Δεκαετία ’60. Στην οδό Αλιπέδου στον Πειραιά στηνόταν κάθε μέρα και από ένα ρεμπέτικο γλέντι. Ο δρόμος είχε 12 εργαστήρια παραγωγής μουσικών οργάνων. Το ένα δίπλα στο άλλο. Οι τεχνίτες είχαν φτιάξει τη δική τους πιάτσα, γεμάτη μελωδίες και λαϊκές ιστορίες. 

Από το μαγαζί του Σκεντερίδη είχαν περάσει όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής. Έφερναν το πρωί τα όργανα τους και έφευγαν το βράδυ. Μέχρι να ολοκληρωθεί η επισκευή έκαναν παρέα στον τεχνίτη ή έπαιζαν μουσική έξω από το οργανοποιείο. Μπάτης, Τσιτσάνης και Μπέλλου τραγουδούσαν μέχρι να φύγουν.

Οι ρεμπέτες και οι προτιμήσεις τους

Το οργανοποιείο του Σκεντερίδη συμπληρώνει έναν αιώνα στην υπηρεσία της τέχνης.
«Είναι το πιο παλιό της Ελλάδας», λέει ο Μιχάλης Σκεντερίδης που αποτελεί την τρίτη γενιά του μαγαζιού.
Το άνοιξε το 1922 ο παππούς του Μιχαήλ. Πρόσφυγας από την Καισάρεια της Καππαδοκίας έφτασε στον Πειραιά μόνο με μία βαλίτσα. Στη Τουρκία είχε ένα μεγάλο εργοστάσιο.
Στην Ελλάδα όμως δεν μπόρεσε να μεταφέρει ούτε ένα όργανο,αλλά είχε τις γνώσεις και τον όρεξη για νέα αρχή. Ξεκίνησε να κατασκευάζει σάζι και ταμπουράδες. «Αυτά είχαν στην Τουρκία. Τα επόμενα χρόνια συνέχισε με μπουζούκι, λαούτο και ούτι».

οργανοποιός
Ο Mιχάλης Σκεντερίδης αποτελεί την τρίτη γενιά του μαγαζιού

Το 1952 ανέλαβε ο γιος του Στέλιος, που εξέλιξε την επιχείρηση. Έφερε ενισχυτές από την Αμερική, νοίκιασε μικροφωνικές εγκαταστάσεις στα μαγαζιά των ρεμπετών και συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής.
«Ο Τσιτσάνης έφερνε πάντα έφερνε το τρίχορδο μπουζούκι του. Ακόμη και για μία απλή αλλαγή χορδών απευθυνόταν στον πατέρα μου, επειδή ο ίδιος βαριόταν.
Ο Καζαντζίδης είχε φέρει δύο κιθάρες που χρειάζονταν τροποποιήσεις, η μία μάλιστα ήταν χειροποίητη ελληνικής κατασκευής.

Αριστερά: Ο Βαγγέλης Περπινιάδης με το πρώτο του μπουζούκι το οποίο κατασκευάστηκε στο οργανοποιείο του Σκεντερίδη. Δεξιά: Ο οργανοποιός Στέλιος Σκεντερίδης με τον τραγουδιστή Γιάννη Λεμπέση

Ο Βαγγέλης Περπινιάδης ξεκίνησε την καριέρα του με μπουζούκι δικό μας», αφηγείται ο οργανοποιός.
Θυμάται μάλιστα από τις αφηγήσεις του πατέρα του όταν ο Περπινιάδης παραπονέθηκε για ένα άλλο μπουζούκι. «Αυτό είναι για τα σκουπίδια», είχε πει. Δεν ήταν ευχαριστημένος από τον ήχο του και έτσι άφησε το όργανο στο μαγαζί. Ο τεχνίτης υποσχέθηκε ότι θα του φτιάξει τον ήχο την επόμενη ημέρα. Το μόνο που άλλαξε ήταν οι χορδές του. «Αυτή τη φορά ο Περπινιάδης ενθουσιάστηκε. Αυτό είναι διαμάντι», του είπε. «Πολλές φορές ο ήχος είναι θέμα ψυχολογίας», εξηγεί ο τεχνίτης.
Αν και οι χορδές μπορούν να μεταμορφώσουν ένα όργανο. Οι φθηνιάρικες αχρηστεύουν και το καλύτερο όργανο με τον κακό ήχο που βγάζουν.

Aπό το εργαστήρι… ξενύχτι στα μαγαζιά

«Όλοι οι μεγάλοι ρεμπέτες ήταν γνήσιοι άνθρωποι και οι περισσότεροι καλοπληρωτές. Έπρεπε να τους κάνεις τα κέφια, αλλιώς έφευγαν». Αυτό σημαίνει ότι ο τεχνίτης έπρεπε να διορθώσει τον ήχο των οργάνων τους.
«Ο ήχος όμως είναι το πιο υποκειμενικό πράγμα του κόσμου. Δεν υπάρχει ωραίος ήχος. Το κάθε αυτί ακούει κάτι διαφορετικό, όποτε έπρεπε για το κάθε αυτί, τον κάθε μουσικό να φτιάξεις τον ήχο που ήθελε, είτε πρόκειται για μικρόφωνο είτε πρόκειται για όργανα, είτε ακόμη και για τη μικροφωνική εγκατάσταση του μαγαζιού τους».

