Έρευνα έδειξε ότι η πλειοψηφία των μαθητών αμφισβητεί τους εννιά στους δέκα καθηγητές στο σχολείο με το επιχείρημα ότι «ο καθηγητής στο φροντιστήριο τους τα είπε αλλιώς».

Τα ιδιωτικά σχολεία στην Ελλάδα αναγνωρίστηκαν από το 1844 με το άρθρο 11 του Συντάγματος.
Όμως, εκείνη την περίοδο και τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα η εισαγωγή στις ανώτατες σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών απαιτούσε μόνο την κατοχή του απολυτηρίου δημόσιου Γυμνασίου.
Έτσι, η ύπαρξη των φροντιστηρίων ήταν ακόμη περιττή.

Παράλληλα, Διάταγμα του 1856 έθετε και στα ιδιαίτερα μαθήματα περιορισμούς, καθώς απαγόρευε «στους γυμνασιακούς καθηγητάς και παρ’ ελληνικοίς σχολείοις διδασκάλους να προπαιδεύωσιν ή να διδάσκωσιν εν ταις οικίαις αυτών, ή εν τοις δωματίοις του δημοσίου διδακτηρίου, ή αλλοθί που, μαθητάς ανήκοντας εις τας υπό των ιδίων διδασκομένας τάξεις … άνευ προηγουμένης αδείας του επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Παιδείας υπουργείου».

Η «γέννηση» των φροντιστηρίων

Οι εισαγωγικές εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο Αθηνών θεσπίστηκαν πρώτη φορά το 1922, κάτι όμως που δεν εφαρμόστηκε εξαιτίας της μικρασιατικής καταστροφής.

Για πρώτη φορά το σύστημα με τις εξετάσεις μπήκε σε λειτουργία το ακαδημαϊκό έτος 1924-1925 στο Χημικό τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής. Τα επόμενα χρόνια επεκτάθηκε και σε άλλες σχολές.
Σκοπός ήταν να περιοριστεί ο αριθμός των εισακτέων στο Πανεπιστήμιο, που μείωναν το επίπεδο των σπουδών. Παράλληλα, υπήρχε αδυναμία να απορροφηθούν όλοι οι απόφοιτοι στην αγορά εργασίας.

Όμως, η καθιέρωση των εξετάσεων ως μέσο επιλογής των εισακτέων αύξησε τον ανταγωνισμό. Έτσι, προέκυψε η ιδέα της ενισχυτικής διδασκαλίας που θα αύξανε τις πιθανότητες των υποψηφίων να μπουν στο Πανεπιστήμιο.

Τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα νομιμοποιήθηκαν το 1940 κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά με τον «Αναγκαστικό Νόμο 2525/40, Περί ιδιωτικών σχολείων, φροντιστηρίων και οικοτροφείων».
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε συγκεκριμένη ύλη για τις εξετάσεις και πολλές φορές ζητούνταν πράγματα τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονταν στη διδακτέα ύλη.
Η συμβολή του φροντιστηρίου για τη «συμπλήρωσιν και εμπέδωσιν γνώσεων» αναγνωριζόταν και για τις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Έτσι, υπήρχαν τα «φροντιστήρια στοιχειώδους εκπαίδευσης» που βοηθούσαν και προετοίμαζαν τους μαθητές των δημοτικών για τις εξετάσεις της μέσης εκπαίδευσης. Υπήρχαν μόνο θερινά τμήματα.
Τα «φροντιστήρια Μέσης εκπαίδευσης» είχαν σκοπό τη βελτίωση της επίδοσης των μαθητών.
Τα «φροντιστήρια ανώτατης εκπαίδευσης» προετοίμαζαν τους μαθητές για τις εξετάσεις που θα τους έδιναν μια θέση στο Πανεπιστήμιο, ενώ κάποια βοηθούσαν και τους φοιτητές στα μαθήματα της σχολής.

Δημοσίευμα της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» το 1947

Δημοσίευμα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ σχετικά με τα δίδακτρα που πλήρωναν οι γονείς των μαθητών στα φροντιστήρια το 1947, ανέφερε: «Εις δεκάδας υπολογίζονται τα μεγάλα φροντιστήρια που προπονούν υποψηφίους δια τας σχολάς του Πανεπιστημίου, του Πολυτεχνείου και τας άλλας σχολάς. Οι προπονούμενοι πληρώνουν περίπου 30 χιλιάδες δραχμές κατά μήνα, εφ’ όσον παρακολουθούν φροντιστήριο καθ’ όλον το έτος από 200-250 χιλιάδες δε εφ’ άπαξ δια θερινήν προπόνησιν (από Ιουλίου μέχρι των εισιτήριων εξετάσεων)».

