26 Ιουλίου 1944. Δεκαπέντε πτώματα πατριωτών κείτονταν σε ένα λάκκο στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης μετά από ομαδική εκτέλεση τους από τον Γερμανό επιλοχία Σούμπερτ και τους Έλληνες δοσίλογους συνεργάτες του.

Τις δραματικές στιγμές παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι κάτοικοι της περιοχής. Ανάμεσά τους ήταν και ένας νεαρός. Ήταν ο γιος του εργολάβου Μάλαμα από τη Θεσσαλονίκη. Μετά την εκτέλεση ο επικεφαλής του αποσπάσματος αναζήτησε μέσα από το πλήθος κάποιον που θα καταμετρούσε τους νεκρούς. Τότε στράφηκε προς το μέρος του.
«Έλα εδώ εσύ χοντρέ. Κατέβα κάτω να τους μετρήσεις», του είπε ο έλληνας υπαρχηγός του Σούμπερτ, Γεώργιος Γερμανάκης. Ο νεαρός διστακτικά άρχισε να μετράει χωρίς ‘ομως να μπορεί να αρθρώσει λέξη.
-«Πόσοι είναι ρε;»
-«Δεκαπέντε».
-«Κι ένας εσύ, δεκαέξι», είπε ο Γερμανάκης και τον πυροβόλησε χωρίς κανένα λόγο. Για πλάκα.

Θύματα των εκτελέσεων. Αριστερά: Ο εκτελεσθείς φαρμακοποιός του Σανατορίου Γρηγόρης Τσολάκης με τον αδερφό του. Δεξιά: Ο Πολυχρόνης Σαρακώτσης

Ως τόπος εκτέλεσης επιλέχθηκε το σημείο, όπου αντάρτες στις 12 Ιουλίου είχαν σκοτώσει δύο Γερμανούς αξιωματικούς, που έκαναν περιπολία. Τον ομαδικό τάφο είχαν σκάψει οι συγγενείς των θυμάτων, που με βία τους υποχρέωσαν οι αποκαλούμενοι Σουμπερίτες. Ο αδίστακτος Γερµανάκης, έπαιρνε έναν έναν τους µελλοθάνατους, τους τοποθετούσε στην άκρη του οµαδικού τάφου, τους έσπρωχνε μέσα και τους πυροβολούσε.

Θύματα της εκτέλεσης: Αριστερά: Ο Ιωάννης Μουντζέλης και δεξιά ο φαρμακοποιός Σταύρος Φαίνης

Πριν από κάθε εκτέλεση ανάγκαζαν τον κάθε μελλοθάνατο να βάζει στη σειρά τη σορό του προηγούμενου εκτελεσθέντα, ώστε να είναι θαμμένοι ανά τετράδες. Αμέσως μετά έδιναν εντολή στον επόμενο να πέσει μπρούμυτα στο λάκκο και τον πυροβολούσαν μία φορά στον αυχένα.
Όσοι εκτελέστηκαν, ακόμη και την τελευταία στιγμή κοίταζαν με θάρρος το θάνατο, ενώ ένας από αυτούς, ο Παναγιώτης Τσαγκάρης φώναξε: «Ζήτω το ΕΑΜ».

Θύματα της εκτέλεσης. Αριστερά: Ο Παναγιώτης Τσάγκαρης, ήταν από τους πρώτους διοικητικούς υπαλλήλους του Σανατορίου. Δεξιά: Ο Τάκης Μάνος

Ο πατέρας του 16ου θύματος παρακαλούσε να δώσει τη χαριστική βολή στο Σούμπερτ

Ο Σούμπερτ με το τέλος του πολέμου προσπάθησε να εξαφανίσει τα ίχνη του. Τον Απρίλιο του 1945 κατέφυγε στη δυτική Αυστρία, όπου και έπεσε στα χέρια των αμερικανών που κατέλαβαν την περιοχή. Μετά από ανακρίσεις ο γερμανός εγκληματίας οδηγήθηκε στο Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματιών Πολέμου στην Αθήνα και στη συνέχεια δικάστηκε στην Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1947.

