτει ενώπιον ενός νέου καθρέφτη, που αποκαλύπτει πτυχές τους τόσο γνωστές, ώστε μάλλον έχουν ξεχαστεί. Το περιγράφει καλύτερα ο ίδιος όταν διευκρινίζει ότι η λέξη «disenchantment» στον τίτλο του δίσκου –«απογοήτευση» ή «απομάγευση» επί το ελληνικότερον– αναφέρεται στη δυσκολία τού να αντέξεις μια ζωή με βάσανα, πόνο και αβεβαιότητα.

«Είναι κοινό θέμα σε πολλά ρεμπέτικα», καταλήγει. «Ελπίζω ότι το πιο σημαντικό στοιχείο που θα εκφραστεί από αυτά τα τραγούδια είναι η οικουμενικότητα της ανθρώπινης συνθήκης. Είναι τραγούδια που έχουν απήχηση στις ζωές μας, όποιο και αν είναι το πολιτισμικό μας υπόβαθρο».

αρχική εικόνα: Wikimedia Commons

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Τσιτσάνης, Καζαντζίδης, Περπινιάδης, Βοσκόπουλος, επισκεύαζαν μπουζούκια και κιθάρες στον ίδιο μάστορα. Το πιο παλιό οργανοποιείο του Πειραιά συμπληρώνει έναν αιώνα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here