7 Οκτωβρίου 1979. Το ελβετικό αεροσκάφος τύπου DC-8 της «Σουϊσαίρ» (Swisser) συνετρίβη κατά την προσγείωσή του στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Ελληνικού και κατέληξε κοντά στο γήπεδο γκολφ στη Γλυφάδα.

Η άτρακτος και η αριστερή πτέρυγα κόπηκαν και τυλίχτηκαν στις φλόγες. Όσοι δεν πρόλαβαν να φύγουν από την μπροστινή πόρτα, κάηκαν ζωντανοί. Ο μοιραίος απολογισμός έφτασε τους 14 νεκρούς, ενώ δεκάδες ακόμη τραυματίστηκαν. Οι πιλότοι συγκέντρωσαν τις περισσότερες κατηγορίες για το πολύνεκρο δυστύχημα. Οδηγήθηκαν σε δίκη και καταδικάστηκαν σε 5 χρόνια φυλάκιση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας.

Η μοιραία προσγείωση

Η pτήση SR 316 που εκτελούσε το μοιραίο αεροσκάφος, ήταν ένα προγραμματισμένο δρομολόγιο με αφετηρία τη Γενεύη και τελικό προορισμό τη Βομβάη. Η επίσης προγραμματισμένη ενδιάμεση στάση στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε για την αποβίβαση ορισμένων, Ελλήνων κυρίως, επιβατών.

Το αεροσκάφος έφερε το όνομα «Uri» και μετέφερε συνολικά 146 επιβάτες και το 12μελές πλήρωμα. Οι περισσότεροι από τους επιβάτες ήταν γιατροί και πήγαιναν σε ένα ιατρικό συνέδριο στην Κίνα.

Το μοιραίο αεροσκάφος της ελβετικής εταιρείας Swissair

Ώρα 10:16μ.μ. Το αεροσκάφος προσέγγισε το διάδρομο με ταχύτητα 146 κόμβων (270 χιλιόμετρα/ώρα – 168 μίλια/ώρα) και διένυσε πάνω από 500 μέτρα. Ο πιλότος δοκίμασε τα φρένα του, βεβαιώθηκε ότι λειτουργούν και άφησε το αεροσκάφος να προχωρήσει λίγο ακόμα. Όταν, όμως, έφτασε κοντά στο τέλος του διαδρόμου και πάτησε τα φρένα, οι τροχοί γλίστρησαν πάνω στο έδαφος και το αεροσκάφος συνέχισε ανεξέλεγκτο την πορεία του.

Διαβάστε ακόμα: Το αεροπορικό δυστύχημα του Γιάκοβλεφ στα Πιέρια Όρη που στοίχισε τη ζωή σε 70 ανθρώπους. Τρεις μέρες αργότερα συνετρίβη και το C 130 που έψαχνε επιζώντες

Έπεσε πάνω στο συρματόπλεγμα του φράχτη και βγήκε στον περιφερειακό δρόμο, προς το Γκολφ. Η άτρακτος και η αριστερή πτέρυγα κόπηκαν και άρπαξαν φωτιά. Στο πίσω μέρος της ατράκτου παγιδεύτηκαν πολλοί επιβάτες. Οι περισσότεροι από αυτούς κάηκαν ζωντανοί.

Ως «πύρινο φέρετρο» χαρακτηρίστηκε το αεροσκάφος από τον τύπο της εποχής. Καμένα απομεινάρια του αεροπλάνου και οι πυροσβέστες μετά την κατάσβεση της φωτιάς ξεκίνησαν το δύσκολο έργο του εντοπισμού των νεκρών

Ένας από τους τραυματίες, αφηγήθηκε στον Τύπο της εποχής:

«Μόλις το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο, τυλίχτηκε στις φλόγες. Ακολούθησαν σκηνές πανικού. Όλοι έντρομοι κινήθηκαν από τον στενό διάδρομο του αεροπλάνου για να φτάσουν στη μοναδική πόρτα, που δεν καιγόταν. Πηδώντας πάνω από τα καθίσματα, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, επιβάτες καιγόμενοι όρμησαν στην μπροστινή πόρτα. Με κόπο καταφέραμε να την ανοίξουμε. Από εκεί κατέβηκαν όσοι σώθηκαν».

Αμέσως κατέφτασαν πυροσβεστικά οχήματα του αεροδρομίου και ομάδες διάσωσης. Ο τύπος της εποχής περιέγραψε το χρονικό της φρίκης:

«Ώρα 3 το πρωί. Καθώς οι προβολείς των συνεργείων φωτίζουν την άμορφη μάζα των σιδερικών, αρχίζει να διαγράφεται η τραγωδία σε όλη της την έκταση. Διαμελισμένοι σκελετοί απανθρακωμένων πτωμάτων, σκόρπιοι παντού, ανάμεσα στα συντρίμμια. Σε όλη την ατμόσφαιρα μια ανυπόφορη μυρωδιά καμένης σάρκας. Και κάπου, στο πίσω μέρος της ατράκτου, ένα ζευγάρι σκελετών, αγκαλιασμένοι..»

Απανθρακωμένα σώματα των νεκρών από το αεροπορικό δυστύχημα

Ο τραγικός απολογισμός του αεροπορικού δυστυχήματος έφτασε τους 14 νεκρούς, ενώ δεκάδες ακόμη τραυματίστηκαν. Οι σωροί των νεκρών περισυνελέγησαν και στάλθηκαν στους συγγενείς. Η διαδικασία αναγνώρισης των θυμάτων ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς τα σώματά τους ήταν παραμορφωμένα από την φωτιά. Η αναγνώριση βασίστηκε στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καθενός, όπως τεχνητές οδοντοστοιχίες και άλλα.

