«Καθαρή πόλη» ή «λογοκρισία της τέχνης»; Οι απόψεις διίστανται. Το Λονδίνο, διαχρονικά, είναι μία από τις πόλεις που η νομοθεσία για τα γκράφιτι τηρείται κατά γράμμα και οι κυρώσεις για τους «αστικούς καλλιτέχνες» είναι αυστηρές. Η αρχική φωτογραφία ασφαλώς αποτελεί εξαίρεση, καθώς η αναγραφή Fuck Brexit πάνω στην σιδερένια πόρτα, διέφυγε από το άγρυπνο βλέμμα των αρχών, ίσως λόγω του μικρού και «ύπουλου» μεγέθους της.

Η τάση των γκράφιτι, της «τέχνης του δρόμου», εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Αμερική τη δεκαετία του ’60. Μάλιστα, λέγεται ότι ένας από τους πρωτοπόρους του λεγόμενου «ταγκαρίσματος» ήταν ένας Ελληνοαμερικανός με το προσωνύμιο “Taki183”.

Ωστόσο, στην Ευρώπη το φαινόμενο άργησε μερικές δεκαετίες μέχρι να καθιερωθεί. Στην Αγγλία, οι πρώτοι γνωστοί «γκραφιτάδες» έκαναν αισθητή την παρουσία τους τη δεκαετία του ’80. Ήταν η εποχή που τα γκράφιτι αποτελούσαν μέσο έκφρασης και αντίδρασης των νέων. Τα περισσότερα γκράφιτι της περιόδου εκείνης σχετίζονταν με τον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό (IRA) και την αναρχία, ενώ πολλοί, θέλοντας να ακολουθήσουν τα αμερικανικά πρότυπα, άρχισαν να κάνουν γκράφιτι σε τρένα. Επέλεγαν ακόμα να σημαδεύουν περίοπτα και πολυσύχναστα σημεία των πόλεων, που ήξεραν ότι η τέχνη τους θα γινόταν αισθητή.

Στην Αγγλία οι τοίχοι στα δημόσια αλλά και τα ιδιωτικά κτίρια διατηρούνται καθαροί. Η αστυνομία έχει σαφείς εντολές να πατάξει το «οργανωμένο έγκλημα» του βανδαλισμού.

Ωστόσο, οι λονδρέζικες αρχές δεν ανταποκρίθηκαν τόσο θερμά στη νέα τάση. Ήδη από το 1971, κάθε είδους σχέδια ή συνθήματα στους τοίχους των πόλεων χωρίς αδειοδότηση αντιμετωπίζονταν ως εγκληματική πράξη στο πλαίσιο του νόμου περί ποινικών ζημιών. Οι ποινές για τους παραβάτες μπορούσαν να φτάσουν τα δέκα χρόνια φυλάκισης και τα πρόστιμα τις 5.000 λίρες. Μάλιστα, εκτός από τους δημιουργούς, διώκονταν και οι καταστηματάρχες που πιάνονταν επ’ αυτοφώρω να πουλούν σπρέι σε ανηλίκους. Η νομοθεσία αυτή δεν είναι βρετανική καινοτομία. Με μικρές παραλλαγές, το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο ισχύει στα περισσότερα δυτικά κράτη. Η διαφορά έγκειται στο κατά πόσο η τοπική αυτοδιοίκηση κάθε περιοχής το τηρεί.

Η περίπτωση του Λονδίνου

Σε αντίθεση με μεγαλουπόλεις όπως η Νέα Υόρκη και η Φιλαδέλφεια, όπου η τέχνη στους τοίχους σχεδόν επικροτείται, το Λονδίνο διαχρονικά τείνει να τιμωρεί αυστηρά τους επίδοξους «καλλιτέχνες των δρόμων». Σε πολλές συνοικίες της βρετανικής πρωτεύουσας, τα τοπικά συμβούλια έχουν απαγορεύσει τα γκράφιτι εξ ολοκλήρου, ακόμα κι αν οι ιδιοκτήτες των εκάστοτε τοίχων επιθυμούν την ύπαρξή τους. Από τη θέσπιση του νόμου το ’71 έως σήμερα, οι «γκραφιτάδες» ζουν και δρουν στο περιθώριο, καθώς αντιμετωπίζονται σταθερά ως βάνδαλοι από τις λονδρέζικες αρχές. Οι συλλήψεις, τα πρόστιμα και οι καταδίκες αποτελούν μονόδρομο.

Τα κτίρια και οι δρόμοι του Λονδίνου είναι κατά κανόνα καθαροί. Οι «γκραφιτάδες» αντιμετωπίζονται ως βάνδαλοι.

Παρόλο που πολλοί πίστευαν ότι με τη νέα χιλιετία και την καθιέρωση προσωπικοτήτων, όπως ο Banksy στη διεθνή σκηνή, η κατάσταση θα βελτιωνόταν, το Λονδίνο για ακόμη μία φορά αρνήθηκε να αψηφήσει το γράμμα του νόμου. Οι προετοιμασίες για τους Ολυμπιακούς του 2012 επέτειναν περαιτέρω τις διώξεις και τις ποινές των παραβατών. Η κυβέρνηση έθεσε ως στόχο να διατηρηθεί η πόλη όσο το δυνατόν καθαρότερη και η αστυνομία είχε σαφείς εντολές να πατάξει το «οργανωμένο έγκλημα» του βανδαλισμού.

Είναι χαρακτηριστική η υπόθεση ενός Βρετανού που δρούσε με το ψευδώνυμο “VAMP” και επί σειρά ετών είχε σημαδέψει με τα σχέδιά του τρένα, τοίχους, γέφυρες, αλλά και γνωστά σημεία της πόλης του Λονδίνου. Ο 32χρονος Κρίστιαν Χολμς που κρυβόταν πίσω από τον “VAMP” συνελήφθη και όταν η υπόθεσή του εκδικάστηκε το 2013, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τρεισήμισι χρόνων. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το ύψος των ζημιών που είχε προκαλέσει με τους «βανδαλισμούς» του ξεπερνούσαν τις 250.000 λίρες.

Ένα από τα χαρακτηριστικά γκράφιτι του «VAMP». YouTube

Σήμερα, έχει διασαφηνιστεί αισθητά ο διαχωρισμός μεταξύ των εννοιών του «γκράφιτι», του «ταγκαρίσματος» και της «τοιχογραφίας». Η τελευταία, πλέον, υπό προϋποθέσεις τείνει να γίνεται αποδεκτή και να επικροτείται από το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, ενώ συχνά απολαμβάνει την ανοχή των αρχών.
Τα γκράφιτι και τα «ταγκαρίσματα» από την άλλη, παραμένουν σχεδόν το ίδιο κατακριτέα. Ίσως οι ποινές είναι λιγότερο αυστηρές απ’ ό,τι ήταν στο παρελθόν, όμως οι λονδρέζοι «γκραφιτάδες» ακόμη αντιμετωπίζονται ως παραβάτες των δρόμων και βάνδαλοι της δημόσιας περιουσίας.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Pixabay

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Το «ταγκάρισμα» άρχισε από έναν Ελληνοαμερικανό που έγραφε με μαρκαδόρο στο μετρό της Νέας Υόρκης. Το δημοσίευμα των New York Times για τον Taki 183 τον έκανε διάσημο και άνοιξε τον δρόμο για το σύγχρονο γκράφιτι

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here