Γεννήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου του 1969. Της έδωσαν το όνομα Γενοβέφα Ιωάννα, ενώ το επίθετο φανέρωνε την κρητική της καταγωγή.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, όταν ήταν 5-6 ετών, έζησε στην Αθήνα και στην Κρήτη. Ο πατέρας της ήταν Έλληνας μετανάστης στις ΗΠΑ, που για χρόνια κυνηγούσε το όνειρο να καταξιωθεί ως ηθοποιός. Όσο η Ιωάννα ήταν παιδί δεν τα κατάφερε.

Μόλις επέστρεψαν στην Αμερική, το όνομα της μικρής άλλαξε και δεν θύμιζε πια τις ελληνικές της καταβολές.
Λίγα χρόνια μετά, αποκόπηκε ακόμα περισσότερο από τις ρίζες της, καθώς οι γονείς της πήραν διαζύγιο και η ίδια με τον αδερφό της έμειναν με τη μητέρα τους.

Για χρόνια, μάλιστα, η σχέση με τον πατέρα της είχε κλονιστεί. Αισθανόταν ότι τους είχε εγκαταλείψει για μια άλλη γυναίκα. Αυτό το αίσθημα εγκατάλειψης τη συνόδευε μέχρι και την εφηβεία της, όποτε ξεκίνησαν να κάνουν ώριμες συζητήσεις και να περνούν χρόνο μαζί.
Τότε, του εκμυστηρεύτηκε ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός, να τα καταφέρει εκεί που αυτός δεν είχε πετύχει κάτι
σημαντικό. Ο πατέρας της, αρχικά την απέτρεψε.

Ο χώρος ήταν σκληρός και δεν ήθελε η κόρη του να βιώσει την ίδια απογοήτευση. Η μικρή ήταν όμως αμετάπειστη. Μία μέρα, πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει τον ατζέντη του πατέρα της για να του ζητήσει να της κλείσει ακροάσεις για ταινίες και σειρές. Παράλληλα, πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις και εισήχθη σε ένα από τα πιο φημισμένα και απαιτητικά σχολεία υποκριτικής της χώρας, το New York’s High School of the Performing Arts.

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 τελικά δικαίωσε και τους δύο. Ο Έλληνας ηθοποιός κέρδισε έναν από τους βασικούς ρόλους στη δεύτερη μακροβιότερη σαπουνόπερα της αμερικανικής τηλεόρασης, το Days of our lives («Μέρες Αγάπης»). Ταυτόχρονα, η κόρη του έκανε το ντεμπούτο της σε θεατρικές παραστάσεις και μικρές κινηματογραφικές παραγωγές.

Η σχέση της με την Ελλάδα

Η σχέση της «Ιωάννας» με την Ελλάδα ήταν ανέκαθεν καλή, αλλά απόμακρη. Η ίδια δεν γνωρίζει Ελληνικά, παρά μόνο σκόρπιες λέξεις. Έχει επαφές με τους συγγενείς της στην Κρήτη, ενώ δηλώνει περήφανη για το «ελληνικό αγέραστο γονίδιο».

Ο μπαμπάς μου είναι 100% Έλληνας. Έκλεισε τα 84 και μετά βίας έχει ρυτίδες. Ούτε η γιαγιά μου είχε, η οποία ήταν 95 όταν πέθανε.

Παρόλα αυτά, έχει δηλώσει ότι την ενοχλούν τα στερεότυπα και οι προσδοκίες που έχει θέσει το Χόλιγουντ για τους Έλληνες. Η ίδια απολαμβάνει τη «ζεστασιά» της οικογένειάς της, δεν πιστεύει όμως ότι μπορεί να ανταποκριθεί στο προφίλ της φασαριόζας, παθιασμένης, φλύαρης Ελληνίδας που έχει πλάσει και καθιερώσει η αμερικανική μυθοπλασία.

Ο λόγος φυσικά για την Τζένιφερ Άνιστον, μία από τις δημοφιλέστερες ηθοποιούς της γενιάς της παγκοσμίως.

Ο ρόλος της στα «Φιλαράκια» το 1994 εκτόξευσε τη φήμη της και από τότε μέχρι σήμερα η πορεία της είναι μόνο ανοδική. Από το 2012, διαθέτει ένα αστέρι με το όνομά της στο διάσημο Walk of Fame του Hollywood.

Σε συνέντευξή της προ εικοσαετίας, είχε μοιραστεί ένα αστείο περιστατικό από την εποχή που τα «Φιλαράκια» ξεκίνησαν να προβάλλονται στην Ελλάδα. Οι γιαγιάδες και οι θείες της από την Κρήτη ήθελαν φυσικά να δουν την αγαπημένη τους ανιψιά στην τηλεόραση. Καθώς όμως δεν αντιλαμβάνονταν το χιούμορ της σειράς, έμεναν να κοιτούν την οθόνη αμήχανα, περιμένοντας μόνο πότε θα εμφανιστεί η Τζένιφερ.
Ο πατέρας της λέγεται Γιάννης Αναστασάκης και άλλαξε το ονομά του, όπως πολλοί μετανάστες, όταν έφθασε στις ΗΠΑ. Είναι από τα Χανιά.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Jennifer Aniston (@jenniferaniston)

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: «Τα Φιλαράκια»: Ο Τζόι και η Μόνικα ήταν εραστές, ο Τσάντλερ ήταν γκέι και η Κόρτνει Κοξ προοριζόταν για τον ρόλο της Ρέιτσελ. Τα αρχικά σχέδια των δημιουργών και γιατί άλλαξαν

 

Πηγή φωτογραφιών: YouTube

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here