Και το δημοσίευμα συνέχιζε με την εικόνα της εκπαίδευσης, που οδήγησε στη δημιουργία των φροντιστηρίων: «Το φαινόμενο αυτό δεν είναι τυχαίον. Οφείλεται αποκλειστικών στην κακή λειτουργία των σχολείων κατά την περίοδον της κατοχής και κατά την μεταπολεμικήν περίοδον, λόγω της καταστάσεως που εδημιουργήθη εις την επαρχίαν.
Τα σχολεία λειτουργούν παντού πλημμελώς. Χωρίς επαρκή θρανία. Χωρίς αίθουσας ευρυχώρους.
Με τους μαθητάς στοιβαγμένους τον ένα επάνω στον άλλον, ώστε εις πολλά σχολεία να παρακολουθούν αρκετοί μαθηταί εντελώς όρθιοι την διδασκαλίαν.
Χωρίς ακόμη και καθηγητάς και δασκάλους… οι γονείς που θέλουν τα παιδιά τους να μάθουν γράμματα, αφού απελπίστηκαν πια περιμένοντας το ελληνικό κράτος να τακτοποιήση τα ζητήματα των σχολείων, ηναγκάσθησαν να στείλουν τα παιδιά τους στο φροντιστήριο, για να συμπληρώσουν τα κενά του σχολικού έτους στις διακοπές».

Οι καθηγητές έπρεπε να έχουν τα ίδια προσόντα που θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν μια θέση στο δημόσιο. Ο νόμος απαγόρευε στους καθηγητές των ιδιωτικών σχολείων να ανοίξουν δικό τους φροντιστήριο, αλλά τους έδινε τη δυνατότητα να διδάξουν έως 12 ώρες σε φροντιστήριο.
Απαγορευόταν επίσης, να χρησιμοποιήσουν τα φροντιστήρια το όνομα «Ακαδημία», «Ακαδημαϊκόν» ή «Εθνικόν».

Η μεταρρύθμιση του ’64

Στις εκλογές του 1964 ο «Γέρος της Δημοκρατίας», ο Γεώργιος Παπανδρέου, με την Ένωση Κέντρου κέρδισε του 52,8% των ψήφων. Ο Παπανδρέου με τη μεταρρύθμιση του ’64 προσέφερε δωρεάν παιδεία σε όλες της βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Ιδρύθηκαν επίσης, νέα Πανεπιστήμια σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων ήταν τα Ιωάννινα, η Πάτρα, η Θράκη και η Κρήτη.

Παράλληλα, άλλαξε το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων. Τα θέματα ορίζονταν από καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης και όχι από πανεπιστημιακούς καθηγητές με βάση τη διδακτέα ύλη.
Σκοπός ήταν να ενισχυθεί η δημόσια εκπαίδευση και να μειωθεί η αναγκαιότητα των φροντιστηρίων.
Αυτές οι αλλαγές έκαναν την εκπαίδευση πιο προσιτή και απευθυνόταν σε μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού.

Ο αριθμός των υποψηφίων αυξήθηκε πολύ συγκριτικά με τους εισακτέους. Έτσι, ο ανταγωνισμός εξακολούθησε να οδηγεί τους μαθητές στα φροντιστήρια.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα Βασίλη Παπαγεωργίου
το 1964 υπήρχαν 27.000 υποψήφιοι για 12.350 θέσεις, ενώ
το 1975 υπήρχαν 65.000 υποψήφιοι για 18.750 θέσεις.

Το 1970 εφαρμόστηκε μια πολιτική μείωση των φροντιστηρίων στη χώρα χωρίς όμως ιδιαίτερα αποτελέσματα

Κατά τη δικτατορία των Συνταγματαρχών, το Υπουργείο Παιδείας απέδιδε την ύπαρξη των φροντιστηρίων «εις την κρατούσαν νοοτροπίαν της ήσσονος προσπαθείας, εις την πλημμελή οργάνωσιν και λειτουργίαν της σχολικής εκπαιδεύσεως, εις τας αριθμητικώς περιορισμένας δυνατότητας εκπαιδεύσεως των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων». Υποστήριζε επίσης, δεν υπήρχε ουσιαστικός έλεγχος των γνώσεων που παρέχουν. Έτσι, πρότεινε μέχρι να βρεθεί μια άλλη λύση να αυστηροποιηθούν τα κριτήρια για την αδειοδότηση ίδρυσης ενός φροντιστηρίου.
Όμως, στην αντίθετη πλευρά ήταν εκείνοι που αναγνώριζαν ότι τα φροντιστήρια δεν ήταν το πρόβλημα, αλλά «το αναγκαίο κακό» σε ένα νοσηρό εκπαιδευτικό σύστημα.

