Η πρώτη ταινία του Χόλυγουντ για την Ελλάδα το 1928. Είχε θέμα τον έρωτα μιας χωριατοπούλας με Άγγλο αξιωματικό που κυνηγά Ληστές

Η πρώτη ταινία του Χόλυγουντ για την Ελλάδα το 1928. Είχε θέμα τον έρωτα μιας χωριατοπούλας με Άγγλο αξιωματικό που κυνηγά Ληστές

Το 1928 κυκλοφόρησε η πρώτη ταινία του Χόλυγουντ που είχε ως πηγή έμπνευσής της τη σύγχρονη Ελλάδα. Πρόκειται για τη ρομαντική περιπέτεια και κωμωδία, «Stand and Deliver». Στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Οι Ληστές του Ολύμπου».

Θέμα της είναι οι περιπέτειες ενός Άγγλου βετεράνου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που κατατάσσεται εθελοντικά στην ελληνική χωροφυλακή προκειμένου να συμμετάσχει στην εξολόθρευση μίας συμμορίας ληστών στη Θεσσαλία. Ο Άγγλος γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο μιας ελληνίδας χωρικής που σώζει την οποία παντρεύεται και παίρνει μαζί του στο Λονδίνο.

του συνεργάτη ιστορικού Κωνσταντίνου Λαγού

Ακριβή παραγωγή

Η ταινία γυρίστηκε εξ’ ολοκλήρου στην Αμερική. Έτσι, για τις ανάγκες της κατασκευάστηκε σε στούντιο του Χόλυγουντ ένα ελληνικό χωριό, καθώς και ένα σκηνικό που αντέγραφε τα Μετέωρα.

Ήταν μία από τις πιο ακριβές παραγωγές του 1928. Βασικός παραγωγός ήταν ο θρυλικός σκηνοθέτης και πρωτοπόρος της κινηματογραφικής βιομηχανίας, Σέσιλ Ντε Μιλ.

Η επίσημη αφίσα της τανίας. Πηγή: Wikipedia

Πρόκειται για μια από τις τελευταίες ταινίες του βωβού κινηματογράφου και πρωταγωνιστούν δύο μεγάλοι ηθοποιοί σε ταινίες δράσης της δεκαετίας του ’20,  ο Ροντ λα Ροκ και η Λουπ Βελέζ.

Ο Ρότζερ Νόρμαν στην ελληνική χωροφυλακή

Ο πρωταγωνιστής της ταινίας λέγεται Ρότζερ Νόρμαν (στο ρόλο, ο Ροντ λα Ροκ), και είναι Άγγλος βετεράνος πιλότος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά το τέλος του πολέμου, βρίσκεται στο Λονδίνο όπου περνά την ώρα του στη λέσχη του, που είναι μόνο για κυρίους.

Βαριέται την ειρηνική ζωή, και του λείπει η πολεμική δράση. Επιπλέον, ο Νόρμαν είναι μισογύνης, και θέλει να πάει πάλι στον πόλεμο για να γλυτώσει από τις γυναίκες! Τότε πληροφορείται ότι ο ελληνικός στρατός μάχεται με μία μεγάλη συμμορία ληστών με επικεφαλής τον διαβόητο λήσταρχο Γκίκα.

 Ο Νόρμαν παρατά το ειρηνικό Λονδίνο και κατατάσσεται στον ελληνικό στρατό προκειμένου να συμβάλει στην εξόντωση των ληστών.

Αν και στην ταινία αναφέρεται ότι ο Νόρμαν έγινε «στρατιώτης», από τη στολή που φορά αυτός και οι Έλληνες συνάδελφοί του, είναι ξεκάθαρο ότι είναι χωροφύλακες. Ωστόσο, καθώς η ελληνική χωροφυλακή ήταν στρατιωτική δύναμη, η αναφορά στην ταινία ότι κατατάχθηκε στο στρατό έχει βάση.

Στιγμιότυπο της ταινίας που δείχνει τον πρωταγωνιστή, Ρότζερ Νόρμαν, ως αξιωματικό της έφιππης ελληνικής χωροφυλακής.

Ο Νόρμαν είναι αξιωματικός της έφιππης χωροφυλακής. Στις αποστολές είναι πάντα στην κεφαλή του αποσπάσματος μαζί με άλλους αξιωματικούς, και δίπλα στο ελληνικό πολεμικό λάβαρο. Έχει κερδίσει το σεβασμό των στρατιωτών, των άλλων αξιωματικών, και του διοικητή του χάρη στη γενναιότητα που έχει επιδείξει στις συμπλοκές με τους ληστές.

