“Τα βρήκαμε σφαγμένα σε χαράδρα σαν τραγόπουλα”. Ο βιασμός και η δολοφονία δύο παιδιών, που συγκλόνισε την Ελλάδα

“Τα βρήκαμε σφαγμένα σε χαράδρα σαν τραγόπουλα”. Ο βιασμός και η δολοφονία δύο παιδιών, που συγκλόνισε την Ελλάδα

Στις 19 Ιουλίου 1927, δύο ανήλικα παιδιά βρέθηκαν δολοφονημένα σε μια χαράδρα στο χωριό Θεολόγος της Εύβοιας.

Επρόκειτο για ένα αγόρι 5 κι ένα κορίτσι 9 ετών. Ήταν παιδιά του αγροφύλακα Ι.Σ..

Στις 6 το πρωί, πήγαν στο κτήμα του πατέρα τους “διά νά βοσκήσουν πέντε μανάρια“. Το κτήμα βρισκόταν μισή ώρα μακριά από το κέντρο του Θεολόγου.

Όταν έφτασε το μεσημέρι, τα παιδιά δεν γύρισαν. Ούτε όταν ο ήλιος έδυσε εμφανίστηκαν, η οικογένεια ανησύχησε. Η αναζήτηση του ενωμοτάρχη, του πατέρα των παιδιών και κάποιων συγγενών του ήταν κοπιώδης.

Τα μικρά παιδιά εντοπίστηκαν νεκρά σε μια χαράδρα, κοντά στο κτήμα που βρίσκονταν. Δολοφονήθηκαν με μαχαίρι στο λαιμό. Επίσης, το σώμα του άτυχου κοριτσιού “έφερε φρικώδη ίχνη βίας“.

Η σύλληψη των ύποπτων

Το  έγκλημα προκάλεσε σοκ και την κατακραυγή της τοπικής κοινότητας. Οι αρχές της Χαλκίδας ανέλαβαν δράση για τον εντοπισμό των δραστών.

Αρχικά, συνελήφθησαν τέσσερις χωρικοί που βρέθηκαν κοντά στον τόπο του εγκλήματος. Τελικά, κρατήθηκαν δύο: ο Δ.Μ. και ο Δ.Κ, σύγαμπροι και κατηγορούμενοι για πολλές εγκληματικές πράξεις.

Για χρόνια, έσπερναν τον τρόμο στους κατοίκους του χωριού, οι οποίοι δίσταζαν να τους καταγγείλουν.

“Όποιος ξέρει ένα μεγάλο μυστικό, πρέπει να φυλάη το κεφάλι του”

Για τους δύο άνδρες υπήρχαν πολλές ενδείξεις αλλά όχι αποδείξεις. Ένας αγρότης, ο Α.Κ. ήταν εκείνος που έριξε περισσότερο “φως” στην υπόθεση.

Κατά την προανακριτική εξέταση, υποστήριξε ότι βρισκόταν σε μια ράχη κοντά στο κτήμα και έγινε αυτόπτης μάρτυρας του εγκλήματος.

Ανέφερε ότι είδε τα παιδιά να έχουν ανέβει σε μια αχλαδιά και έκοβαν φύλλα για να ταΐσουν τα αρνάκια. Οι δύο άνδρες κατέβασαν τα παιδιά από το δέντρο, τα ξυλοκόπησαν και τα οδήγησαν σε μια μικρή χαράδρα που καλυπτόταν από θάμνους.

Ο μάρτυρας Α.Κ. είπε ότι άκουσε τις “σπαρακτικές κραυγές των μικρών μαρτύρων”. Στην αρχή, δεν κατέθεσε φοβούμενος “μήπως φονευθή” από τους συγγενείς των δύο κατηγορουμένων.

Για δύο μήνες, κρυβόταν σε ένα χωριό στη Λιβαδειά με άλλο όνομα για να προστατευτεί.

Όποιος ξέρει ένα μεγάλο μυστικό, πρέπει νά φυλάη τό κεφάλι του“, ήταν τα λόγια του όταν τον ρώτησαν γιατί εξαφανίστηκε.

Όσο για τους λόγους που ώθησαν τους δύο άνδρες να σφάξουν τα δυο παιδιά, ο μάρτυρας απάντησε: “Διά νά εκδικηθούν τον πατέρα“.

“Σφαγμένα σαν τραγόπουλα”

Η δίκη για τη στυγερή δολοφονία ξεκίνησε στις 17 Μαΐου 1928. Το ενδιαφέρον του Τύπου και της κοινής γνώμης ήταν έντονο.

Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν ασφυκτικά γεμάτη από τους κατοίκους του χωριού που φώναζαν δυνατά ότι ο Δ.Μ. και ο Δ.Κ. ήταν οι ένοχοι. Οι δύο κατηγορούμενοι παρέμεναν ατάραχοι και αρνούνταν ότι διέπραξαν το έγκλημα.

