Τον αποκαλούσαν «Μπλε» γιατί αυτό το χρώμα είχε το πρώτο του θύμα, καθώς το στραγγάλιζε. Μετά έγινε γνωστός ως «Κουτάλια» και «Άνθρωπος που τρώει εγκεφάλους», επειδή το θύμα που σκότωσε είχε καρφωμένο στο κεφάλι ένα κουτάλι και μέρος του εγκεφάλου έλειπε.

Τα αγγλικά μέσα ενημέρωσης τον έχουν βαφτίσει «Χάνιμπαλ ο Κανίβαλος» και θεωρείται ο πιο επικίνδυνος κατά συρροή δολοφόνος τη χώρας.
«Δεν τους ενδιαφέρει αν είμαι τρελός ή κακός. Δεν γνωρίζουν την απάντηση και δεν τους νοιάζει, αρκεί να είμαι εξαφανισμένος και ξεχασμένος». Αυτό δήλωσε κάποια στιγμή ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ και κατηγόρησε άμεσα το σωφρονιστικό σύστημα της Βρετανίας για την άδικη μεταχείρισή του.

Ο Μόντσλεϊ διέπραξε ένα μόνο φόνο από τους συνολικά τέσσερις, έξω από τη φυλακή και φαίνεται πως θύματά ήταν εκείνοι «που δεν άξιζαν να ζήσουν, αν θέλουμε ο κόσμος να γίνει καλύτερος». Παραμένει σε απομόνωση για περίπου 40 χρόνια και βγαίνει κάθε μέρα μόνο για μία ώρα.

Η τραγική παιδική ηλικία

Ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1953 στο Λίβερπουλ της Αγγλίας και από ηλικία μόλις δύο ετών, η ζωή του έγινε τραγική.

Ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ σε μικρή ηλικία

Αυτός και τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια του μεταφέρθηκαν σε ορφανοτροφείο, λόγω γονεϊκής αμέλειας. Τα χρόνια στο καθολικό ορφανοτροφείο «Nazareth House» ήταν όμορφα, αλλά κράτησαν λίγο.
Μετά από τέσσερα χρόνια, οι γονείς τους επέστρεψαν και πήραν τα παιδιά πίσω στο σπίτι.
Η οικογένεια είχε πλέον 12 παιδιά και ο Ρόμπερτ ήταν ένα από αυτά που βίωσαν σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, καθώς επίσης και ψυχολογική βία.
«Το μόνο που θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία είναι το ξύλο. Μια φορά έμεινα κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο για έξι μήνες. Ο πατέρας μου ερχόταν και με χτυπούσε πέντε με έξι φορές την ημέρα. Χρησιμοποιούσε βέργες και ράβδους, ενώ μια φορά άδειασε στην πλάτη μου ένα αεροβόλο όπλο».
Αυτές ήταν οι μόνες αναμνήσεις που είχε από τους γονείς του, μέχρι που κοινωνικοί λειτουργοί τον έδωσαν σε ανάδοχες οικογένειες.
Ο Ρόμπερτ δεν κατάφερε να κρατήσει επαφή με πολλά από τα αδέρφια του, επειδή ο πατέρας τους τούς είπε ότι είχε πεθάνει.
Πέρασε από πολλές ανάδοχες οικογένειες έως τα 16 του, οπότε το έσκασε και αποφάσισε να βρει μια καλύτερη ζωή στο Λονδίνο.

Ναρκωτικά, πορνεία και ο πρώτος φόνος

Φτάνοντας στο Λονδίνο, η ζωή για τον Ρόμπερτ έγινε ακόμη πιο δύσκολη. Κοιμόταν στους δρόμους και αμέσως εθίστηκε στα ναρκωτικά. Τα επόμενα χρόνια μπαινόβγαινε στα ψυχιατρεία, έχοντας διαπράξει συνεχείς απόπειρες αυτοκτονίας.
Αμέτρητες φορές είχε εκμυστηρευτεί στους γιατρούς ότι φωνές στο μυαλό του τού έλεγαν να σκοτώσει τους γονείς του, ενώ συχνά μιλούσε για την κακοποίηση και τους βιασμούς που βίωνε σαν παιδί
Ο Μόντσλεϊ, στα 21 του, για να μπορέσει να επιβιώσει και να συνεχίσει να προμηθεύεται ναρκωτικά, στράφηκε στην πορνεία.
Τότε διέπραξε τον πρώτο του φόνο.
Το 1973 τον πλησίασε ο Τζον Φάρελ. Κατά τη διάρκεια της συνεύρεσης τους, ο Φάρελ έδειξε στον Μόντσλεϊ φωτογραφίες από πολλούς ανηλίκους που ο πρώτος είχε κακοποιήσει.
Ο Ρόμπερτ ξαφνικά έσπασε και γεμάτος οργή, στραγγάλισε με μανία τον παιδόφιλο που είχε μπροστά του.
Λίγο αργότερα συνελήφθη.
Η δίκη όμως δεν έγινε, καθώς ο Ρόμπερτ θεωρήθηκε φρενοβλαβής και οδηγήθηκε στο νοσοκομείο «Broadmoor» για τους παράφρονες εγκληματίες.