 Η Γιάννα που έγινε Τζάννια 

Κάποια στιγμή ο Γκίκας και η συμμορία του πραγματοποιούν επιδρομή σ’ ένα χωριό. Εκεί σκοτώνουν, βιάζουν και κλέβουν. Επίσης, πυρπολούν τα σπίτια.

Μέσα στο χωριό πιάνουν μια όμορφη χωριατοπούλα, τη Γιάννα. Στην ταινία το όνομά της αναγράφεται ως «Τζάννια» και το ρόλο παίζει η Λουπ Βελέζ. Εμφανίζεται ως ατρόμητη και χαστουκίζει έναν από τους ληστές. Αυτός εξοργίζεται. Δένει τη Γιάννα σ’ ένα έπιπλο μέσα στο σπίτι της και αποπειράται να τη βιάσει.

Πριν αυτό συμβεί, ένα ισχυρό έφιππο απόσπασμα της ελληνικής χωροφυλακής με επικεφαλής τον Ρότζερ Νόρμαν μπαίνει στο χωριό. Οι ληστές φεύγουν πανικόβλητοι πριν βιάσουν τη Γιάννα.

Ο Νόρμαν μπαίνει στο φλεγόμενο ελληνικό χωριό ως επικεφαλής του αποσπάσματος της χωροφυλακής υπό τις επευφημίες των χωρικών.

Όμως, την αφήνουν δεμένη μέσα στο σπίτι της το οποίο και καίγεται. Ο Νόρμαν ορμά μέσα στο φλεγόμενο σπίτι και σώζει τη Γιάννα.

Η χωριατοπούλα τον ερωτεύεται παράφορα. Θέλει να τον φιλήσει που την έσωσε, αλλά ο Νόρμαν την απωθεί. Της λέει κατηγορηματικά «ότι δεν θα επιτρέψει ποτέ σε γυναίκα να τον φιλήσει όσο έχει τις αισθήσεις του!» Η Γιάννα δεν απογοητεύεται. Αργότερα πάει στο στρατόπεδο για να τον δει και πάλι, και να του δώσει ένα καλάθι με διάφορα καλούδια.

Την ίδια στιγμή που η Γιάννα φθάνει στο στρατόπεδο, μία σκηνή κάνει ακόμη πιο ξεκάθαρα την αντιπάθεια του Νόρμαν για τις γυναίκες. Στο δωμάτιο που μοιράζεται μ’ ένα Έλληνα αξιωματικό, αυτός του μιλά για το μεγάλο έρωτά του για μία γυναίκα.

Κρατά μία μάσκα που αυτή φορούσε και ο αξιωματικός ευφραίνεται μυρίζοντας το άρωμά της. Ο Νόρμαν ακούει με αηδία το ερωτικό παραλήρημα του Έλληνα συναδέλφου του, ενώ καπνίζει την πίπα του.

Ο Έλληνας αξιωματικός μυρίζει με ηδονή τη μάσκα μιας κυρίας, ενώ ο Νόρμαν καπνίζει την πίπα του.

Ο ερωτύλος διοικητής

Η Γιάννα συναντά τον διοικητή του Νόρμαν, ένα Έλληνα μεσήλικα, χοντρό και φαλακρό αξιωματικό, προκειμένου να πάρει άδεια για να επισκεφθεί τον «Άγγλο» αξιωματικό. Αυτός για να δώσει την άδεια, της ζητά ερωτικά ανταλλάγματα. Όταν η Γιάννα αρνείται, προσπαθεί να τη βιάσει.

Εκείνη τη στιγμή μέσα στο γραφείο του διοικητή μπαίνει ο Νόρμαν ο οποίος μεταφέρει ένα μήνυμα ότι εθεάθη ο Γκίκας και η συμμορία του. Καθώς βλέπει τον διοικητή του να ορμά στη Γιάννα τον ρίχνει κάτω. Αυτός χτυπά το κεφάλι του και μένει αναίσθητος.

Η σκηνή που ο Νόρμαν έχει μόλις ρίξει κάτω τον διοικητή του. Προσέξτε πάνω από το κεφάλι της Γιάννας τα πορτραίτα του Κωνσταντίνου Α’ και της Σοφίας.

