Μάρτιος 1998. Οι κάτοικοι ενός χωριού βορειοδυτικά της Κατερίνης ισχυρίζονταν ότι ήταν σε απόγνωση λόγω της ραγδαίας αύξησης της εγκληματικότητας στην περιοχή. Έτσι, πήραν αυθαίρετα την απόφαση να επιβάλλουν μόνοι τους «στρατιωτικό νόμο», απαγορεύοντας την κυκλοφορία των αλβανών μεταναστών μετά τη δύση του ηλίου!

Το πρώτο μεγάλο κύμα μετανάστευσης από την Αλβανία προς την Ελλάδα ξεκίνησε το 1990. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί διέσχιζαν τα σύνορα και εγκαθίσταντο –κατά κύριο λόγο παράτυπα– στην επαρχία και στα αστικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Στην αρχή, οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν άθλιες. Ένα μεγάλο ποσοστό διέμενε σε γκρεμισμένα ή εγκαταλελειμμένα σπίτια, σε οικοδομές και καλύβες, ακόμα και σε σπηλιές. Επιβίωναν κάνοντας δουλειές «του ποδαριού» με πολύ χαμηλά μεροκάματα και εξαντλητικά ωράρια. Αρκετοί είχαν βρει απασχόληση ως βοσκοί με ένα χιλιάρικο την ημέρα όταν το κανονικό  μεροκάματο ήταν περίπου 7 χιλιάδες δραχμές και έμεναν σε στάνες.

Έως, το 1998, όποτε και έγινε η πρώτη επίσημη διαδικασία νομιμοποίησης, οι Αλβανοί είχαν εγκατασταθεί στις μεγάλες πόλεις και στην ελληνική ύπαιθρο. Ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, ακόμα και τα πιο απομονωμένα χωριά έρχονταν πλέον σε επαφή με ανθρώπους της γειτονικής χώρας. Το γεγονός αυτό άρχισε να δυσαρεστεί πολλούς από τους ντόπιους, οι οποίοι δεν ήταν συνηθισμένοι σε συναναστροφές με άτομα εκτός του στενού τους περιβάλλοντος.

Το συγκεκριμένο ημιορεινό χωριό του νομού Πιερίας, ήταν μόλις 7 χιλιόμετρα έξω από την Κατερίνη. Το 1998 αριθμούσε περίπου 800 μόνιμους κατοίκους. Μόνιμα ζούσαν επίσης μερικές δεκάδες Αλβανών που είχαν εγκατασταθεί σε παράγκες της περιοχής και εργάζονταν στα χωράφια.

Την περίοδο εκείνη παρατηρήθηκε μία ραγδαία αύξηση της λεγόμενης μικρο-εγκληματικότητας στο ήσυχο χωριό. Οι κάτοικοι κατήγγειλαν διαρρήξεις, κλοπές και παρενοχλήσεις. Πολύ γρήγορα, στο στόχαστρο για τις ενέργειες αυτές μπήκαν οι αλλοδαποί. Κυριάρχησε ένα αίσθημα δυσπιστίας και φόβου προς τα ξένα πρόσωπα που διέρχονταν καθημερινά από την περιοχή. Αυτή η αρνητική διάθεση συσσωρεύτηκε κυρίως προς τους Αλβανούς, οι οποίοι αποτελούσαν την πλειονότητα. Τότε υπήρξε και μια φραστική παρενόχληση κοπέλας που εξαγρίωσε πολλούς χωρικούς.

Αν και οι ίδιοι οι κάτοικοι απασχολούσαν πολλούς Αλβανούς στα χωράφια τους, με ιδιαίτερα χαμηλά μεροκάματα και ανασφάλιστους, κάποιοι δεν δίσταζαν να εξαπολύουν δημόσια βαριές κατηγορίες εναντίον τους, δείχνοντάς τους ευθέως ότι ήταν ανεπιθύμητοι. Ο κοινοτάρχης, αφουγκραζόμενος όπως ισχυρίστηκε τον «λαϊκό αναβρασμό» συγκάλεσε κοινοτικό συμβούλιο για να βρεθεί μια λύση. Στο συμβούλιο αυτό «έπεσε στο τραπέζι» μία παράλογη ιδέα, η οποία ωστόσο βρήκε σύμφωνα και τα επτά μέλη της επιτροπής. Αποφασίστηκε να απαγορευτεί η κυκλοφορία στους αλλοδαπούς και συγκεκριμένα στους Αλβανούς, μετά τη δύση του ηλίου.

Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, όλοι οι ξένοι κάτοικοι του χωριού έπρεπε να βρίσκονται κλεισμένοι στα σπίτια τους. Θα οργανώνονταν, μάλιστα, ολιγάριθμες εθελοντικές ομάδες για την αποτελεσματική περιφρούρηση της κοινότητας σε 24ωρη βάση, χωρίς όμως να διευκρινιστεί αν αυτές θα επιτρεπόταν να οπλοφορούν. Ακόμα, όσοι Έλληνες απασχολούσαν Αλβανούς στις εργασίες τους, όφειλαν να προσκομίσουν υπεύθυνη δήλωση στην οποία θα αναλάμβαναν την ευθύνη για τη συντήρηση και για οποιαδήποτε παρανομία τους.

Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, όλοι οι ξένοι κάτοικοι του χωριού έπρεπε να βρίσκονται κλεισμένοι στα σπίτια τους/ Wikimedia Commons

Όταν ανακοινώθηκε το πρωτοφανές μέτρο, υπήρξε θετική ανταπόκριση από πολλούς κατοίκους.  Πίστεψαν ότι θα ήταν ένας αποτελεσματικός τρόπος περιορισμού της εγκληματικότητας και απομόνωσης του «ξένου στοιχείου». Έτσι, οι πρώτες ομάδες συστάθηκαν και οι περιπολίες ξεκίνησαν άμεσα.
Φυσικά, η απόφαση αυτή παραβίαζε βασικές αρχές του Συντάγματος και ο κοινοτάρχης, με πρωτοβουλία του οποίου τέθηκε σε ισχύ, το γνώριζε καλά.
Η είδηση έκανε το γύρο της Ελλάδας. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και ο Υπουργός Μακεδονίας-Θράκης καταδίκασαν από κοινού την αυθαίρετη απόφαση. Υποστήριξαν ότι το κλίμα ρατσισμού και ξενοφοβίας θα κατάφερνε μόνο να επιδεινώσει την ήδη τεταμένη κατάσταση. Σχεδόν το σύνολο του τύπου ήταν επικριτικό.

Σε έκτακτη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης με θέμα την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στη Βόρεια Ελλάδα, αποφασίστηκε η πρόσληψη χιλίων νέων ένστολων που θα συνέδραμαν στην καλύτερη αστυνόμευση της ευρύτερης περιοχής. Κι όμως τη βασικότερη ευθύνη του ξενοφοβικού κλίματος είχε η κυβέρνηση που δεν φρόντιζε την νόμιμη είσοδο στη χώρα και δεν έδινε άδειες παραμονής και εργασίας, ώστε να υπάρχουν σαφείς υποχρεώσεις και δικαιώματα. Έτσι επικράτησε ένα γενικό κλίμα ανομίας γύρω από το μεταναστευτικό.

Παράλληλα, ένα διπλανό χωριό θέλησε να εκφράσει σύσσωμο την αντίθεσή του προς το ξενοφοβικό μέτρο των κοντοχωριανών τους. Οι περίπου 700 κάτοικοι του Ελατοχωρίου Πιερίας οργάνωσαν μία «ελληνοαλβανική λαϊκή συγκέντρωση φιλίας», η οποία αποτέλεσε την πρώτη ανοιχτή συζήτηση με μετανάστες στην Ελλάδα σε επίπεδο κοινότητας. Οι 30 Αλβανοί μόνιμοι κάτοικοι του χωριού και οι ντόπιοι μαζεύτηκαν στην κεντρική πλατεία και σε κλίμα καλής διάθεσης αντάλλαξαν απόψεις, άκουσαν οι μεν τα προβλήματα και τα παράπονα των δε και συμφώνησαν στον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να πορευθούν στο εξής για να εξομαλυνθούν οι σχέσεις τους.

Οι διαστάσεις που πήρε το ζήτημα και η λαϊκή κατακραυγή δεν επέτρεψε στη μικρή κοινότητα να διατηρήσει τις βραδινές περιπολίες για πολύ καιρό. Μετά από εισαγγελική παρέμβαση, διατάχθηκε να σταματήσει αμέσως η απαγόρευση που είχε θέσει ο κοινοτάρχης στους αλβανούς κατοίκους.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons
Για ευνόητους λόγους, δεν αναφέρεται το όνομα του χωριού και του κοινοτάρχη.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Πως η προμελετημένη ρατσιστική επίθεση σε βάρος αφροαμερικανού αθλητή αποκαλύφθηκε μέσα από τις φωτογραφίες. Τον είχαν στοχοποιήσει και του έσπασαν το σαγόνι. Το περιστατικό στάθηκε αιτία να αλλάξουν οι κανόνες του αθλήματος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here