Από το βιβλίο «Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας»
Λένα Διβάνη, εκδόσεις Πατάκη

Τον Οκτώβριο του 1862, ο Όθωνας και η Αμαλία εγκατέλειψαν την Ελλάδα. Στο Μόναχο, όπου κατέφυγε το εξόριστο βασιλικό ζεύγος, η οικογένεια του Όθωνα δεν καταδέχτηκε την Αμαλία.

Της έριχναν ευθύνες για την αποτυχία του παιδιού τους. Ήταν στείρα και ανακατευόταν πολύ στις δουλειές του. Γενικά μιλώντας, η έκπτωτη βασίλισσα το πλήρωσε πολύ ακριβά το όνειρο της Ελλάδας, ίσως περισσότερο κι από τον άντρα της. Ο Όθωνας ήταν μελαγχολικός, αλλά ήρεμος στο Μόναχο. Το άγχος της διακυβέρνησης της χώρας τον σκότωνε, οι ύβρεις στο πρόσωπό του τον συγκλόνιζαν, δεν ήθελε άλλες ταραχές, οπότε προσαρμόστηκε.
Η Αμαλία όμως ήταν απαρηγόρητη. Σε ένδειξη πένθους φορούσε τη στολή της Αμαλίας για πολλά χρόνια στην εξορία.

Απεικόνιση του Όθωνα και της Αμαλίας πάνω σε άλογα.

Κανένας από τους δύο ωστόσο δεν απαρνήθηκε την Ελλάδα μέχρι την τελευταία τους πνοή. Κράτησαν το σπίτι τους πάντα ανοιχτό στους Έλληνες επισκέπτες -στην πραγματικότητα παρακαλούσαν να βλέπουν συχνότερα οποιονδήποτε Έλληνα είχε να τους φέρει νέα από την πατρίδα. Κι όποτε άκουγαν κάτι για την Ελλάδα, τα μάτια τους έτρεχαν σαν βρύσες. Στο υπέροχο παλάτι της Βαμβέργης, στις Βαυαρικές Άλπεις, όπου κατέλυσαν, φορούσαν πάντα ελληνικές στολές και μιλούσαν καθημερινά επί δυο-τρεις ώρες ελληνικά, για να μην τα ξεχάσουν. Ο Όθωνας έστειλε χρήματα στους Κρήτες εξεγερμένους και η Αμαλία δώρισε την καταπληκτική συλλογή νομισμάτων της στο Νομισματικό Μουσείο της Αθήνας.

Η υγεία του Όθωνα όμως ήταν πια εύθραυστη. Λίγα χρόνια μετά, το 1867 αρρώστησε από ευλογιά. Προαισθανόμενος ότι θα πεθάνει, ζήτησε από ελληνορθόδοξο ιερέα να ακούσει το «Πάτερ Ημών» και να ταφεί φορώντας φουστανέλα. Την ώρα που ξεψυχούσε, αναφώνησε «Ελλάδα, αγαπημένη μου Ελλάδα».
Μετά το θάνατο του αγαπημένου της, η ζωή της Αμαλίας έγινε ακόμα πιο γκρίζα. Το ‘ριξε στο φαΐ λοιπόν, πάχυνε και κατέληξε να στερηθεί και την τελευταία ηδονή που της είχε μείνει, την ιππασία. Οκτώ χρόνια μετά, άφησε κι αυτή την τελευταία της πνοή σε ηλικία πενήντα έξι ετών. Στη διαθήκη της έχει μια συγκινητική παράγραφο, αφιερωμένη στη νιότη της και στην Ελλάδα που ταυτίζονται: «Η αγάπη μου για την Ελλάδα και τον λαό της με ακολουθούν ως την τελευταία μου πνοή. Μακάρι η Ελλάδα να γίνει μια ευτυχισμένη χώρα όπως θέλαμε να την κάνουμε εμείς. Μακάρι να γίνουν πραγματικότητα τα όνειρα της νιότης μας». Παραδόξως γι’ αυτήν, βρέθηκαν κάποιοι Έλληνες και εναπόθεσαν στεφάνι από αγριολούλουδα στον τάφο της, με κορδέλα που έγραφε: «Οι εν Μονάχω ευγνωμονούντες Έλληνες».

Ο Όθωνας ζήτησε να θαφτεί με φουστανέλα. Wikipedia

Είχε περάσει ο καιρός και είχαν αντιληφθεί, φαίνεται, κάποιοι Έλληνες ότι οι δύο αυτοί άνθρωποι, όσο τεράστια λάθη κι αν έκαναν, τουλάχιστον δεν χρησιμοποίησαν ληστρικά το νεαρό βαλκανικό βασίλειο. Είχαν καλές προθέσεις και αυτό είναι κάτι. Η Αμαλία θάφτηκε δίπλα στον αγαπημένο της σύζυγο στο Μόναχο. Ευτυχώς αυτή η πόλη μοιάζει κάπως με την Αθήνα.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας», Λένα Διβάνη, εκδόσεις Πατάκη

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Έλληνες εθελοντές στο πλευρό των Ρώσων στον Κριμαϊκό πόλεμο. Η ρωσοτουρκική σύγκρουση στην οποία οι Αγγλογάλλοι έσπευσαν στο πλευρό των Οθωμανών. Γιατί αυτή η συμμαχία θεωρήθηκε «ανίερη»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here