“Ήταν μια γριά στρίγκλα”. Η νύφη που έπνιξε την πεθερά της και την έκρυβε 22 μέρες σε αποθήκη με καυσόξυλα

“Ήταν μια γριά στρίγκλα”. Η νύφη που έπνιξε την πεθερά της και την έκρυβε 22 μέρες σε αποθήκη με καυσόξυλα

Στις 15 Ιανουαρίου 1961, ένα στυγερό έγκλημα διαλευκάνθηκε στη Βέροια. Σε μια αποθήκη σπιτιού με καυσόξυλα και άλλα αντικείμενα, εντοπίστηκε το πτώμα μιας 75χρονης.

Βρισκόταν εκεί 22 ημέρες, από το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, σε κατάσταση αποσύνθεσης. Ο άνθρωπος που κρυβόταν πίσω από τη δολοφονία της ήταν η 35χρονη νύφη της. Αρχικά, δήλωσε άγνοια, αλλά τελικά αναγκάστηκε να ομολογήσει την πράξη της.

Στραγγάλισε την πεθερά της και κατόπιν την έκρυψε στην αποθήκη.

Οι σχέσεις νύφης και πεθεράς μόνο αρμονικές δεν ήταν. Επί ενάμιση χρόνο τσακώνονταν και χαρακτηριστικό είναι ότι η νύφη είχε αναγκάσει την πεθερά της να απομονωθεί σε ένα δωμάτιο του ίδιου της του σπιτιού.

Ήταν μια γριά στρίγκλα και δεν μπορούσα να τη βλέπω μέσα στο σπίτι μου“, είχε παραδεχθεί η “ύαινα” και η “φόνισσα της Βέροιας”, όπως την χαρακτήρισε ο Τύπος, με τη γνωστή του έφεση στους χαρακτηρισμούς.

gria_kausoksyla_egklima_1960_b

Το πτώμα της 75χρονης βρέθηκε σε μια αποθήκη με καυσόξυλα. Δράστιδα η 35χρονη νύφη της – Πηγή εικόνας: εφημερίδα “Μακεδονία”

Η εξαφάνιση, οι έρευνες και η μάρτυρας-κλειδί

Το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου 1960, ο σύζυγος της 35χρονης γύρισε στο σπίτι και ρώτησε τη γυναίκα του που βρισκόταν η μητέρα του. “Δεν ξέρω, δεν την είδα“, του απάντησε.

Ο άνδρας δεν ανησύχησε ιδιαίτερα και, γνωρίζοντας τις κακές σχέσεις που είχαν νύφη και πεθερά, θεώρησε ότι η μητέρα του επισκέφθηκε κάποιο συγγενικό πρόσωπο για τις γιορτές. Ακόμη και τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων δεν υποψιάστηκε το παραμικρό.

Την τρίτη ημέρα, όμως, έβλεπε ότι η μητέρα του δεν εμφανιζόταν και τότε αποφάσισε να την αναζητήσει σε σπίτια γνωστών και συγγενών. Κανείς δεν την είχε υποδεχθεί και κανείς δεν την είχε δει, ούτε στη Βέροια ούτε στα γύρω χωριά.

Στις 28 Δεκεμβρίου, ο άνδρας δήλωσε την εξαφάνιση της 75χρονης μητέρας του στην Ασφάλεια Βέροιας. Οι έρευνες για τον εντοπισμό της ξεκίνησαν άμεσα, αλλά δεν απέδωσαν καρπούς.

Ηρευνήθησαν ποταμοί, ρυάκια, χαράδραι και όλη η περιοχή εις μεγάλην έκτασιν γύρω από την πόλιν, δια το ενδεχόμενον δυστυχήματος ή αυτοκτονίας, αλλά και αυταί ουδέν έφερον εις φως“, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ.

Αρχικά, το ενδεχόμενο της εγκληματικής ενέργειας δεν θεωρήθηκε βάσιμο από τις αρχές. Ωστόσο, η κατάθεση μιας γειτόνισσας της 75χρονης άλλαξε καθοριστικά τα δεδομένα και “ξετύλιξε” το κουβάρι της υπόθεσης.

Όπως κατέθεσε στους αστυνομικούς, είδε την 75χρονη να μπαίνει στο σπίτι της στις 07:30 το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων. “Είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Κουβέντιασα μάλιστα λίγο μαζί της κι ύστερα χωρίσαμε. Εκείνη μπήκε στο σπίτι της κι εγώ στο δικό μου. Μου είπε πως θα πήγαινε να ησυχάσει λίγο, για να πάει ύστερα στην εκκλησία“, ανέφερε.

Η ανακάλυψη της σορού

Η κατάθεση της γειτόνισσας ερχόταν σε αντίθεση με την άγνοια που διατεινόταν πως είχε η 35χρονη δολοφόνος. Οι αρχές άρχισαν να υποψιάζονται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και ξεκίνησαν έρευνα σε όλους τους χώρους του σπιτιού της 75χρονης.

Αυτή τη φορά οι έρευνες δεν έπεσαν στο κενό. Μια αποθήκη, ακριβώς δίπλα στην κουζίνα, όπου η 75χρονη συγκέντρωνε καυσόξυλα και διάφορα άλλα αντικείμενα, ανέδιδε δυσοσμία. Οι αστυνομικοί άνοιξαν την πόρτα της αποθήκης και βρήκαν τη σορό της ηλικιωμένης.

Ήταν καταπλακωμένη από τα καυσόξυλα και σε κατάσταση αποσύνθεσης. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για ολοφάνερη περίπτωση δολοφονίας και συγκεκριμένα στραγγαλισμού.