Ο Νόρμαν και η Γιάννα νομίζουν ότι έχει σκοτωθεί και φεύγουν έντρομοι από το στρατόπεδο. Παρά την άσχημη εξέλιξη, η Γιάννα χαίρεται που είναι στην αγκαλιά του Νόρμαν πάνω στο ίδιο άλογο. Όμως, εκείνος της αποκρίνεται ότι συνεχίζει να την αντιπαθεί και ότι του έφερε κακοτυχία.

Το λημέρι των ληστών στα «Μετέωρα»

Στη διαδρομή πέφτουν πάνω στη συμμορία του Γκίκα και αιχμαλωτίζονται.

Ο Γκίκας τους μεταφέρει στα Μετέωρα, όπου το λημέρι της συμμορίας του είναι ένα από τα εγκαταλειμμένα μοναστήρια. Η μετάβασή τους σ’ ένα από τα μοναστήρια γίνεται μ’ ένα καλάθι που το τραβούν προς τα πάνω άλλοι ληστές που είναι στο μοναστήρι στην κορυφή του βράχου.

Το σκηνικό των “Μετεώρων” της ταινίας

Το καλάθι είναι αρκετά μεγάλο και θυμίζει καλάθι αερόστατου. Μέσα σε αυτό μπαίνει ο Γκίκας, ο Νόρμαν η Γιάννα και 2-3 ληστές.

Στη διάρκεια της ανάβασης στο μοναστήρι, η Γιάννα, που οι άνδρες του Γκίκα δεν έχουν αναγνωρίσει, λέει ότι είναι η γυναίκα του Νόρμαν. Αυτός συγκρατιέται για να μη δείξει τη δυσφορία του, και επιβεβαιώνει στον λήσταρχο αυτό που λέει η Γιάννα.

Με τον τρόπο αυτό, και οι δύο πιστεύουν ότι ο Γκίκας θα σεβαστεί τη Γιάννα. Ο Νόρμαν ρωτά τον Γκίκα αν καταλαβαίνει τι σημαίνει ότι η Γιάννα είναι γυναίκα του.

Αυτός του απαντά ψυχρά: «-Ναι, ότι σε λίγο θα είναι μία όμορφη χήρα!»

Στο ερώτημα του Νόρμαν πως και ο Γκίκας γνωρίζει αγγλικά, αυτός του λέει ότι υπήρξε γκαρσόνι σ’ ένα λονδρέζικο εστιατόριο γνωστό για τις τσουχτερές τιμές του.

Η απάντηση του Νόρμαν είναι αφοπλιστική: «-Βλέπω ότι αποφοίτησες από την καλύτερη σχολή για λήσταρχους!»

Νόρμαν, Γιάννα και Γκίκας στο καλάθι καθώς ανεβαίνουν με καλάθι στο μοναστήρι

Αφού ανεβαίνουν στο μοναστήρι, ο Γκίκας αποφασίζει να σκοτώσει τον Νόρμαν και να βιάσει τη Γιάννα. Στήνει τον Νόρμαν στο τοίχο του μοναστηριού και αρχίζει να πυροβολεί γύρω από το κεφάλι του, ενώ ο ίδιος κάθεται πάνω σ’ ένα θρόνο μητροπολίτη με τους ληστές γύρω του.

Όμως, ο λήσταρχος συνειδητοποιεί ότι ο Νόρμαν του είναι πιο πολύτιμος ζωντανός παρά νεκρός. Άλλωστε έχει λιποτακτήσει από την ελληνική χωροφυλακή και γνωρίζει τα πάντα για το απόσπασμα που τον κυνηγά. Σταματά να πυροβολεί τον Νόρμαν, ο οποίος αποδέχεται την πρόταση του Γκίκα να συνεργαστεί μαζί του.

Εξουδετερώνει τους ληστές

Όμως, στόχος του Νόρμαν είναι να ειδοποιήσει τους συναδέλφους του χωροφύλακες για το που βρίσκεται η συμμορία του Γκίκα. Πληροφορείται ότι πρόκειται να χτυπήσουν ένα τραίνο που μεταφέρει εφόδια για τους χωροφύλακες.

Στο μεταξύ, η αγωνία έχει φέρει τον Νόρμαν κοντά στη Γιάννα και επιτέλους φιλιούνται.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο Νόρμαν να την ερωτευθεί και εκείνος παράφορα, και να αποκηρύξει τις παλιές απόψεις του για τις γυναίκες.

Ο Νόρμαν καταφέρνει να διαφύγει της προσοχής του Γκίκα και να εξουδετερώσει τους ληστές που φυλούν σκοπιά. Κατεβαίνει κάτω μέσα στο καλάθι και φθάνει στο άλογό του. Όμως αντί να πάει στο στρατόπεδο και να ειδοποιήσει τους χωροφύλακες, γράφει ένα μήνυμα σ’ ένα σεντόνι και το βάζει στη σέλα του αλόγου του. Λύνει το άλογο και το διώχνει, πιστεύοντας ότι θα βρει το δρόμο μόνο του για να γυρίσει στο στρατόπεδο.

Ο Νόρμαν επιστρέφει στο μοναστήρι καθώς γνωρίζει ότι μόλις ο Γκίκας ανακάλυπτε ότι τον κορόιδεψε, θα ξεσπούσε την οργή του πάνω στη Γιάννα. Για να μην τον δουν οι ληστές, ο Νόρμαν κρεμιέται κάτω από το καλάθι, καθώς οι ληστές το τραβούν προς τα πάνω για να μπουν μέσα και να κατέβουν από το μοναστήρι για να ψάξουν γι’ αυτόν.

Ο Νόρμαν ανεβαίνει με αυτό τον τρόπο στο μοναστήρι. Αιφνιδιάζει και εξουδετερώνει τους περισσότερους ληστές που βρίσκει εκεί.

Ο Λήσταρχος Γκίκας στο καλάθι

Όμως, ο Γκίκας προλαβαίνει να μπει στο καλάθι για να διαφύγει. Στο μεταξύ, οι χωροφύλακες έχουν πάρει το μήνυμα του Νόρμαν και έχουν φθάσει με τα άλογά τους κάτω από το μοναστήρι. Επικεφαλής τους είναι ο διοικητής του Νόρμαν ο οποίος έχει ένα επίδεσμο στο κεφάλι. Αυτό δείχνει ότι τελικά δεν είχε σκοτωθεί, όπως ο Νόρμαν φοβόταν και απλά έχασε τις αισθήσεις του όταν έπεσε κάτω.

Η χωροφυλακή έχει πάρει το μήνυμα του Νόρμαν και ετοιμάζεται να επιτεθεί στη συμμορία του Γκίκα

Στην κορυφή του βράχου στο μοναστήρι, ο Νόρμαν αγκαλιά με τη Γιάννα παρακολουθούν τους χωροφύλακες που πλησιάζουν. Παράλληλα εμποδίζουν την κατάβαση του Γκίκα αφού κρατούν το σχοινί του καλαθιού.

Ο Γκίκας προσπαθεί να τους πυροβολήσει με το πιστόλι του, αλλά είναι άδειο. Ο Νόρμαν και η Γιάννα τον κοροϊδεύουν και του κάνουν χειρονομίες. Αυτός απαντά  μέσα από το καλάθι μ’ ένα χείμαρρο ύβρεων. Ο Νόρμαν πετά ένα κανάτι στον Γκίκα και στη συνέχεια αυτός και η Γιάννα κλείνουν τα αυτιά τους με τα χέρια τους για να μην τον ακούν.

«Χάπι Έντ»

Η τελευταία σκηνή της ταινίας δείχνει τον Νόρμαν στη λέσχη των κυριών, όπως στην αρχή του έργου. Αυτή τη φορά συζητά μ’ ένα ηλικιωμένο μέλος της λέσχης. Στο ρόλο είναι ο σκηνοθέτης της ταινίας, Ντόναλντ Κρισπ.

Ο Νόρμαν του λέει πόσο του αρέσει η ησυχία του ειρηνικού Λονδίνου. Ο γέρος του λέει ότι θα πρέπει να αλλάξει άποψη για τις γυναίκες και να βρει καμιά και να την παντρευτεί. Ο Νόρμαν φεύγει από τη λέσχη και μπαίνει σε μία μεγάλη λιμουζίνα, ενώ ο σοφέρ τον χαιρετά.

Μέσα στη λιμουζίνα κάθεται η Γιάννα. Είναι ντυμένη μ’ ένα πανάκριβο λαμέ φόρεμα με ντεκολτέ. Στους ώμους έχει μια γούνα και στα χέρια της χρυσαφικά. Κάνει παράπονα στον Νόρμαν ότι οι αριστοκράτισσες του Λονδίνου με τις οποίες έπαιζε μπριτζ είναι «οι χειρότερες λησταρχίνες» και ότι έχασε στα χαρτιά είκοσι λίρες.

Στιγμιότυπο από την τελευταία σκηνή της ταινίας: Η Γιάννα ως Λονδρέζα αριστοκράτισσα δίνει διαταγές στο σοφέρ. Ο Νόρμαν μάλλον έχει αρχίσει να μετανιώνει που την παντρεύτηκε!

Ο σοφέρ ρωτά από το παράθυρο του αυτοκινήτου το ζευγάρι που να πάει και η Γιάννα του λέει στο σπίτι.

Η Ελληνίδα χωριατοπούλα όχι μόνο παντρεύτηκε τον πλούσιο Νόρμαν, αλλά έκανε κουμάντο στο σπίτι!

Στην Ελλάδα

Η ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα το 1929 με τον τίτλο «Ληστές του Ολύμπου». Διαφημίστηκε όχι μόνο ως η πρώτη ταινία που είχε έμπνευση τη σύγχρονη Ελλάδα αλλά επίσης ότι σκηνές του γυρίστηκαν στη χώρα. Αυτό, όμως, δεν ισχύει αφού όλες οι σκηνές γυρίστηκαν στο Χόλυγουντ. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία ελληνική συμμετοχή στην ταινία.

Διαφημιστική λήψη για την ταινία με τους δύο πρωταγωνιστές. Πηγή: Pinterest

Η ταινία κυκλοφόρησε στο τέλος της εποχής του βωβού κινηματογράφου. Η επανάσταση του ομιλούντος κινηματογράφου που ξεκίνησε από την Αμερική το 1927 είχε σαν αποτέλεσμα πολύ σύντομα οι βωβές ταινίες να περάσουν στο περιθώριο και να ξεχαστούν. Πολλοί μεγάλοι αστέρες του βωβού κινηματογράφου δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν την καριέρα τους στον ομιλούντα.

Αν και ο  Ροντ λα Ροκ και η Λουπ Βελέζ συνέχισαν να κάνουν επιτυχίες και σε ταινίες του ομιλούντος κινηματογράφου, οι παλαιότερες βωβές ταινίες τους, συμπεριλαμβανομένης και τους «Ληστές του Ολύμπου» ξεχάστηκαν, ακόμη και στην Ελλάδα.

Ιστορικό πλαίσιο

Η ταινία δεν έχει βάση σε κάποιο αληθινό γεγονός. Ωστόσο, υπάρχουν ιστορικοί παράμετροι. Αν και η ταινία είναι γυρισμένη το 1928, αναφέρεται σε προγενέστερη περίοδο. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι στο πηλήκιο του Ρότζερ Νόρμαν και των Ελλήνων χωροφυλάκων υπάρχουν στέμματα. Αυτό τοποθετεί την υπόθεση του έργου πριν από το 1924 και την κατάργηση της βασιλείας στην Ελλάδα.

Επιπλέον, στον τοίχο του γραφείου του διοικητή είναι κρεμασμένα πορτραίτα του βασιλιά Κωνσταντίνου και της βασίλισσας Σοφίας. Καθώς το έργο τοποθετείται μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η χρονική περίοδος στην οποία αναφέρεται είναι μεταξύ 1920, όταν ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Ελλάδα, και το 1922 όταν παραιτήθηκε και έφυγε για πάντα

Έτσι, η δράση τοποθετείται στην περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Το έργο υποτίθεται ότι λαμβάνει χώρα στη Θεσσαλία, αφού το λημέρι του Γκίκα είναι ένα από τα μοναστήρια των Μετεώρων. Για το λόγο αυτό ο ελληνικός τίτλος της ταινίας είναι «Οι Ληστές του Ολύμπου». Όμως, την εποχή αμέσως μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν γίνονταν ληστρικές επιδρομές εναντίον των χωριών της περιοχής με πυρπολισμούς σπιτιών, όπως απεικονίζεται στην ταινία.

Αντίθετα, το 1919-1920 αυτό ακριβώς συνέβαινε με πολλούς ελληνικούς οικισμούς της Μικράς Ασίας από τους Τσέτες. Αυτούς στη συνέχεια καταδίωκε ο ελληνικός στρατός, αλλά και μονάδες της έφιππης χωροφυλακής που είχαν μεταφερθεί στη Μικρά Ασία για το σκοπό αυτό.

Φαίνεται λοιπόν ότι πηγή έμπνευσης για την ταινία ήταν η δράση της ελληνικής χωροφυλακής στη Μικρά Ασία και όχι τη Θεσσαλία. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ληστοσυμμορία του Γκίκα φαίνεται να απαρτίζεται από Τούρκους.

Δείτε εδώ ολόκληρη την ταινία, “Οι Ληστές του Ολύμπου”

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

mixanitouxronou.gr
close menu