Ο διάσημος πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά απεικονίζει την δραματική κορύφωση του ποιήματος του Λόρδου Μπάιρον όταν ο γκιαούρης, δηλαδή ο Έλληνας άπιστος, εκδικείται το θάνατο της ερωμένης του από τα χέρια του Τούρκου Χασάν.

Ο Μπάιρον έγραψε τον Γκιαούρη το 1813 και μεταφράστηκε στα γαλλικά το 1824, την χρονιά που πέθανε στην Ελλάδα αγωνιζόμενος στο Μεσολόγγι για την ελληνική ανεξαρτησία από τους Τούρκους. Ο Ντελακρουά τελείωσε τον πίνακα δυο χρόνια αργότερα, το 1826, προορίζοντάς τον για μια παρισινή έκθεση προς όφελος του ελληνικού σκοπού.

Το γενικό θέμα περιλαμβάνει πάθος για εκδίκηση, και πάλη μεταξύ δυο διαφορετικών κόσμων σε ένα εξωτικό πεδίο μάχης, την Οθωμανική Ελλάδα. Ο Γκιαούρης που νικά τον Χασάν και του αποσπά το άλογο και τα όπλα γίνεται κεντρική εμβληματική μορφή του Φιλελληνικού κινήματος.

Η έφιππη μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν (Combat de Giaour et Hassan). Ευγένιος Ντελακρουά. 1826. Εκτίθεται στο Art Institute of Chicago.

Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσίευσε η Εταιρία για τον Ελληνισμό και τον Φιλελληνισμό συσχετίζεται η ιστορία του Γκιαούρη του Λόρδου Βύρωνα με την δράση μιας Αθηναϊκής οικογενείας αγωνιστών του 1821. Πρόκειται για την οικογένεια Έγγελη, που έδωσε τέσσερεις αγωνιστές στον Αγώνα. Ένας από αυτούς κατάφερε να αρπάξει το όπλο του Ομέρ Βρυώνη πάνω στην μάχη. Στην συνέχεια το προσέφερε στην Οδυσσέα Ανδρούτσο και αυτός το χάρισε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Η αναμέτρηση με τον Ομέρ Βρύωνη

Με το υπ’ αρ. 926 έγγραφο του φακέλου (κουτί 53) του Αρχείου Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που υπογράφουν στις 24 Σεπτεμβρίου 1860 στην Αθήνα, ο Ν. Ζαχαρίτσας, ο Δ.Σ. Καλλιφρονάς, ο Κ. Βρυζάκης, ο Δ. Σουρμελής, ο Σταύρος Βλάχος, ο Γ. Ψύλλας, ο Σ. Βενιζέλος, ο Παλαιολόγος Βενιζέλος και ο Σ. Γαλάκης, ο Δήμαρχος Αθηναίων Ιωάννης Σαντοριναίος βεβαιώνει τα ακόλουθα:

«Ο Αγγελής Έγγελης διέπρεψε στο Καματερό στη μάχη κατά του Ομέρ Βρυώνη. Κατάφερε να πάρει το διαβόητο βυζαντινό σπαθί του, το οποίο προσέφερε αργότερα, ύστερα από προτροπή των Δημογερόντων της Αττικής, στον Αρχηγό της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ο Αγγελής Έγγελης έπεσε «κατά την αξιομνημόνευτον Έφοδον, παρά την Τρίτην Πύλην της Ακροπόλεως και επί ικανόν καιρό έκειτο έμπροσθεν αυτής, αδυνάτου όντος ν’αρθή εν μέσου το ανδρείον εκείνο λείψανον», ούτε από τους Έλληνες, ούτε από τους εχθρούς.

«Αλλά τέλος ίσχυσαν οι Έλληνες να τον παραλάβωσιν και να τον κηδεύσουν εντίμως καθ’ως έπρεπεν εις γενναίον άνδραν».

Ο Ντελακρουά ζωγράφισε και άλλες εκδόσεις του πίνακα. Η εικονιζόμενη δεύτερη έκδοση, του 1835,  βρίσκεται τώρα στο Petit Palais στο Παρίσι. Εδώ εστιάζει αποκλειστικά στους δυο έφιππους

Από άλλες πηγές (Κουτσονίκας, Σουρμελής, Λάππας), μαθαίνουμε ότι ο Αγγελής Έγγελης γεννήθηκε μεταξύ 1770 και 1780, και πέθανε το 1821. Με την έναρξη του Αγώνα κατετάγη στο σώμα του Μενιδιάτη οπλαρχηγού Μελετίου Βασιλείου (1778-1826), προπροπροπάππου του δημάρχου Ασπροπύργου, κ. Νικολάου Μελετίου.

Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Αττική, πολεμώντας στην αρχή με τον Μελέτιο Βασιλείου, κι ύστερα με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Τον Σεπτέμβριο του 1821, όταν οι Τούρκοι έλυσαν την πολιορκία των Αθηνών, ήταν υπαρχηγός της ομάδας του Αθηναίου οπλαρχηγού Δήμου Ρουμπέση, ο οποίος έπεσε ηρωικά σε μάχη εναντίον των Οθωμανών, των οποίων ηγείτο ο ίδιος ο Ομέρ Βρυώνης.

Ο Ρουμπέσης όρμησε μαζί με τον Έγγελη εναντίον του Ομέρ Βρυώνη, και κατόρθωσαν να τον ρίξουν από το άλογο και να του αποσπάσουν το ξίφος.

