«Μπορεί να το έχουν πλανέψει ακρογιαλιές δειλινά». Όλοι έχουν σιγοτραγουδήσει το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη. Πίσω όμως από αυτούς τους στίχους κρύβεται η άγνωστη ιστορία της ποιήτριας Ανθούλας Σταθοπούλου – Βαφοπούλου, που έζησε ως φυματική στο σανατόριο – γκέτο του Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης. Την ιστορία της προβάλλει η «Μηχανή του Χρόνου» στο ντοκιμαντέρ για τα Σανατόρια της Ελλάδας Δευτέρα 25 Νοεμβρίου στις 21.00 στο COSMOTE HISTORY. Η εκπομπή μεταδίδεται σε επανάληψη την Κυριακή 1 Δεκεμβρίου στις 17.00.

Η νεαρή ποιήτρια έφυγε νωρίς από την ζωή καθώς νόσησε και στα 23 της εισήχθη στο σανατόριο της Θεσσαλονίκης. Έτσι το έργο της δεν έγινε ευρύτερα γνωστό. Στη μεταθανάτια συγκεντρωτική έκδοση έργων της του 1936, δημοσιεύτηκε σε ενότητα με τον τίτλο «Νέα ποιήματα (1932-1935)», το ποίημα «Μπορεί…».

Μπορεί να με πλανέψουν κι’ άλλες

ακρογιαλιές και δειλινά,

κι’ αγάπες ναύρω πιο μεγάλες,

σκλάβα σ’ αυτές παντοτεινά

Ο Βασίλης Τσιτσάνης που πάντα αναζητούσε ποιοτικό στίχο για τα τραγούδια του, το διασκεύασε και δημιούργησε το πασίγνωστο ρεφραίν:
«Μπορεί να τόχουν πλανέψει ακρογιαλιές δειλινά
και σκλαβωμένη κρατάνε για πάντα τη δόλια καρδιά».
Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1948, με την φωνή της Στέλλας Χασκίλ, δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατο της Σταθοπούλου – Βαφοπούλου.

Το ποίημα της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου «Μπορεί» αργότερα τραγουδήθηκε διασκευασμένο ως «Ακρογιαλιές Δειλινά».

Η ποιήτρια θεωρείται «μητέρα» και ενός άλλου τραγουδιού του Τσιτσάνη. Γράφει ο Τσιτσάνης στο τραγούδι,»Απ΄τη μάνα μου διωγμένος»

Σαν τη ρημαγμένη χώρα
μοιάζει η δόλια μου καρδιά
κι αν οι ομορφιές μου όλες νεκρωθήκανε,
η ψυχή κι η αρχοντιά μου δε χαθήκανε

Έμπνευση του υπήρξαν πάλι οι στίχοι της ποιήτριας που έγραφε:

Μοιάζει η καρδιά μου – αλοίμονο- με μια έρημη
από βάρβαρους χώρα ρημαγμένη
Τι κι αν οι όμορφες της νεκρωθήκανε;
Κάτι απ΄την αρχοντιά της απομένει

Ποια ήταν η ποιήτρια Ανθούλα Σταθοπούλου – Βαφοπούλου

Η ποιήτρια γεννήθηκε το 1908 και έζησε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο και την Γαλλική Σχολή Καλογραιών. Η ζωή της στιγματίστηκε από διαδοχικά τραγικά γεγονότα. Όταν ήταν 14 ετών έχασε τον αδερφό της, μερικά χρόνια αργότερα έχασε τη μητέρα της αλλά και την αδερφή της που πέθανε από φυματίωση στο Σανατόριο του Ασβεστοχωρίου.

Η ίδια εισήχθη στο σανατόριο δύο φορές. Την πρώτη με τον ποιητή σύζυγό της Γιώργο Βαφόπουλο. Ο παθιασμένος έρωτάς τους, αποτυπώνεται στα ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή «Νύχτες αγρύπνιας». Όμως έβλεπε το θάνατο να πλησιάζει, κάτι που επηρέασε όχι μόνο την ψυχική της διάθεση αλλά και την ποιητική της φλέβα. Υπάρχουν μάλιστα τουλάχιστον  δύο διηγήματα στα οποία καταγράφει σκηνές από τη ζωή των φυματικών και τη ζωή γενικότερα στο Σανατόριο. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα με τίτλο «Η μπαλάντα των φθισικών».
Στα ποίημα της δεν επηρεαζόταν μόνο από το προσωπικό της δράμα αλλά και από ό,τι έβλεπε γύρω της. Είχε προηγηθεί η Μικρασιατική καταστροφή, πρόσφυγες από τη Σμύρνη είχαν έρθει στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να έχουν σπίτια, ενώ γενικότερα η δύσκολη περίοδος του μεσοπολέμου την επηρέαζε.

Η ποιήτρια του Σανατορίου. Εργάστηκε στη Δημαρχία Θεσσαλονίκης και αργότερα στράφηκε στο θέατρο, φοιτώντας στη Δραματική Σχολή του Ωδείου της πόλης
Η μπαλάντα των φθισικών (που ζούνε στα Σανατόρια)

«…Της ζωής απόκληροι κι’ απελπισμένοι,

με μια αγωνία προσμένουν θλιβερή

το θάνατο, στον πόνο τους δοσμένοι.

Το βλέμμα τους νοσταλγικό ιστορεί

πως κάποτες υπήρξανε καιροί

που γι’ αυτούς η χαρά δεν ήταν ξένη.

Όμως μια μοίρα πρόσταξε σκληρή

στους ζωντανούς να ζούνε πεθαμένοι…»

Η ποιήτρια του Σανατορίου ξεχώριζε για την ομορφιά της ενώ προκαλούσε δέος στους συνομιλητές της.
Η φυματίωση την εξουθένωσε και πέθανε στις 16 Απριλίου του 1935 στο Σανατόριο του Ασβεστοχωρίου. Ο θάνατος της συγκλόνισε τον πνευματικό κόσμο της Θεσσαλονίκης αλλά και τους λογοτέχνες σε όλη την Ελλάδα. Όπως περιέγραψε στη «Μηχανή του Χρόνου» ο συγγραφέας Διονύσης Στεργιούλας, ένα χρόνο μετά το θάνατο της εκδόθηκε με χρήματα του δήμου ένας συγκεντρωτικός τόμος έργων της, στον οποίο περιλαμβάνονταν εκτός από τα ποιήματα, διηγήματα και θεατρικά.
Για την άγνωστη ποιήτρια του Σανατορίου ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έγραφε:
«Μα τώρα πάλι ρωτιέμαι: ποιος θα γνωρίσει έτσι την ψυχή της, ποιος θα διαβάσει τα έργα της, ποιος θα γνωρίσει την ψυχή της και δε θα την αγαπήσει σαν εμάς;»

Η Μηχανή του Χρόνου παρουσιάζει «Τα σανατόρια γκέτο στην Ελλάδα: Η άγνωστη φυματιούπολη της Θεσσαλονίκης» την Δευτέρα 25 Νοεμβρίου στις 21.00 στο Cosmote History.
Ακούστε μια ωραία διασκευή του «Ακρογιαλιές Δειλινά» από τους Monie monie Coniente του Διογένη Δασκάλου. Τραγούδι : Βίκυ Βογιατζόγλου, κάμερα: Λάζαρος Γραικός (pSari Visual)

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Το δράμα του πατέρα που είδε τον Γερμανό εγκληματία Σούμπερτ και τους ‘Ελληνες συνεργάτες του να εκτελούν το γιο του για πλάκα. Η ομαδική εκτέλεση στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here