Ο βασιλικός επίτροπος τον κατηγόρησε για 3000 εκτελέσεις αμάχων. Κηρύχθηκε ένοχος για ομαδικές σφαγές στην Κρήτη και τη Μακεδονία και καταδικάστηκε 27 φορές σε θάνατο. Την ιστορία του Σούμπερτ παρουσίασαν στο βιβλίο τους «Ένοχοι και Αθώοι» οι δημιουργοί της Μηχανής του Χρόνου, Χρίστος Βασιλόπουλος και Δημήτρης Πετρόπουλος. Ο Σούμπερτ μέχρι την τελευταία στιγμή υποστήριζε ότι δεν ήταν το πρόσωπο που αναζητούσαν. Δειλός όπως όλοι οι Ναζί που δεν παραδέχτηκαν ποτέ τις πράξεις για τις οποίες την περίοδο του πολέμου καμάρωναν.

Στην εκτέλεση του Σούμπερτ στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης παραβρέθηκε ο πατέρας του άτυχου φοιτητή Κωνσταντίνου Μάλαμα, του 16ου θύματος της ομαδικής εκτέλεσης στο Ασβεστοχώρι. Με τρεμάμενη φωνή ζήτησε από τον ανθυπολοχαγό του αποσπάσματος να πυροβολήσει αυτός τον Σούμπερτ. Ο αξιωματικός όμως δεν του επέτρεψε και έδωσε την εντολή στο απόσπασμα να εκτελέσει τον Σούμπερτ. Τότε ο πατέρας ζήτησε να δώσει αυτός τη χαριστική βολή. Πάλι όμως δεν του επετράπη. Στο τέλος πήρε μερικές πέτρες για να ρίξει, αλλά και πάλι δεν τον άφησαν και έτσι δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τη μεγάλη του επιθυμία, να δικαιώσει τη μνήμη του γιου του.

Το Σανατόριο, το καταφύγιο των κυνηγημένων

Η εκτέλεση των 16 στο Ασβεστοχώρι έγινε ως αντίποινα για την επίθεση ομάδας ανταρτών στις 12 Ιουλίου 1943 στο Σανατόριο της περιοχής. Την περίοδο της Κατοχής το Σανατόριο στο Ασβεστοχώρι ήταν το καταφύγιο των κυνηγημένων. Σ’ αυτό νοσηλεύονταν περίπου 600 φυματικοί από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, οι οποίοι μαζί με υπαλλήλους του οργανώθηκαν στην Αντίσταση. Στη δράση τους συνέβαλε καθοριστικά διευθυντής του Σανατορίου, Επαμεινώνδας Σακελαρίου, ο οποίος παρείχε όλες του τις δυνάμεις στο ΕΑΜ με φαρμακευτικό υλικό και περίθαλψη αγωνιστών.

ασβεστοχώρι εκτέλεση
Το μαρτυρικό Ασβεστοχώρι από ψηλά. Στο βάθος η Θεσσαλονίκη. Αερολήψη: Μηχανή του Χρόνου
H δράση των ανταρτών και η επιχείρηση εισβολής στο Σανατόριο

Οι συνθήκες άλλαξαν όταν ο διευθυντής βρέθηκε στο στόχαστρο της γερμανικής δίωξης και διέφυγε στο βουνό. Στη θέση του οι κατοχικές δυνάμεις τοποθέτησαν τον Ι. Σταθόπουλο. Όταν οι αντάρτες, που δραστηριοποιούνταν στην ευρύτερη περιοχή του Σανατορίου, του ζήτησαν φάρμακα για τις ανάγκες του αγώνα, εκείνος αρνήθηκε. Τότε στελέχη του Μακεδονικού Γραφείου αποφάσισαν να αναλάβουν δράση και να πάρουν τα φάρμακα που χρειάζονταν,  οργανώνοντας επιχείρηση εισβολής στο νοσοκομείο.

Η επιχείρηση ξεκίνησε αργά το βράδυ στις 12 Ιουλίου 1944. Τμήμα του ΕΛΑΣ επιτέθηκε στη φρουρά του Σανατορίου και την αφόπλισε. Την ίδια ώρα άλλοι αντάρτες έκοψαν το καλώδιο του τηλεγράφου και απέκοψαν την επικοινωνία με τη γερμανική φρουρά Ασβεστοχωρίου. Όταν αργότερα αυτό έγινε αντιληπτό, δύο αξιωματικοί και δύο στρατιώτες επιβιβάστηκαν σε ένα αυτοκίνητο για να ελέγξουν το δίκτυο. Όταν πλησίασαν το σανατόριο έπεσαν πάνω σε μια ομάδα ανταρτών που φρουρούσαν περιμετρικά τις προσβάσεις. Άνοιξαν πυρ και οι Ελασίτες ανταπέδωσαν με αποτέλεσμα να σκοτώσουν τους δύο αξιωματικούς και να τραυματίσουν τους άλλους δύο στρατιώτες.

εκτέλεση ασβεστοχώρι
Επίκεντρο της τιμωρίας των SS ήταν το σανατόριο του Ασβεστοχωρίου. Φωτογραφία: Μηχανή του Χρόνου

Τελικά οι ένοπλοι του ΕΛΑΣ κατάφεραν να αποσπάσουν πολύτιμα φάρμακα από το νοσοκομείο και να συλλάβουν τρεις πληροφοριοδότες των Γερμανών που παρίσταναν τους ασθενείς στο Σανατόριο. Οι αντάρτες σκότωσαν δύο από τους συνεργάτες των Γερμανών, που είχαν πάρει με τη βία μαζί τους κατά την αποχώρηση τους από το νοσοκομείο, ενώ λίγες μέρες αργότερα σκότωσαν στη Θεσσαλονίκη και τον διευθυντή του Σανατορίου, που έλειπε την ημέρα της επίθεσης.

Οι πρώτες εκτελέσεις

Η επιχείρηση του ΕΛΑΣ στο Ασβεστοχώρι θορύβησε τους Γερμανούς κατακτητές και τους Έλληνες συνεργάτες τους, οι οποίοι στις 20 Ιουλίου συνέλαβαν και εκτέλεσαν τρεις κατοίκους της περιοχής, τον Δημήτρη Περιστέρα, τον Γιώργο Χατζηαντωνίου και τον Διονύση Γιώτη. Αυτές όμως ήταν μόνο η αρχή των αντιποίνων.

Έγγραφο-ντοκουμέντο. Η αναφορά της 1ης Αυγούστου 1944 της χωροφυλακής που επιβεβαιώνει την εκτέλεση των πατριωτών.

Λίγες μέρες αργότερα στις 26 Ιουλίου 1944 ξεκίνησε η μεγάλη επιχείρηση των γερμανικών στρατευμάτων. Το Ασβεστοχώρι περικυκλώθηκε από τους Σουμπερίτες του Γερμανού επιλοχία Σούμπερτ, οι οποίοι φώναζαν, απειλούσαν, έβριζαν και πυροβολούσαν στον αέρα. Λεηλάτησαν σπίτια και συγκέντρωσαν με τη βία κατοίκους και παραθεριστές στο πάρκο του χωριού. Πολλοί προσπάθησαν να ξεφύγουν, όμως διαπίστωσαν ότι ήταν κυκλωμένοι από παντού. Τότε ξεκίνησαν τα δεύτερα και αγριότερα αντίποινα για τα γεγονότα του Σανατορίου.

Οι εκτελέσεις περιγράφονται ως αντίποινα και στο Δελτίο συμβάντων και αδικημάτων της 1ης Αυγούστου 1944: «εξετέλεσαν δια τουφεκισμού 18-19 Έλληνες πολίτες ως αντίποινα στα γεγονότα του Σανατορίου του Ασβεστοχωρίου. Μεταξύ των εκτελεσθέντων ήταν και υπάλληλοι του Σανατορίου».

Ο Σούμπερτ και οι Έλληνες συνεργάτες του εκτέλεσαν 16 Ασβεστοχωρίτες

Κάτοικοι άκουγαν βογκητά από τον ομαδικό τάφο αλλά δεν μπορούσαν να βοηθήσουν

Στην αρχή χώρισαν τους κρατούμενους σε τρεις ομάδες, άνδρες, γυναικόπαιδα και εφήβους ενώ λίγο αργότερα επέτρεψαν στις γυναίκες να φύγουν με τον όρο να παραδώσουν όπλα και στρατιωτικά είδη που είχαν κρυμμένα στα σπίτια τους. Οι Σουμπερίτες συνεργάτες των Γερμανών δεν σεβάστηκαν ούτε τους αρρώστους, τους οποίους κουβάλησαν και αυτούς στο πάρκο. Ένας από αυτούς ήταν ο Σωτήρης Δημάκας, που ενώ ήταν στο κρεβάτι, καταβεβλημένος από ελονοσία, τον έσυραν στο πάρκο, χτυπώντας τον σε όλη τη διαδρομή, με αποτέλεσμα να μην αντέξει και να πεθάνει. Ο Σούμπερτ και οι συνεργάτες του, Γεώργιος Γερμανάκης και Γεώργιος Καπετανάκης, απειλούσαν με εκτέλεση όσους έκρυβαν όπλα ή αντάρτες.

‘Ηρθαμε για να σκοτώσουμε και δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο, γιατί έχουμε να πάμε και αλλου», έλεγε ο Σούμπερτ

Οι Σουμπερίτες κρατούσαν στα χέρια τους μία λίστα με τα ονόματα όσων συνεργάζονταν με τον ΕΛΑΣ. Τα ονόματα τα είχε δώσει κάποιος προδότης. Έτσι διαχώρισαν δεκαπέντε άνδρες που τους μετέφεραν στο σπίτι του Στέργιου Λίττα, όπου για 3 ώρες τους χτυπούσαν με πέτσινες ζώνες, ξύλα και καρέκλες. Όταν λιποθυμούσαν, τους έβρεχαν με νερό και άρχιζαν ξανά την ανάκριση. Μετά τα βασανιστήρια και αφού κανείς δεν ομολόγησε το παραμικρό για τη δράση του, τους οδήγησαν για εκτέλεση. Σύμφωνα με μαρτυρίες το βράδυ ακούγονταν βογκητά από κάποιους που δεν είχαν ακόμη ξεψυχήσει. Οι ταγματασφαλίτες πάντως απαγόρευσαν σε όλους να πλησιάσουν  στον τόπο της εκτέλεσης, επειδή φοβούνταν ότι μπορεί να προσφέρουν βοήθεια σε όσους ήταν ακόμη ζωντανοί.

Οι φωτογραφίες των θυμάτων προέρχονται από το βιβλίο του δημοσιογράφου Νίκου Γιώτη «Το Ασβεστοχώρι στην Κατοχή» [email protected]

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Τα ορφανά κάνουν γυμναστική μπροστά στο καμένο σχολείο μετά τη σφαγή στον Χορτιάτη. Το ατιμώρητο ολοκαύτωμα της γερμανικής κατοχής και των Ελλήνων συνεργατών τους 

 

 

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: «Ένοχοι και αθώοι». Το δεύτερο βιβλίο της Μηχανής του Χρόνου. 23 ιστορίες από το ανέκδοτο υλικό της εκπομπής .

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here