Ο Ρουμπέσης τραυματίσθηκε θανάσιμα και πεθαίνοντας άφησε το σπαθί στον Έγγελη, λίγο πριν εκπνεύσει. Η οικογένεια Έγγελη, παρέδωσε το ξίφος αυτό το Σεπτέμβριο του 1822 στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ο οποίος ευρίσκετο στην Αθήνα κατά την τελετή ανάληψης καθηκόντων στρατηγού ανατολικής Στερεάς Ελλάδος. Το ξίφος αυτό, το δώρισε ο Ανδρούτσος στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, ενώ επισκέπτετο τον Νικηταρά στο Ναύπλιο.

Το σπαθί του Κολοκοτρώνη που του χάρισε ο Ανδρούτσος. Εκτίθεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Φωτογραφία: Μηχανή του Χρόνου

Αργότερα, το ξίφος περιήλθε στον εγγονό του Κολοκοτρώνη ταγματάρχη (ΠΖ) και αρχηγό της τάξεως 1888 της ΣΣΕ, Γεώργιο Πάνου Κολοκοτρώνη. Αυτός το παρέδωσε στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, σύμφωνα με τη διαθήκη του, την οποία είχε συντάξει το Σεπτέμβριο του 1912, λίγο πριν αναχωρήσει για το μέτωπο των Βαλκανικών Πολέμων, όπου έπεσε ηρωικά στην Κρέσνα, την 12η Ιουλίου 1913.

Ο Αγγελής Έγγελης και ο πρεσβύτερος υιός του Ελευθέριος, έπεσαν ηρωικά τον Δεκέμβριο του 1821, κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως.

Η έρευνα που δημοσίευσε η ΕΕΦ αναφέρει ότι η συμμετοχή του Αγγελή Έγγελη στη μάχη στο Καματερό και το επεισόδιο με τον Ομέρ Βρυώνη, πιστοποιούν οι περισσότεροι από τους ιστορικούς του Αγώνα, ειδικότερα εκείνοι που συνέγραψαν δοκίμια για τον αγώνα στην Αττική, όπως ο Σουρμελής, ο Κόκκινος και άλλοι.

Ιδιαίτερα ο Κόκκινος σημειώνει ότι ο «τρόμος του Βρυώνη από την προσωπική επίθεση που έλαβε από τον οπλαρχηγό Ρουμπέση ήταν τέτοιος, ώστε το σπαθί του με το οποίο ήθελε να αμυνθεί του έπεσε από το χέρι. Το σπαθί πήρε ο σύντροφος του Δήμου Ρουμπέση, Έγγελης και το χάρισε αργότερα στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, όπως αναφέραμε παραπάνω, ο οποίος με τη σειρά του το προσέφερε στον Κολοκοτρώνη».

Μάλιστα μετά το επεισόδιο αυτό, ο Ομέρ Βρυώνης παρέμενε πλέον σε όλες τις μάχες στα μετόπισθεν.

Σήμερα το όνομα του Έγγελη και του Ρουμπέση έχει δοθεί σε δύο δρόμους που τέμνονται στον Νέο Κόσμο Αθηνών.

Το οικογενειακό δέντρο της οικογενείας Έγγελη:

Ο σκιτσογράφος Σπύρος Ζαχαρόπουλος εικονογράφησε σε ένα κόμικ την εμβληματική ιστορία της οικογένειας Έγγελη.

1) Αγγελής Έγγελης (πρώτος αγωνιστής) 2) υιοί αυτού: ο Δημήτριος (Μήτρος), ο Γεώργιος και ο Ιωάννης (Γιαννάκος) και ο Ελευθέριος με βάση τη βιβλιογραφία. 3) Ο Δημήτριος, με τον θάνατό του άφησε δύο ορφανά παιδιά του, τον Παναγή και την Χρυσούλα και τρία ορφανά εγγόνια του αποβιώσαντος υιού του, Αγγελή Έγγελη (είχε το όνομα του πατέρα του Δημητρίου και πρώτου αγωνιστού). Τα εγγόνια αυτά ονομάζονταν Σπύρος, Ελένη και Παναγούλα.

Η ιστορία της οικογένειας Έγγελη, είναι ταυτισμένη με την εμβληματικότερη μορφή του Φιλελληνισμού και τον κοινό αγώνα των Ελλήνων και τον Φιλελλήνων για την απελευθέρωση της Αθήνας και της Ελλάδας. Ο σκιτσογράφος Σπύρος Ζαχαρόπουλος εικονογράφησε σε ένα κόμικ την εμβληματική αυτή ιστορία.

Μπορείτε να κατεβάσετε το κόμικ σε αρχείο pdf ΕΔΩ.

Το ποίημα του Βύρωνα ενέπνευσε τον Ντελακρουά να ζωγραφίσει τη «Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν».
Ενέπνευσε όμως και τον σύγχρονο κινηματογράφο. Η ταινία The Giaour, σε σενάριο και σκηνοθεσία της Rika Ohara (The Heart of No Place) αναμένεται με ενδιαφέρον.

Η αντίδραση του Λόρδου Βύρωνα όταν ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ακρόπολη και άκουσε τον συνοδό του να του λέει: «Αχ! Λόρδε μου, πόσα τζάκια θα μπορούσαμε να φτιάξουμε με όλο αυτό το μάρμαρο»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here