Ωστόσο, η 35χρονη συνέχιζε να αρνείται την εμπλοκή της στην υπόθεση, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να διερωτάται πώς βρέθηκε το πτώμα της ηλικιωμένης στην αποθήκη.

Ήταν μια γριά στρίγκλα” – Η ομολογία

Η 35χρονη “έσπασε” τελικά την 16η Ιανουαρίου, την ημέρα της κηδείας της 75χρονης. Σε μια στιγμή αγανάκτησης και οργής παραδέχθηκε:

Ε λοιπόν, ναι! Εγώ την έπνιξα! Ήταν μια γριά στρίγκλα και δεν μπορούσα να τη βλέπω μέσα στο σπίτι μου! Ήταν όλο γκρίνια και δεν μπορούσα να την ανεχθώ παραπάνω! Ή αυτή έπρεπε να λείψει από’ κεί μέσα ή εγώ! Και την έπνιξα. Αυτό είναι. Έτσι έπρεπε να γίνει“.

Μετά την ομολογία της, οι αστυνομικοί ζήτησαν από την 35χρονη να περιγράψει πώς ακριβώς διέπραξε το έγκλημα. Όπως είπε, όρμησε πάνω στην πεθερά της, την ώρα που βρισκόταν στο νεροχύτη της κουζίνας με την πλάτη γυρισμένη, την άρπαξε από το λαιμό και την έσφιξε με όλη της τη δύναμη.

Μια μανία μ’ είχε πιάσει κι όλο έσφιγγα τα δάχτυλά μου γύρω από το λαιμό της. Τινάχτηκε μία δύο φορές κι ύστερα παρέλυσε εντελώς. Τότε άφησα το λαιμό της. Την έπιασα τότε από τα πόδια και την έσυρα στην αποθήκη δίπλα“, παραδέχθηκε κυνικά η 35χρονη.

Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της προανάκρισης αποκαλύφθηκε ότι αυτό δεν ήταν το πρώτο έγκλημα της 35χρονης στραγγαλίστριας. Πριν κάποια χρόνια, είχε δολοφονήσει, ξανά με τη μέθοδο του στραγγαλισμού, ένα εξώγαμο παιδί της, επειδή δεν ήθελε ο πατέρας του να παντρευτούν και δεν ήξερε τι να το κάνει.

Η δίκη και η ετυμηγορία

Ο εισαγγελέας απήγγειλε στην 35χρονη την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Η υπόθεσή της εκδικάστηκε το Μάιο του 1961, στο Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης.

Δύο γειτόνισσες κατέθεσαν ότι η 35χρονη άρχισε να συμπεριφέρεται άσχημα στην πεθερά της λίγους μήνες πριν τελέσει το έγκλημα και είχε ακουστεί να λέει: “Να έρθει η παλιόγρια και να δει τι θα την κάνω!“.

Το θύμα αναγκαζόταν να μην γευματίζει μαζί με τον γιο της και τη νύφη της και πήγαινε συχνά στο σπίτι των γειτονισσών της προκειμένου να τους πει τον καημό της. Οι μάρτυρες χαρακτήρισαν την 75χρονη “ήρεμο χαρακτήρα” και πως εκείνη συνέστησε την 35χρονη για νύφη στο γιο της.

Η 35χρονη, από την πλευρά της, ισχυρίστηκε πως δεν είχε σκοπό να σκοτώσει την πεθερά της και προσπάθησε να ελαφρύνει τη θέση της. Υποστήριξε ότι, στην αρχή, τα πήγαινε καλά με την πεθερά της, αλλά οι ομαλές σχέσεις τους διαταράχθηκαν αφότου η 75χρονη παραπονιόταν ότι “δεν μπορούσε άλλο να ταΐζει και να φιλοξενεί” εκείνη και το γιο της.

Επιπλέον, διατεινόταν πως, την ημέρα του εγκλήματος, άκουσε την πεθερά της να τη βρίζει, την έσπρωξε και εκείνη σωριάστηκε στο πάτωμα κι εξέπνευσε. “Όταν την είδα ότι δεν συνερχόταν, τρομοκρατήθηκα. Έτρεμα μη μάθει ο άνδρας μου τίποτε. Έτσι την πήρα και την έκλεισα στην αποθήκη“, είπε ενώπιον των δικαστών.

Στην αγόρευσή του για την 35χρονη, ο εισαγγελέας ήταν καταπέλτης: “Η κατηγορούμενη ανήκει εις την κατηγορίαν των σατανικών εκείνων πλασμάτων με τη διεφθαρμένην ψυχήν, προ των οποίων ωχριούν και αυτοί ακόμη οι εξ επαγγέλματος δολοφόνοι. Και τούτο, διότι η δράστις μετά την φοβεράν της πράξιν, είχεν την δύναμιν να παραμείνει πλησίον του πτώματος του θύματος επί είκοσι δύο ημέρας“.

Παρ’ όλ’ αυτά, η πρότασή του να καταδικαστεί η 35χρονη χωρίς κανένα ελαφρυντικό δεν εισακούστηκε. Οι ένορκοι αποφάσισαν ότι η δολοφόνος βρισκόταν εν βρασμώ ψυχικής ορμής κατά την διάπραξη του εγκλήματος και της επέβαλαν ποινή κάθειρξης δέκα ετών και πενταετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.

dimosieuma_1961

Βασικές πληροφορίες του κειμένου αντλήθηκαν από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου “Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα”, Εκδόσεις Πατάκη

Πηγή κεντρικής φωτογραφίας: Wikipedia

Ακολουθήστε την mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr