Του ιστορικού Μενέλαου Χαραλαμπίδη

Η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα αποτέλεσε σημείο έρευνας και μελέτης, καθώς η κατοχική Αθήνα είναι- για ιστορικούς και επιστήμονες-  ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς αντιδρά μια κοινωνία σε περιόδους κρίσης. 

Ο τελευταίος χρόνος της γερμανικής κατοχής ήταν από τους πιο αιματηρούς χρόνους, με χιλιάδες απώλειες εξαιτίας των αντιποίνων,από τους Γερμανούς και τις παραστρατιωτικές ομάδες Ελλήνων που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές.
Σε πολλές περιπτώσεις, μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων, αποφάσισαν να μην συγκρουστούν στις αθηναϊκές συνοικίες, για να αποφύγουν τα σκληρά αντίποινα.

Το Παγκράτι και ο κίνδυνος των γερμανικών αντιποίνων

Τον Δεκέμβριο του 1943 οι κάτοικοι του Παγκρατίου, παρά το γεγονός ότι ελάχιστοι το γνώριζαν, απέφυγαν το μεγαλύτερο ίσως κίνδυνο που διέτρεξε η συνοικία στα χρόνια της Κατοχής.
Παραμονές Χριστουγέννων ένα συνεργείο της ΕΠΟΝ Παγκρατίου έγραφε συνθήματα στους δρόμους της συνοικίας με την περιφρούρηση ομάδας του ΕΛΑΣ. Ο Ζάχος Νικηφοράκης, υπεύθυνος της ομάδας περιφρούρησης, θυμάται:

«Ήμασταν στη Δαμάρεως και Πύρου […] Ακούμε πυροβολισμούς και μαθαίνουμε ότι ανεβαίνει μια διμοιρία «Τσολιάδες», δηλαδή Τάγματα Ασφαλείας, προς την πλατεία Πλαστήρα. Τους λέω ελάτε να μαζέψουμε τα όπλα και να φύγουμε, να μην κινδυνέψουμε […] Και όπως ήμασταν μαζεμένοι, έρχεται ένας Γερμανός και λέει “βας ιστ ντεν λος”;
Αυτή η φράση που είπε ο Γερμανός μου έχει μείνει. Εγώ κρατούσα κατά σύμπτωση τώρα ένα περίστροφο, αυτά που είχαν οι Καραμπινιέροι, 45άρι κοντό.
Κι ανάβει τον φακό του αυτός, είχε κρεμασμένο ένα φακό στο στήθος. Και τον βλέπω που τραβάει το πιστόλι.
Δεν είχα άλλη επιλογή, γυρνάω πάνω στον φακό και πυροβολώ. Πάει αυτός.
Ήτανε με μια κοπέλα και πηγαίνανε φαίνεται στο σπίτι της, ποιος ξέρει. Από το πουθενά βγήκε […].
Πότε δεν περιμέναμε ότι είναι δυνατόν να παρουσιαστεί μέσα στον χώρο που ελέγχαμε κατά κάποιον τρόπο […] βρέθηκε αυτός εκεί.
Άδειασε το Παγκράτι.»[1]

Η επισήμανση ότι το Παγκράτι άδειασε αφορούσε βέβαια τα οργανωμένα μέλη του ΕΑΜ και όχι τους κατοίκους.
Οι ένοπλοι του ΕΛΑΣ είχαν ρητή εντολή να αποφεύγουν τις μεμονωμένες συγκρούσεις με άνδρες των δυνάμεων κατοχής, για να μην προκαλέσουν τη διενέργεια αντιποίνων.
Στο συγκεκριμένο συμβάν η κατάσταση επιβαρυνόταν από το γεγονός ότι ο νεκρός δεν ήταν ένας απλός οπλίτης, αλλά αξιωματικός της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας. Σύμφωνα με την από 25-10-1943 ανακοίνωση του στρατιωτικού διοικητή Ελλάδος, για το φόνο κάθε γερμανού στρατιώτη θα εκτελούνταν σε αντίποινα 50 Έλληνες,[2] κάτι που σήμαινε ότι στην περίπτωση του Παγκρατίου ίσως οι εκτελεσμένοι να ξεπερνούσαν αυτόν τον αριθμό, καθώς το θύμα ήταν αξιωματικός.

