Το κίνημα των Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχε τη συμπαράσταση του λαού και οδήγησε στη «Δίκη των έξι» και την εκτέλεση των πολιτικών από τους στρατιωτικούς. Τα δραματικά γεγονότα παρουσίασε η «Μηχανή του χρόνου» στην εκπομπή «Τα κινήματα και τα πραξικοπήματα στην Ελλάδα». Στην αρχική φωτογραφία της 26ης Ιανουαρίου 1923 εικονίζονται τα μέλη της Επαναστατικής Επιτροπής.

Το κείμενο αποτελεί σύνοψη από την ιστορική έρευνα του Γιώργου Καραγιάννη στον «Ημεροδρόμο»

Tα ξημερώματα της 13ης Αυγούστου 1922 ξεκίνησε η γενική τουρκική επίθεση σε όλο το Μικρασιατικό Μέτωπο. Την πρώτη επίθεση δέχθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις στο Αφιόν Καραχισάρ. Το Γ’ Σώμα Στρατού υποχρεώνεται να εκκενώσει το Δορύλαιο. Την επομένη υποχρεώνεται σε σύμπτυξη και το Α’ Σώμα Στρατού για να ακολουθήσει και το Β’. Το Αφιόν Καραχισάρ καταλαμβάνεται από τις τουρκικές δυνάμεις. Αρχίζει η άτακτη υποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων.
20 Αυγούστου παραδίδεται ο διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης με 4.400 άνδρες. Ενδεικτικό της πλήρους σύγχυσης που επικρατούσε στις ελληνικές δυνάμεις είναι και το γεγονός ότι η κυβέρνηση των Αθηνών μη γνωρίζοντας ότι ο Τρικούπης έχει συλληφθεί αιχμάλωτος τον διόρισε αρχιστράτηγο στη θέση του Γ. Χατζανέστη. Στις 27 Αυγούστου καταλαμβάνεται η Σμύρνη για να ακολουθήσει η σφαγή των χριστιανών και να μπει τέλος στην παρουσία του ελληνισμού της Ιωνίας.

Μετά την ήττα τα τμήματα του στρατού που παρέμειναν συγκροτημένα, συγκεντρώθηκαν στη Χερσόνησο της Ερυθραίας. Από εκεί με τη βοήθεια του στόλου διεκπεραιώθηκαν στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Στους κύκλους των αξιωματικών έχουν ήδη αρχίσει συζητήσεις για την οργάνωση κινήματος που αποκρυσταλλώνονται στη Χίο και τη Μυτιλήνη στις 10 , 11 και 12 Σεπτεμβρίου.

Πλαστήρας- Γονατάς. Πίσω αριστερά ο Γεώργιος Παπανδρέου, πολιτικός σύμβουλος των επαναστατών.

Επικεφαλής του κινήματος τίθενται δύο αξιωματικοί με μεγάλο κύρος που τους αποδέχεται όλο το Στράτευμα, ο βενιζελικός συνταγματάρχης των ευζώνων, Νικόλαος Πλαστήρας, ο αποκαλούμενος «μαύρος καβαλάρης» και ο ομοιόβαθμός του, μετριοπαθής φιλοβασιλικός, Στυλιανός Γονατάς. Στους επαναστάτες προσχωρεί και μεγάλο τμήμα του στόλου με επικεφαλής τον διοικητή της ναυτικής βάσης Χίου αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά.

Όλοι συμφωνούν πως άμεσα πρέπει να κατευθυνθούν στην Αθήνα, να την καταλάβουν, να καθαιρέσουν το βασιλιά Κωνσταντίνο, να παραπέμψουν σε δίκη και να τιμωρήσουν παραδειγματικά τους υπεύθυνους της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Η αμαχητί επικράτηση

Η Επανάσταση κυριάρχησε αμαχητί. Η κυβέρνηση του Νικ. Τριανταφυλλάκου πληροφορήθηκε το κίνημα από τις προκηρύξεις που ρίχτηκαν στην Αθήνα. Το ίδιο και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Οι προσπάθειες που κατέβαλαν να οργανώσουν αντίσταση εξοπλίζοντας τους επιστράτους, οι οποίοι είχαν παίξει καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα του 1916, απέτυχαν.

Ο στρατιωτικός διοικητής Αθηνών υποστράτηγος Γ. Κωνσταντινόπουλος στέλνει αγγελιοφόρους στα Μεσόγεια για να ξεσηκώσει τους κατοίκους, οι οποίοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι βασιλικοί. Αυτοί απαντούν πως με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση θα πάρουν τα όπλα και θα πολεμήσουν για τον «κουμπάρο τους τον Κώτσο», αλλά πρώτα πρέπει να τελειώσουν τον τρύγο!