Δολοφόνος, εκδικητής, κανίβαλος

Ο Ρόμπερτ μετά τον εγκλεισμό του, διέπραξε άλλες τρεις δολοφονίες. Το 1997, μαζί έναν ένα άλλο ψυχοπαθή, κράτησαν όμηρο στο δωμάτιό τους έναν παιδόφιλο και τον βασάνισαν για εννέα συνεχόμενες ώρες, πριν του σπάσουν το κεφάλι στον τοίχο και τοποθετήσουν ψηλά το σώμα του, για να το δουν οι φύλακες.
Για αυτόν τον φόνο, ο Μόντσλεϊ κέρδισε και το παρατσούκλι «Χάνιμπαλ ο Κανίβαλος».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός  φύλακα, το κεφάλι του ασθενή ήταν ανοιγμένο «σαν βρασμένο αυγό». Στο κρανίο του ήταν σφηνωμένο ένα κουτάλι και μέρος από τον εγκέφαλο έλειπε. Ο φύλακας στην πρώτη εκδοχή δήλωσε πως ο Ρόμπρερτ το έφαγε. Στη δεύτερη εκδοχή, δήλωσε πως ο ίδιος ο δολοφόνος του το είπε.

Τα βρετανικά Μέσα τον έχουν χαρακτηρίσει «Χάνιμπαλ ο Κανίβαλος» και πολλοί θεωρούν ότι ο Μόντσλεϊ ενέπνευσε τον χαρακτήρα του Χανιμπαλ Λέκτερ από τη «Σιωπή των Αμνών»

Βέβαια, η νεκροψία πάνω στον ασθενή δεν έδειξε ποτέ σημάδια κανιβαλισμού, αλλά ο βρετανικός Τύπος έδωσε στον Μόντσλεϊ τον χαρακτηρισμό «Χάνιμπαλ ο Κανίβαλος».
Στη δίκη που ακολούθησε, ο Μόντσλεϊ διάστηκε ως σώας τας φρένας. Μεταφέρθηκε στις φυλακές «Wakefield» γενικού πληθυσμού.
Το 1978 ο Ρόμπερτ δολοφόνησε ξανά. Αυτήν την φορά δύο κρατούμενους. Εκείνη την ημέρα σχεδίαζε να σκοτώσει επτά άτομα.
Το πρώτο θύμα ήταν ο Σάνλεϊ Ντάργουντ, που είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία της γυναίκας του. Ο Μόντσλεϊ  τον παρέσυρε στο κελί του, του έκοψε τον λαιμό και τον έκρυψε κάτω από το κρεβάτι του.
Πέρασε το υπόλοιπο πρωί, προσπαθώντας να προσεγγίσει άλλους κρατούμενους στο κελί του, αλλά κανείς δεν τον πλησίαζε.
«Μπορούσες να διακρίνεις την τρέλα στα μάτια του «, έλεγαν οι υπόλοιποι έγκλειστοι.
Τελικά, κατάφερε να πλησιάσει τον δολοφόνο Μπιλ Ρόμπερτς. Τον μαχαίρωσε αμέτρητες φορές με ένα αυτοσχέδιο μαχαίρι και στη συνέχεια του έλιωσε το κεφάλι στον τοίχο.
Μετά τη δεύτερη δολοφονία, ήρεμος πήγε στη τραπεζαρία της φυλακής, άφησε το ματωμένο μαχαίρι και αποκρίθηκε στους δεσμοφύλακες: «Στη σημερινή καταμέτρηση των κρατουμένων, θα είστε μείον δύο».

Ο πιο επικίνδυνος δολοφόνος της Βρετανίας και ο παραλληλισμός με τον Χάνιμπαλ Λέκτερ

Το 1979 πραγματοποιήθηκε και η τελευταία δίκη για τον Μόντσλεϊ. Ο δικηγόρος του υποστήριξε ότι οι δολοφονίες έγιναν όλες εν βρασμώ ψυχής, εξαιτίας της τραυματικής παιδικής ηλικίας του Ρόμπερτ.
«Όταν σκοτώνω, έχω στο μυαλό μου τους γονείς μου. Αν είχα σκοτώσει τους γονείς μου το 1970, κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα είχε πεθάνει. Εάν τους είχα δολοφονήσει, τότε θα ήμουν ελεύθερος άνθρωπος και δεν θα έδινα δεκάρα για τον κόσμο», είπε στο δικαστήριο ο Μόντσλεϊ.

