Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας έφθασε στην Αίγινα το 1828 ως Κυβερνήτης της Ελλάδας, δύο μεγάλοι ήρωες της Επανάστασης στη Ρούμελη, ο Δημήτριος Πανουργιάς και ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης, πήγαν στην Αίγινα για να τον δουν.

Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης ήταν συνομήλικοι και την εποχή εκείνη πάνω από 70 χρόνων. Όταν έφθασαν στην Αίγινα απόρησαν όταν είδαν ότι τόσο ο Καποδίστριας, όσο και η συνοδεία του ήταν ξυρισμένοι. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης ήταν ιδιαίτερα υπερήφανοι για τα μεγάλα μουστάκια τους, μάλιστα ο δεύτερος μάλλον κατείχε το ρεκόρ για το μεγαλύτερο μουστάκι του 1821!

Αίγινα, παλιά φωτογραφία
Χαρακτικό με άποψη της πόλης της Αίγινας την εποχή της Επανάστασης. (πηγή: Αρχείο Κωνσταντίνου Λαγού)

Ο ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης κατέγραψε την αντίδραση τους, ιδιαίτερα του Πανουργιά, σε αυτές τις «νέες μόδες» που έφερε μαζί του ο Κυβερνήτης από «τας Ευρώπας»:

«Όταν ήρθε ο Καποδίστριας, αποφάσισε κι ο γερο-Πανουριάς, ο κλεφταρματολός των Σαλώνων, να κατέβει από του Παρνασσού τα κάρκαρα και να πάει να παρουσιαστεί στον κυβερνήτη. Έφτασε λοιπόν στην Αίγινα, μα με την πρώτη ματιά που’ ριξε γύρω του, δεν του χαμαρέσανε τα πράματα. Είδε κοντά στον κυβερνήτη κάτι φραγκοντυμένους, που δεν τους φτάνανε τα φράγκικα φορέματα, μα είχανε ξουρίσει και γένια και μουστάκια, και ήταν έτσι σαν ξεροκολόκυθα γυαλιστερά τα μούτρα τους.

Προσωπογραφία του Ιωάννη Καποδίστρια. (πηγή: Wikipedia)

«Τι μ’σούδες (μούρες) είν’ αυτές;» είπε στον γέρο-Δυοβουνιώτη, που είχε έρθει κι αυτός συντροφιά του στην Αίγινα.

«Δες τους βλέπεις; Τσ’ ήφερε ου κυβερνήτ’ς να μας φουτίσουν».

«Γι’ αυτό είν’ έτσ’ τα μούτρα τ’ς; Γένουντ’ έτσ’ πλειό διαβασμένοι, μαθές; Τότε θιέλω κι εγώ να τα ξουρίσου να γίνου σουφός κι εγώ…»

«Και δεν τα ξουρίζεις; Εδώ παρακάτ’ είν’ ου χαμζάς (κουρέας). Μα δεν κουτάς. Πως θα γυρί’εις μαύρε, στου χουριό;»

«Πλερώνεις εσύ τα ξουριστ’κά;»

«Πλερώνου…μα δε θ’ αποκουτί’εις τέτοιου πράμα…»

«Βαν’ς και τα βιουλιά μαζί;»

«Έτσ’, θέλου να γίνει του πράμα πανηγύρ’»

«Ας είναι κι έτσ’»

Ο Δημήτριος Πανουργιάς. (πηγή: Wikipedia)

Ο Δυοβουνιώτης ακόμα δεν είχε καταλάβει καλά τι λογής ξύρισμα ήθελε ο γέρο-σύντροφός του. Ξέχασε τα παλιά του τα καμώματα. Άνθρωπος του δρυμού, κλαρίτης, ήξερε να λέει τα πράματα και να τα κάνει πέρα και πέρα ξέσκεπα.

Μπαίνουνε στον κουρέα, και να, έρχονται τα βιολιά, κι αρχίζουν το παιχνίδι, κι ετοιμάζει ο κουρέας τα ξουράφια του. Κάνει όμως να βάλει χέρι στου γερο-στρατηγού τα μούτρα, κι αυτός:

«Τράβα του χέρ’ σ’ απού κει!» του λέει.

Πετάει πέρα τη φουστανέλα και μένει όπως τον έκαμε η μανούλα του από τη μέση και κάτω. Και αρχίζει ο κουρέας, θέλοντας μη θέλοντας, και του τα ξουρίζει…Και παίζουν τα βιολιά…Κι ο κόσμος όλο και μαζεύεται…

«Ε, τώρα μοίαζ’νε με μούτρα φράγκικα!» είπε ο γέρος αφού τελείωσε το ξύρισμα.

Κι όλα αυτά τα’ καμε, για να σατιρίσει τα ξουρισμένα μούτρα και μουστάκια, που είχανε κοπιάσει απ’ τη Φραγκιά να φέρουνε καινούργια φώτα στο Ρωμέικο».

Πηγή: Γιάννη Βλαχογιάννη, Ιστορικά Ανέκδοτα και Αξιοπερίεργα Επιφανών Ελλήνων. Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 2012, σελίδες 319-320.
Αρχική φωτογραφία: Wikipedia

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Ο Καποδίστριας φτάνει στο Ναύπλιο για να αναμορφώσει το ελληνικό κράτος. Γιατί ο Κολοκοτρώνης τον συμβούλευσε να φορέσει πιο εντυπωσιακά ρούχα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here