Ο Κωνσταντίνος καλεί τον πρώην αρχιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα και του ζητά να μεσολαβήσει στους επαναστάτες ώστε να παραμείνει στο θρόνο. Ο Παπούλας κατευθύνεται στο Λαύριο όπου ήδη έχουν φθάσει οι επαναστάτες και συναντά τα μέλη της Επαναστατικής Επιτροπής. Εκεί ακούει τον Πλαστήρα να του ξεκαθαρίζει : «Ο βασιλιάς όχι μόνο πρέπει να παραιτηθεί, αλλά και να φύγει αμέσως από την Ελλάδα».

Πλαστήρας και Γονατάς εισέρχονται έφιπποι στην Αθήνα

Ο Κωνσταντίνος παραιτείται, αρχίζουν οι συλλήψεις

Στις 14 Σεπτεμβρίου μετά την παραίτηση του Κωνσταντίνου ένας απλός ιερέας ορκίζει το νέο βασιλιά Γεώργιο Β’. Οι δρόμοι κατακλύζονται από αμέτρητα πλήθη που πανηγυρίζουν.
Υπουργοί εξαφανίζονται . Στελέχη των φιλοβασιλικών κρύβονται. Οι ομάδες του Πάγκαλου συνεχίζουν τις συλλήψεις και συγκεντρώνουν τους κρατούμενους στο προαύλιο της καθολικής εκκλησίας που βρίσκεται απέναντι από τα γραφεία του «Ελευθέρου Βήματος».
Μέχρι το τέλος της ημέρας οι συλληφθέντες ξεπερνούν τους 300. Από τους τελευταίους που συλλαμβάνονται είναι και αυτοί που σύντομα θα χαρακτηρισθούν ως «μεγάλοι ένοχοι» της τραγωδίας, θα δικασθούν και θα εκτελεσθούν. Οι πρώην πρωθυπουργοί Δημήτριος Γούναρης και Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης συλλαμβάνονται στο γραφείο του πρώην υπουργού Σπ. Στάη. Στο σπίτι του συλλαμβάνεται ο πρώην πρωθυπουργός Νικόλαος Στράτος. Στα σπίτια τους επίσης συνελήφθησαν ο πρώην υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης ,ο υποστράτηγος Ξενοφών Στρατηγός και ο υποναύαρχος Μιχαήλ Γούδας. Λίγες μέρες αργότερα συνελήφθη ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής. Τελευταίος στις 26 Σεπτεμβρίου συνελήφθη στο σπίτι του στο Νέο Φάληρο ο πρώην αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζανέστης ο οποίος ήταν από τους λίγους που δεν έσπευσαν να κρυφθούν . Τις πρώτες μέρες οι συλληφθέντες κρατήθηκαν στην Αστυνομική Διεύθυνση στην οδό Πατησίων. Αργότερα προφυλακίσθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ.

Η Επαναστατική Επιτροπή θορυβημένη από τις κινήσεις του Πάγκαλου σπεύδει να τις αποκηρύξει με ανακοινωθέν στο οποίο τονίζεται : «Δηλούμεν ότι δια τας ενεργείας των ταύτας δεν εξουσιοδοτήθησαν παρά της Επαναστατικής Επιτροπής, ήτις θα εγκαταστήσει τας νέας Αρχάς, συμφώνως προς το πνεύμα της πρώτης προκηρύξεως της. Στη συνέχεια οι ηγέτες της Επαναστατικής Επιτροπής συναντήθηκαν με τον Πάγκαλο, που έδωσε εξηγήσεις, κάλυψαν ουσιαστικά τις ενέργειές του με ένα «διασαφητικόν» ανακοινωθέν στο οποίο αναφερόταν πως «ουδεμία διαφωνία ή παρεξήγησις έλαβε χώραν». Μετά από αυτό ουδείς από τους κρατουμένους αφέθη ελεύθερος.