Το φορτίο με διαμάντια και πλουτώνιο

Μετά το δυστύχημα έγινε γνωστό ότι το αεροσκάφος μετέφερε πάνω από 450 κιλά ραδιοϊσοτόπων, ποσότητα πλουτωνίου και διαμάντια αξίας 70 εκατομμυρίων δραχμών. Τα διαμάντια, που είχαν φορτωθεί νομίμως στο αεροσκάφος για να μεταφερθούν στη Βομβάη, καταστράφηκαν ολοσχερώς. Τοποθετήθηκαν «καρβουνιασμένα» σε έναν σάκο και παραδόθηκαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να ελεγχθεί αν κάποιο κομμάτι γλίτωσε τη φωτιά.

Επιστήμονας στην περιοχή συντριβής του ελβετικού αεροσκάφους. Ελέγχει την ενδεχόμενη διασπορά ραδιενέργειας

Ο Δήμαρχος Αλίμου καθώς και οι τοπικές αρχές έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου για την επικίνδυνη διασπορά ραδιενέργειας στην περιοχή από τα ραδιενεργά ισότοπα και καλούσαν τα αρμόδια Υπουργεία να αναλάβουν δράση.

Ωστόσο, οι Αρχές καθησύχασαν τους πολίτες μετά τον απαραίτητο έλεγχο που πραγματοποίησαν, αναφέροντας πως δεν έχει εντοπιστεί καμία διασπορά ραδιενέργειας. Τις επόμενες μέρες, Άγγλοι επιστήμονες ήρθαν αποκλειστικά για τα κιβώτια με τα ραδιοϊσότοπα και ανέλαβαν τη μεταφορά τους στο Λονδίνο.

Όσον αφορά την ποσότητα πλουτωνίου, οι αρμόδιες αρχές έσπευσαν επίσης να καθησυχάσουν τους πολίτες, μόλις διαπίστωσαν ότι πρόκειται για πλουτώνιο που χρησιμοποιείται μόνο σε βιομηχανικές εφαρμογές και είναι διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιείται σε αντιδραστήρες και για πολεμικούς σκοπούς.

Οι δυο πιλότοι βρέθηκαν στο στόχαστρο για την αεροπορική τραγωδία. Στη δίκη που ακολούθησε 4 χρόνια αργότερα, κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε 5 χρόνια φυλάκισης έκαστος για ανθρωποκτονία εξ αμελείας

Τα αίτια της αεροπορικής τραγωδίας

Εκπρόσωποι της Ελβετικής αεροπορικής εταιρείας Swisser υποστήριξαν ότι το πολύνεκρο αεροπορικό δυστύχημα οφείλεται στα κατάλοιπα των ελαστικών από τους τροχούς των αεροσκαφών, τα οποία είχαν προσκολληθεί στον διάδρομο και προκάλεσαν την ολισθηρότητά του.

Ωστόσο, η διερεύνηση του δυστυχήματος ανέφερε ότι οι χειριστές της πτήσης προσγείωσαν το αεροσκάφος στο διάδρομο αργοπορημένα και με υπερβολική ταχύτητα, μετά από μια μη σταθεροποιημένη τελική προσέγγιση. Συμπλήρωσε μάλιστα πως οι πιλότοι δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν σωστά την πέδηση του αεροσκάφους και τα συστήματα αντίστροφης ώσης.

Σύμφωνα με τις αρμόδιες επιτροπές, αυτά τα δύο στοιχεία αποτέλεσαν την αιτία που το αεροσκάφος δεν κατάφερε να σταματήσει εντός της προβλεπόμενης διαδρομής και εξετράπη.

Η δίκη των πιλότων

Στις 26 Απριλίου 1983 εκδικάστηκε η υπόθεση των κατηγορούμενων πιλότων του μοιραίου ελβετικού αεροσκάφους. Οι δύο Ελβετοί πιλότοι Φριτς Σμούτς και Μάρτιν Ντόιινγκερ κρίθηκαν ένοχοι για το πολύνεκρη αεροπορική τραγωδία.

Ολόκληρο το πίσω τμήμα του αεροσκάφους είχε μετατραπεί σε άμορφη μάζα. Η φωτιά είχε λιώσει τα πάντα

Το δικαστήριο επέβαλλε στον καθένα 5 χρόνια και 2μιση μήνες φυλάκιση για 14 ανθρωποκτονίες εξ αμελείας, 19 σωματικές βλάβες από αμέλεια και διατάραξη της ασφάλειας των αεροσυγκοινωνιών επίσης από αμέλεια. Μετά την καταδίκη τους, οι δύο πιλότοι άσκησαν έφεση που είχε ανασταλτική δύναμη, με τον όρο να παραμείνει η εγγυοδοσία και αφέθηκαν ελεύθεροι να αναχωρήσουν στην πατρίδα τους.

Διαβάστε ακόμα στη «ΜτΧ»: «Εάν πετούσε 50 μέτρα πιο ψηλά δεν θα έπεφτε πάνω στο βουνό». Η αεροπορική τραγωδία στη Σάμο που στοίχισε τη ζωή σε 34 ανθρώπους. Το λάθος του πιλότου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here