Το βράδυ όταν ο τεχνίτης ολοκλήρωνε τη δουλειά του στο εργαστήριο, συνέχιζε στα νυχτερινά κέντρα των μουσικών που συνεργαζόταν. Τους νοίκιαζε μηχανήματα και τους περίμενε μέχρι το πρωί για να τελειώσουν την εμφάνιση τους. Το τηλέφωνο του ήταν πάντα ανοιχτό. «Έχει τύχει 4 ή ώρα το πρωί ο Διονυσίου να τον ξυπνήσει και να του ζητήσει να του φέρει ένα μικρόφωνο στην πρόβα του. Δεν είχε κάποιο πρόβλημα σε ζωντανή εμφάνιση. Δεν ήταν  δηλαδή επείγον». Παρόλα αυτά έτρεξε να τον εξυπηρετήσει.

Το ξύλο παίρνει πνοή

Ο οργανοποιός είναι ο προσωπικός γιατρός του μουσικού.
«Ό,τι πρόβλημα και να προκύψει πρέπει να δώσει μία λύση. Ό,τι ώρα και να είναι ακόμα και τηλεφωνικά, ο οργανοποιός πρέπει να έχει μία απάντηση. Είναι πολύ προσωπική η σχέση τους. Γι΄αυτό και οι περισσότεροι μουσικοί έχουν συγκεκριμένους οργανοποιούς για συνεργάτες τους. Συνήθως κρατούν αυτούς με τους οποίους ξεκίνησαν».

Η τέχνη του οργανοποιού έχει τη δική της μαγεία. «Πιάνεις ένα ξύλο, ένα κούτσουρο και το κάνεις να βγάζει φωνή». Αυτό γοήτευε τον Στέλιο Σκεντερίδη και τον έκανε να μη σκεφτεί στιγμή να τα παρατήσει, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε. Προσπέρασε ξενύχτια, απειλές ακόμη και φυλακή προκειμένου να συνεχίσει να κατασκευάζει μουσικά όργανα. Τα λάτρευε και έδινε το παρών στο μαγαζί μέχρι και την τελευταία του στιγμή.
Τον είχε απειλήσει μουσικός ότι θα τον σκοτώσει επειδή θεώρησε ότι το όργανο που έλαβε δεν ήταν αντάξιο των χρημάτων που έδωσε. Έχει περάσει ακόμη και δύο ημέρες στη φυλακή.
«Το μπουζούκι παλιότερα θεωρούταν αλητεία. Η χωροφυλακή τον είδε να μεταφέρει τρίχορδα μπουζούκια που ο ίδιος είχε κατασκευάσει και τον έστειλε φυλακή».

Ροζ γιουκαλίλι, βιολιά, κιθάρες.

Όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει αλλάξει τίποτα στο μαγαζί. Από το ταβάνι κρέμονται κιθάρες, πολύχρωμα γιουκαλίλια και βιολιά κάθε μεγέθους. Φυλαγμένο σε μια γωνιά είναι ένα μπουζούκι από το 1935. Η κατασκευή ξεκίνησε από τον παππού και ολοκληρώθηκε 20 χρόνια μετά από τον γιο του. Πάνω του έχει σχεδιασμένες φιγούρες από τον Άκη Πάνου. Είναι ένα όργανο συλλεκτικό, για το οποίο έχει ενδιαφερθεί το Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων στην Πλάκα. Στη συλλογή του βρίσκεται  και ένα από τα πιο παλιά όργανα που έχουν κατασκευαστεί στο εργαστήριο, ένα σάζι του 1920.

οργανοποιός
To μπουζούκι του 1935 με σχέδια του Άκη Πάνου

Με το πέρασμα των χρόνων μπορεί να μην έχει αλλάξει το στυλ του μαγαζιού αλλά σίγουρα έχει αλλάξει ο τρόπος προσέγγισης των συνεργατών.
«Ο πατέρας μου είχε πάει στο μαγαζί του Τόλη Βοσκόπουλου και του πρότεινε να δοκιμάσει κάποιο όργανο και μετά να το αγοράσει. Δοκίμασε το όργανο, έμεινε ικανοποιημένος και έτσι ξεκίνησε η συνεργασία τους. Σήμερα για να συνεργαστείς και να φέρεις ένα όνομα στο μαγαζί πρέπει πρώτα να μιλήσεις με 10 μάνατζερ».
Πλέον στην οδό Αλιπέδου, στον Πειραιά, στο στέκι των μουσικών έχουν απομείνει δύο οργανοποιεία.
Αυτό δε σημαίνει ότι η τέχνη τους θα εκλείψει. Γιατί «στην Ελλάδα η μουσική δύσκολα θα σταματήσει». Θα συνεχίσει πάντα να υπάρχει για να διασκεδάζει, να ψυχαγωγεί και ενίοτε να θεραπεύει τους πόνους της ψυχής. Γι’ αυτό και οι οργανοπαίκτες, που δεν προτιμούν τα εργοστασιακά κομμάτια, θα έχουν τον οργανοποιό τους, τον «γιατρό της τέχνης τους».

Της Μαριάννας Χιονά

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Η κιθάρα του Edge των «U2». Την επινόησε ο Επαμεινώνδας Σταθόπουλος από τη Λακωνία, που ήταν και ο εφευρέτης της μασίφ ηλεκτρικής κιθάρας. Η καταξίωση και το τέλος 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here