Οι πρεσβευτές της Αγγλίας, σερ Φράνσις Λίντλευ και της Γαλλίας, ντε Μαρσιγί, εκπροσωπόντας και τους συναδέλφους τους της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ολλανδίας, ζητούν να δικασθούν οι συλληφθέντες από πολιτικό δικαστήριο, μετά την εγκατάσταση κανονικής κυβέρνησης. Οι Πλαστήρας και Γονατάς υποχωρούν μπροστά στην πίεση. Στη συνέχεια οι ξένοι πρεσβευτές έδωσαν και την συγκατάθεσή τους για τον σχηματισμό πολιτικής κυβέρνησης που ορκίστηκε στις 17 Σεπτεμβρίου. Πρωθυπουργός υπό αίρεσιν, αφού έλειπε στο εξωτερικό και δεν είχε απαντήσει αν δέχεται ή όχι την πρωθυπουργία, θα ανελάμβανε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης.

Ο παραιτηθείς βασιλιάς Κωνσταντίνος κατά την αναχώρηση του για το Παλέρμο της Ιταλίας

«Θέλουν κρέμασμα οι Γουναραίοι»

Οι εφημερίδες που πρόσκεινται στην Επανάσταση ζητούν «Θάνατο για τους προδότες». Οι ίδιες εφημερίδες κατακλύζονται από ψηφίσματα εργατικών σωματείων, επαγγελματικών ενώσεων, εκπροσώπων προσφύγων που ζητούν να δικασθούν άμεσα και να τιμωρηθούν οι πρωταίτιοι της τραγωδίας. Συνθήματα όπως «Θέλουν κρέμασμα οι Γουναραίοι» ακούγονται σε όλες τις γωνιές της χώρας.
Στους κορυφαίους «αδιάλλακτους» όπως ο Θεόδωρος Πάγκαλος προστίθεται και ο στρατηγός Αλέξανδρος Οθωναίος, ένας αξιωματικός με μεγάλο κύρος στους κόλπους του Στρατεύματος. Από κοντά και οι κορυφαίοι του στρατοπέδου των δημοκρατικών. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου απευθυνόμενος στους στρατιωτικούς τονίζει πως «έχομεν ανάγκην ενός εξαγνισμού πλήρους» .
Στο στρατόπεδο των βενιζελικών υπερτερούν συντριπτικά οι υπέρμαχοι των εκτελέσεων. Άλλοι όπως ο στρατηγός Δαγκλής κάνουν ότι μπορούν για να τις αποτρέψουν, όμως είναι μειοψηφία.

Ο αδριάντας του Πλαστήρα στην Ν. Ερυθραία. Εγκαίνια 1978. Οι Μικρασιάτες δεν τον ξέχασαν ποτέ

Όσο για τον ίδιο τον Βενιζέλο, που έχει αναλάβει τις διαπραγματεύσεις στο εξωτερικό, στις συζητήσεις του με τους ξένους διπλωμάτες όταν θίγεται το θέμα των εκτελέσεων είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και περιορίζεται να τους συστήσει να αποφύγουν οποιαδήποτε «δέσμευση ή παρότρυνση». Υπέρ της αυστηρής τιμωρίας των ενόχων τάσσονται με συνεχή δημοσιεύματα στο «Ριζοσπάστη» το νεαρό τότε Σοσιαλιστικό Εργατικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα της Ελλάδας και η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας.

Μπροστά στην πίεση αυτή και φοβούμενοι την ανατροπή τους από τον Πάγκαλο, οι ηγέτες της Επαναστατικής Επιτροπής υποχρεώνονται σε αλλαγή γραμμής.

Ο ιστορικός του μεσοπολέμου Γρηγόριος Δαφνής (« Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940» ) αναφέρει: « Ο Πλαστήρας, προ της καταστάσεως αυτής, εκάλεσε τους Θ. Πάγκαλον και Αλεξ. Οθωναίον εις το γραφείον του. Τους είπε:

«Θέλετε να τους δικάσουμε αμέσως. Σύμφωνοι. Αλλά ο ένας από σας θα είναι Πρόεδρος του Στρατοδικείου που θα τους δικάση και ο άλλος Βασιλικός Επίτροπος. Δέχεσθε να τους δικάσετε εσείς;». Οι δύο στρατηγοί εδίστασαν προς στιγμήν ενώπιον της ευθύνης. Κατόπιν του είπαν: «Δεχόμεθα, αλλά πρέπει να ξέρωμε ότι η απόφασις που θα εκδώσωμε θα εκτελεσθή».

« Σας δίνω τον λόγο της στρατιωτικής μου τιμής», ήτο η απάντησις του Πλαστήρα, ο οποίος ασφαλώς δεν επίστευεν ότι το Στρατοδικείον θα απήγγελλε θανατικάς εκτελέσεις». Ο διάλογος αυτός έκρινε την τύχη των Εξ.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here