Ο Ι.Σ., πατέρας των δύο άτυχων παιδιών, είπε ότι “έμειναν εμβρόντητοι προ απαισίου θεάματος“, όταν βρήκαν τα πτώματα πίσω από τους θάμνους.

Τα βρήκαμε σφαγμένα σέ μιά χαράδρα σάν τραγόπουλα. Είχανε μαζευθή μερμήγκια καί τά τρώγανε“, ήταν μερικά από τα συνταρακτικά λόγια του πατέρα των παιδιών.

Ανέφερε, επίσης, ως εξακριβωμένο γεγονός ότι το παιδί ενός από τους δράστες είχε διαπληκτιστεί με τα δύο παιδιά του εκείνη την τραγική ημέρα.

Όσο για το αν είχε προηγούμενα με τους δύο κατηγορούμενους, ο Ι.Σ. υποστήριξε ότι τον μισούσαν επειδή τους είχε καταγγείλει για αγροζημιές.

Η δίκη αναβλήθηκε επ’ αόριστον, για να γίνει εκτενέστερη ιατροδικαστική έρευνα.

“Ήταν δυνάμενοι να κάψουν ολόκληρο χωριό”

Η πολύκροτη δίκη ξανάρχισε πέντε μήνες μετά, στις 13 Οκτωβρίου 1928. Οι λεπτομέρειες που βγήκαν στην επιφάνεια συγκλόνισαν τους παρευρισκόμενους.

Όταν ο Ι.Σ. πήγε στο καφενείο του χωριού για να ρωτήσει για τα παιδιά του, συνάντησε τον Δ.Μ., “τού οποίου η συμπεριφορά τού εφάνη περίεργος“. Ο Δ.Μ. είχε αλλάξει τα ρούχα του για να μην φανούν τα αίματα.

Ο πατέρας των παιδιών χαρακτήρισε τους δύο κατηγορούμενους ως “κακούργους ψυχάς καί δυναμένους νά κάψουν ολόκληρο χωριό“.

Η μητέρα υποστήριξε επίσης την ενοχή των δύο ανδρών “διότι μόνον μέ αυτούς δέν είχον καλάς σχέσεις“. Ο αυτόπτης μάρτυρας Α.Κ. ανέφερε όσα είχε πει στην πρώτη του κατάθεση. Συμπλήρωσε ότι οι δύο άνδρες “εξήρχοντο βιαστικοί καί σάν αγριεμένοι” από τον τόπο του εγκλήματος.

Οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής υπερασπίστηκαν τον μάρτυρα λέγοντας ότι “είπεν όλην τήν αλήθειαν“. Το γεγονός ότι κρυβόταν από φόβο δεν ήταν απόδειξη ενοχής. Το ποιόν του χαρακτήρα του επιβεβαίωσε και ο πατέρας των δύο παιδιών.

Τι είπαν οι ιατροδικαστές

Ο γιατρός που διενέργησε τη νεκροψία υποστήριξε ότι το κορίτσι πράγματι βιάστηκε πριν δολοφονηθεί. Τόσο εκείνο όσο και το αγόρι έφεραν μελανιές και εκδορές στο σώμα τους.

Ένας καθηγητής ιατροδικαστικής, που εξέτασε την έκθεση του γιατρού και προσήλθε στη δίκη, συμφώνησε ότι τα δύο παιδιά ξυλοκοπήθηκαν.

Υποστήριξε, επίσης, ότι θα ήταν αδύνατο ένα μόνο άτομο να έχει διαπράξει το έγκλημα. “Συνάγω τό συμπέρασμα ότι δύο ήσαν οι δράσται“, κατέληξε.

Η ετυμηγορία

Στις 17 Οκτωβρίου, ο εισαγγελέας αποφάνθηκε ότι ο Δ.Μ. και ο Δ.Κ. έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι. Τους χαρακτήρισε “καθ’έξιν εγκληματίας, πρωτοφανώς ψύχραιμους καί απαθείς“.

Ακόμη, είπε πως οι λεπτομέρειες του εγκλήματος ήταν τόσο φρικαλέες που δύσκολα μπορεί να τις συλλάβει ο ανθρώπινος νους.

Δύο ημέρες μετά, οι ένορκοι αποφάσισαν: οι δύο κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι. Ο Δ.Κ. καταδικάστηκε ως συνεργός σε ισόβια κάθειρξη και ο Δ.Μ. ως αυτουργός εις θάνατον.

Στο άκουσμα της απόφασης, ο Δ.Μ. αναφώνησε: “Δέν μέ δικάσανε μέ τήν ψυχήν τους οι ένορκοι“. Ο Δ.Κ. φώναξε απευθυνόμενος στους ενόρκους: “Καλά μάς τήν φτιάξατε“.

egklima_euboia_1968

Οι δύο κατηγορούμενοι οδηγούνται στη φυλακή. Ο ένας καταδικάστηκε σε ισόβια και ο άλλος σε θάνατο

Ακολουθήστε την mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr