Ξημερώματα Σαββάτου 17 Ιουνίου 1944 η Υπάτη βρέθηκε περικυκλωμένη από τα Ες Ες. Τα γερμανικά στρατεύματα είχαν φτάσει στη ιστορική πόλη της Φθιώτιδας με εντολή να την καταστρέψουν ολοσχερώς.

Η Υπάτη βρίσκεται 23 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Λαμίας. Από την αρχή της κατοχής οι αντάρτες της Ρούμελης χρησιμοποιούσαν την περιοχή για ανεφοδιασμό και είχαν πολλούς συνδέσμους, λόγω της στρατηγικής θέσης της.

Τα αντίποινα για την «επιχείρηση Γοργοπόταμος»

Μετά το ιστορικό σαμποτάζ του Γοργοποτάμου το Νοέμβριο του 1942, που γκρέμισε την σιδηροδρομική γέφυρα, οι κατοχικές δυνάμεις αντέδρασαν με αντίποινα. Το χτύπημα έγινε από εκατόν πενήντα αντάρτες του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Άρη Βελουχιώτη, εξήντα αντάρτες του ΕΔΕΣ με επικεφαλής τον Ναπολέοντα Ζέρβα και δώδεκα ειδικά εκπαιδευμένους άνδρες της SOE, των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Οι Γερμανοί διάλεξαν δέκα χωριανούς από την Υπάτη και έξι από τη διπλανή Καστέλια και αφού τους βασάνισαν επί βδομάδες, τους οδήγησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ανάμεσα σε αυτούς βρισκόταν και ο γενναίος συνταγματάρχης Θανάσης Παπακυριαζής, ο οποίος απαίτησε να εκτελεστεί χωρίς το μαύρο μαντήλι στα μάτια. Κοιτώντας τους δολοφόνους του κατάματα, τα τελευταία του λόγια πριν σωριαστεί ήταν «Ζήτω η Ελλάς».

Ιστορικό ντοκουμέντο από τη στιγμή της εκτέλεσης των πατριωτών από την Υπάτη κάτω από την κατεστραμμένη γέφυρα στον Γοργοπόταμο.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι Γερμανοί μετά το φονικό, παράτησαν τα πτώματα στο σημείο. Οι συγγενείς των θυμάτων αναγκάστηκαν να πάνε με κάρα και να τα κουβαλήσουν στην Υπάτη. Εν μέσω θρήνων και σπαραγμών, θάφτηκαν όλοι μαζί στον ομαδικό αυτοσχέδιο τάφο.

Η Υπάτη πυρπολήθηκε τρεις φορές από τους Γερμανούς και βομβαρδίστηκε με πυροβολικό αρκετές. 17 Ιουνίου 1944 – 10 Αυγούστου 1944 – 12 Οκτωβρίου 1944

Ο Έλληνας καταδότης

Για τη σύλληψη και την εκτέλεση των πατριωτών, οι συγγενείς των θυμάτων κατήγγειλαν ότι ευθυνόταν ένας καταδότης. Ήταν ένας γιατρός από τη Ρόδο, που είχε παντρευτεί γυναίκα από την Υπάτη. Επειδή γνώριζε Ιταλικά έγινε αμέσως συνεργάτης της ιταλικής διοίκησης στη Λαμία. Σύμφωνα με μία μαρτυρία επιζώντα, ο καταδότης παριστάνοντας τον φωτογράφο, περιφερόταν από σπίτι σε σπίτι ζητώντας από τους ιδιοκτήτες να τους βγάλει μια αναμνηστική φωτογραφία. Παράλληλα, τους έλεγε με ύφος συνωμοτικό «μου είπαν ότι πουλάς ένα όπλο», θέλοντας να προκαλέσει την απάντηση «το όπλο δεν το πουλάω, το έχω κειμήλιο». Με αυτήν την τακτική, σημείωνε τους οπλισμένους, τους οποίους και θα κατέδιδε αργότερα. Με αυτόν τον τρόπο παρέδωσε στους Ιταλούς μία κατάσταση με εξήντα περίπου ονόματα φερόμενων ανταρτών. Από αυτούς, ύστερα από ανακρίσεις, οι κατακτητές διάλεξαν δεκαέξι.
Μετά τις εκτελέσεις, οι αντάρτικες δυνάμεις ανέλαβαν δράση. Βρήκαν τον καταδότη, που προσπάθησε να το σκάσει, τον οδήγησαν στο βουνό και τον σκότωσαν.

Το ολοκαύτωμα του ’44

Η δυναμική παρουσία των ανταρτών στη Ρούμελη είχε εξοργίσει τους Γερμανούς, οι οποίοι την περίοδο εκείνη ήταν ήδη αρκετά αποδυναμωμένοι και καθόλου ψύχραιμοι. Μπροστά στην απειλή των αντιστασιακών, άρχισαν να χτυπούν τα χωριά που θεωρούσαν ύποπτα και να σκοτώνουν τους ανυπεράσπιστους κατοίκους ως αντίποινα.

Ο Γερμανός διοικητής Καρλ Σύμερς (στο κέντρο) που ευθύνεται για τα ολοκαυτώματα του Διστόμου, της Υπάτης, της Κλεισούρας και της Σπερχειάδας.

Στις 17 Ιουνίου του 1944 τα Ες Ες με επικεφαλής τον διοικητή Καρλ Σύμερς (Karl Schümers) κατέλαβαν τις ανατολικές, βόρειες και δυτικές προσβάσεις που οδηγούσαν στην πόλη, εξασφαλίζοντας ότι δεν υπήρχε δίοδος διαφυγής. Μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, ο Σύμερς είχε ηγηθεί του ολοκαυτώματος στο Δίστομο, ενώ ο ίδιος ευθυνόταν για τις τραγωδίες στην Κλεισούρα και στη Σπερχειάδα.

Οι κάτοικοι της Υπάτης ανυποψίαστοι ξεκίνησαν τη μέρα τους κανονικά. Άλλοι κίνησαν για τα χωράφια, άλλοι για την αγορά και κάποιοι παρέμειναν στα σπίτια τους απολαμβάνοντας το σαββατιάτικο πρωινό με τις οικογένειές τους. Τότε άρχισε το μακελειό.

Μπαίνοντας οι Γερμανοί μέσα στο χωριό, εκτελούσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Δεν περιορίστηκαν στους περαστικούς. Εισέβαλαν σε καφενεία και καταστήματα εξαπολύοντας πυρά εναντίον των θαμώνων. Έκαιγαν τα σπίτια με τους ιδιοκτήτες μέσα. Άντρες, γυναικόπαιδα και γέροι είχαν όλοι την ίδια μοίρα. Λίγοι ήταν αυτοί που κατάφεραν να κρυφτούν και να γλιτώσουν.

Μνημείο των πεσόντων του ολοκαυτώματος

Τα γερμανικά στρατεύματα ανατίναξαν βυζαντινές εκκλησίες και σχολεία, ισοπέδωσαν ιστορικά αρχοντικά και διενέργησαν ομαδικές εκτελέσεις.

Το σούρουπο βρήκε την Υπάτη «νεκρή πολιτεία», μέσα σε χαλάσματα που έβγαζαν καπνούς. Από τα 400 σπίτια έμειναν τα 25. Σε όλους τους δρόμους υπήρχαν σωριασμένα πτώματα, ερείπια και οβίδες. Οι νεκροί επίσημα ανήλθαν σε 63. Θα ήταν πολλοί περισσότεροι εάν την τελευταία στιγμή δεν είχε φτάσει μία εντολή από τα κεντρικά που ανέστειλε τη μαζική εκτέλεση γυναικόπαιδων και γέρων στην πλατεία του χωριού. Τα πυροβολικά ήταν μάλιστα στημένα και οι άνθρωποι αυτοί σώθηκαν από θαύμα.

Μόλις οι Γερμανοί αποχώρησαν, ξεκίνησε η περισυλλογή των νεκρών και των τραυματιών. Σε αυτοσχέδια φορεία μάζευαν τους τραυματίες, ενώ τους σκοτωμένους τους έθαβαν πρόχειρα. Το έργο αυτό ήταν ιδιαίτερα δύσκολο καθώς οι σώοι ήταν λίγοι και τα πτώματα πολλά. Δεν υπήρχε κόσμος να σκάψει λάκκους και να μεταφέρει τους σορούς. Τους περισσότερους τους έριξαν βιαστικά σε ασβεστόλακκους στις αυλές των ανατιναγμένων εκκλησιών.

Η Υπάτη κατάφερε να «αναγεννηθεί από τις στάχτες της». Το χωριό ξαναχτίστηκε πάνω από τα χαλάσματα και οι νέοι κάτοικοι μνημονεύουν και τιμούν τους παλιούς ως ήρωες πεσόντες του ολοκαυτώματος.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Η σφαγή των 280 αμάχων στην Κλεισούρα. Επικεφαλής ήταν ο Κάρλ Σίμερς που στην συνέχεια έσφαξε και το Δίστομο. Πέρασε στρατοδικείο και αθωώθηκε 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here