Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, στο ποίημά του “Αθανάσιος Διάκος“, αναφέρεται στον Ησαΐα και τον αδελφό του (“Άσμα Τρίτον: Εικοστή τρίτη Απριλίου“) με τους παρακάτω στίχους:

Στ’ αγέρι κρεμασμένα,

ωσάν καντήλια τ’ ουρανού, αποβραδίς δυο φώτα

εφάνηκαν στη σκοτεινιά… Κανείς δεν τά ’χε ανάψει…

Κι ένας που επέρασε απεκεί, καλόγερος, διαβάτης,

κι είδε το θάμα κι έδραμε, στη λάμψη δυο κεφάλια

ηύρε που πλάγιαζαν γλυκά… το ’να του Παπαγιάννη

και τ’ άλλο του Δεσπότη του. Γονατιστός εμπρός τους

έμειν’ ο γέρος κι έκλαψε… Τους έριξε τρισάγιο,

τα φίλησε στο μέτωπο και με το δοκανίκι

έσκαψε λάκκο κι έθαψε τ’ αχώριστα τ’ αδέρφια.

Βλογάει το χώμα τρεις φορές… Έκαμε το σταυρό του

και χάνεται στην ερημιά… Εσβήστηκαν τα φώτα.