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος, ένας από τους πιο σημαντικούς παιδαγωγούς του 20ου αιώνα στην Ελλάδα που συνέβαλε στην αναδιαμόρφωση της ελληνικής παιδείας, έγραφε σε κείμενό του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»: «Η ιδιωτική παρασχολική εκπαίδευση έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος για τις αμαρτίες μας. Τα φροντιστήρια κάνουν χρυσές δουλειές αφού τα φώτα τους έχουν γίνει είδος πρώτης ανάγκης. Δεν μας αναγκάζουν αυτά να γίνουμε πελάτες τους. Εμείς προστρέχουμε στη βοήθειά τους για να σώσουμε από τον καταποντισμό τις οικογενειακές μας φιλοδοξίες. Η δικαιοσύνη απαιτεί να αναγνωρίσουμε τη βοήθειά τους. Αν έμπαιναν οι νέοι στις ακαδημαϊκές αίθουσες με τα χαρίσματα της γυμνασιακής μας παιδείας, το εκπαιδευτικό πρόβλημα της χώρας μας θα ήταν ακόμη πιο οξύ».
Φυσικά την περίοδο της δικτατορίας χιλιάδες εκπαιδευτικοί που είχαν απολυθεί από το δημόσιο λόγω πολιτικών φρονημάτων βρήκαν εργασία στα φροντιστήρια και με τις γνώσεις τους ανέβασαν κατακόρυφα το επίπεδο.

Μετά τη δικτατορία των συνταγματαρχών το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε σε σημαντικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα. Το 1976 η υποχρεωτική φοίτηση αυξήθηκε από τα έξι στα εννιά χρόνια και καταργήθηκαν οι εξετάσεις από το δημοτικό στο γυμνάσιο.
Τα παιδιά του γυμνασίου είχαν πλέον την επιλογή να δώσουν εισαγωγικές εξετάσεις για να μπουν στο λύκειο ή να πάνε σε τεχνική επαγγελματική σχολή.

Ωστόσο, η βιομηχανία των φροντιστηρίων συνέχισε να αναπτύσσεται. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ» το 1979 στην Ελλάδα λειτουργούσαν συνολικά 1.500 φροντιστήρια, στα οποία παρακολουθούσαν μαθήματα περίπου 500 χιλιάδες μαθητές, ενώ ο ετήσιος τζίρος τους ξεπερνούσε τα 6 δισεκατομμύρια δραχμές. «Οι εισπράξεις τους ξεπερνούν ολόκληρο τον προϋπολογισμό για τη μέση εκπαίδευση» σχολίαζε.

Οι γενικές εισιτήριες εξετάσεις που είχαν θεσπιστεί από το 1967, αντικαταστάθηκαν το 1980 από τις πανελλήνιες εξετάσεις, οι οποίες διεξάγονταν στις δυο τελευταίες τάξεις του λυκείου. Το σύστημα θεωρήθηκε πολύπλοκο και καταργήθηκε μετά από δυο χρόνια, όταν εφαρμόστηκε το σύστημα με τις «δέσμες» και τις γενικές εξετάσεις, το οποίο ίσχυσε μέχρι το 1999.

Το 1982 θεσμοθετήθηκε και η ενισχυτική βοήθεια των μαθητών της Α΄ και Β΄ Λυκείου μέσα στο σχολείο χωρίς όμως επιτυχία. Τα κρατικά φροντιστήρια δεν μπόρεσαν να ανταγωνιστούν τα ιδιωτικά αν και βοήθησαν πολλούς μαθητές.

Το ποσοστό των μαθητών που πήγαιναν φροντιστήριο το 1984 και το 1993

Κατά τη δεκαετία του ΄90 καταργήθηκαν οι τρεις τύποι Λυκείου που ίσχυαν μέχρι τότε, το Γενικό, το Τεχνικό και Επαγγελματικό και το Πολυκλαδικό Λύκειο. Στη θέση τους καθιερώθηκε το Ενιαίο Λύκειο. Παράλληλα, άλλαξε η διδακτική ύλη, αυξήθηκε η εξεταστέα και ο τρόπος διατύπωσης των θεμάτων στις τελικές εξετάσεις έγινε πιο πολύπλοκος. Έτσι, τα φροντιστήρια συνέχισαν να έχουν ζωή.

Σε αυτό συνέβαλε και η ιδεολογία της ελληνικής οικογένειας που «περιφρονούσε την τεχνική– χειρωνακτική εργασία, επιδίωκε μόνιμη απασχόληση στο Δημόσιο και υψηλό κοινωνικό κύρος» παρά το οικονομικό κόστος, καθώς υπήρχε η αντίληψη ότι το πτυχίο του πανεπιστημίου θα εξαργυρωνόταν στην αγορά εργασίας.

Αντλήθηκαν πληροφορίες από το κείμενο της φιλολόγου του Πανεπιστημίου Κρήτης Μαρία Πολυχρονάκη

Διαβάστε στην «ΜτΧ»: Ποιος θυμάται τι έγινε με την «αρωγή και την ευδοκίμηση» στις πανελλήνιες εξετάσεις του 1985 και τα πύρινα άρθρα για την «αγράμματη νεολαία»;

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here