Ο Μόντσλεϊ βρίσκεται την απομόνωση για περίπου 40 χρόνια

Ο Ρόμπερτ δεν έχει διαπράξει άλλο φόνο.
Από το 1983 βρίσκεται στην απομόνωση, σε ένα ειδικά διαμορφωμένο κελί, που θυμίζει πολύ το κελί που ήταν φυλακισμένος ο Χάνιμπαλ Λέκτερ στην ταινία «Η Σιωπή των Αμνών».
Το κελί με ενισχυμένο αλεξίσφαιρο γυαλί έχει διαστάσεις 5,5 x 4,5 μέτρα. Μοναδικά έπιπλα, ένα τραπέζι και μια καρέκλα από συμπιεσμένο χαρτόνι. Η τουαλέτα και ο νεροχύτης είναι βιδωμένα στο έδαφος, ενώ το κρεβάτι αποτελείται από σκυρόδεμα.
Ο Ρόμπερτ μέχρι τον Ιούνιο του 2017, πέρασε 14.235 ημέρες στην απομόνωση, σχεδόν 40 χρόνια.
Βγαίνει στην αυλή, μόνο μια ώρα την ημέρα, αλυσοδεμένος και υπό τη συνοδεία έξι δεσμοφυλάκων.
Η τελευταία του φωτογραφία χρονολογείται 20 χρόνια πριν και το πρόσωπο του είναι γερασμένο και «ξεφλουδισμένο», εξαιτίας έλλειψης βιταμίνης D, κύρια πηγή της οποίας είναι το ηλιακό φως.
Απαγορεύεται οποιαδήποτε επαφή με τους άλλους συγκρατούμενούς του.
Ωστόσο, οικογενειακοί φίλοι που τον επισκέπτονται χαρακτηρίζουν τον Ρόμπερτ ως ευγενικό, ήρεμο, πανέξυπνο άνθρωπο με εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ.
Ο Μόνστλεϊ έχει πολύ υψηλό IQ, ακούει κλασική μουσική, διαβάζει ποίηση και λατρεύει την τέχνη.
Μάλιστα, έχει κάνει αίτηση να παρακολουθεί εξ αποστάσεως μαθήματα ιστορίας της μουσικής από βρετανικό πανεπιστήμιο.

Ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ φαίνεται ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του στην απομόνωση. Ο μακροχρόνιος εγκλεισμός του έχει δημιουργήσει αντιδράσεις και συζητήσεις από διάφορες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τον ρόλο που έχει το σωφρονιστικό σύστημα της Βρετανίας.
Σε αυτό προστίθεται το γεγονός ότι ο Μόντσλεϊ είχε διαπράξει μόλις ένα φόνο εκτός φυλακής, καθώς επίσης παραμένει σε φυλακή και όχι ψυχιατρικό ίδρυμα, όπως είχε γίνει στην αρχή.

Ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ θεωρείται ένας από τους πιο επικίνδυνους εγκληματίες της Βρετανίας

Ο Μόντσλεϊ έχει πολλές φορές εκφραστεί για το συγκεκριμένο περιστατικό, αναφέροντας για το σωφρονιστικό σύστημα πως «είμαι παρατημένος στη στασιμότητα, να φυτοζωώ και να υποτροπιάζω. Παρατημένος να αντιμετωπίζω την ερημιά μου με το κεφάλι μπροστά. Οι άνθρωποι έχουν μάτια αλλά δεν βλέπουν, έχουν αυτιά, αλλά δεν ακούν, έχουν στόμα, αλλά δεν μιλούν. Η ζωή μου στην απομόνωση είναι μια μακρόχρονη περίοδος αδιάσπαστης απελπισίας. Το μόνο που προσμένω είναι ένας ακόμη νευρικός κλονισμός και η πιθανή αυτοκτονία. 
Για διάφορους λόγους, σε αυτό ελπίζουν οι αρχές. Με αυτό τον τρόπο, το «πρόβλημα Ρόμπερτ Μόντσλεϊ», λύνεται γρήγορα και εύκολα».
Ο Μόνστλεϊ έστειλε αίτημα στο βρετανικό σωφρονιστικό σύστημα για παραχώρηση ενός παπαγάλου για κατοικίδιο.
Αν του το αρνηθούν, το επόμενο αίτημα του θα είναι μια κάψουλα κυανίου για να θέσει τέλος στη ζωή του.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: «Τσαρλς Μπρόνσον». Ο πιο διάσημος κατάδικος της Βρετανίας, που μπήκε φυλακή για 26 λίρες. Από το 1974 έζησε εκτός φυλακής 140 μέρες. Απρόβλεπτος, επιθετικός, συγγραφέας και ζωγράφος… 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here