Άμεσα ηγετικό στέλεχος, σε επίπεδο Τομέα του ΕΑΜ, ήρθε σε επαφή με τον διοικητή του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου Μαριολάκο.
Ο κοινός στόχος ήταν η αποφυγή μαζικών αντιποίνων για το θάνατο του Γερμανού αξιωματικού.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ζάχου Νικηφοράκη και του επικεφαλής διμοιρίας του τοπικού ΕΛΑΣ, Δημήτρη Βαλιμίτη,
το Παγκράτι γλίτωσε τα μαζικά αντίποινα για τον θάνατο του αξιωματικού, λόγω της στάσης που κράτησε
ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου.
Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι το όπλο του Νικηφοράκη ήταν ιταλικό, το είχαν πάρει Ελασίτες από καραμπινιέρους
μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, και ότι ο αξιωματικός βρισκόταν μακριά από τη μονάδα του συνοδευόμενος από γυναίκα
και άρα σε ραντεβού, συνέταξε έκθεση στην οποία απέδωσε το συμβάν σε ερωτική διαφορά.
Το βιβλίο, «Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα», αποτελεί την πρώτη διδακτορική διατριβή
για την περίοδο της Κατοχής στην Αθήνα.
Παρακολουθεί τις διαδρομές ανθρώπων από τα χρόνια του Μεσοπολέμου ως το τέλος της Κατοχής στην Αθήνα.
Καταγράφει τις συνέπειες της Κατοχής, όπως την κατάρρευση της οικονομίας, την τρομοκρατία των κατακτητών,
το λιμό και τον αντίκτυπο που είχαν στις ζωές τους.
Μέσα από τις μαρτυρίες τους, εμβαθύνει στους λόγους για τους οποίους έλαβαν την απόφαση να ενταχθούν στην Αντίσταση.

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Μενέλαου Χαραλαμπίδη

Η μελέτη εστιάζει στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα στην Αθήνα, ιδιαίτερα στις προσφυγικές συνοικίες και εξηγεί γιατί οι πρόσφυγες της Καισαριανής και του Βύρωνα, με τη συνδρομή συναγωνιστών τους από το Παγκράτι, τη Γούβα και τον Υμηττό, μετέτρεψαν τις γειτονιές τους σε προπύργια του ΕΑΜ. Παρατηρεί πώς μέσα από τις μάχες στους δρόμους, τη διανομή παράνομου Τύπου ή τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις, η αντιστασιακή εμπειρία συγκροτεί μια νέα πολιτική ταυτότητα και ένα νέο συλλογικό υποκείμενο.

Εξετάζει το ρόλο που διαδραμάτισε η βία στο μετασχηματισμό της πολιτικής σε ένοπλη σύγκρουση και τις πρακτικές που χρησιμοποίησε κάθε πλευρά για να επιτύχει τους στόχους της. Τα μπλόκα των Ταγμάτων Ασφαλείας, οι βασανισμοί και οι εκτελέσεις της Ειδικής Ασφάλειας, οι έφοδοι της οργάνωσης «Χ», οι μάχες του ΕΛΑΣ και οι εκτελέσεις της ΟΠΛΑ, συνέθεταν την πολυμορφία της βίας που δίχασε την αθηναϊκή κοινωνία.

[1] Ζάχος Νικηφοράκης, συνέντευξη 20-11-2007.

[2] Πρωία, 27 Οκτωβρίου 1943.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: «Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ (1941-1945)», ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ (Π.Ο.Α.Ε.Α.)

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Η λέξη «δοσίλογος» αρχικά δεν σήμαινε προδότης και εμπεριείχε το τεκμήριο της αθωότητας. Γιατί αριστεροί και δεξιοί επέλεξαν αυτόν τον όρο έναντι του «συνεργάτη» ή «προδότη»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here