Μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα, τα «δεσμά του γάμου» δεν ένωναν μόνο τα ερωτευμένα ζευγάρια, αλλά σφράγιζαν και καλούς οικονομικούς διακανονισμούς. Και, σύμφωνα με το στερεότυπο, υπεύθυνες για τέτοιου είδους συνεννοήσεις ήταν μεσήλικες ανύπαντρες γυναίκες με πολύ ελεύθερο χρόνο και έντονη κοινωνική ζωή.
Σε πόλεις και χωριά, κάθε γειτονιά είχε την προξενήτρα της.

Ακόμα και στο σινεμά, ελληνικό και διεθνές, προξενήτρες υπήρξαν πολλές. Μερικές από αυτές άφησαν ιστορία.

Μαρίκα Νέζερ («Ο Μπακαλόγατος», 1963)

Ο επίσημος τίτλος ήταν «Της Κακομοίρας». Στις καρδιές του κόσμου, όμως, έμεινε ως ο «Μπακαλόγατος», χάρη στο θρυλικό Ζήκο που ενσάρκωσε ο Κώστας Χατζηχρήστος.
Ο αφελής «μπακαλόγατος» μπορεί ως πρωταγωνιστής να έκλεψε την παράσταση, όμως εξίσου χαρακτηριστικός ήταν κι ο ρόλος της Μαρίκας Νέζερ.
Η κυρά-Δέσποινα ήταν η κουτσομπόλα προξενήτρα της γειτονιάς που προσπαθούσε να παντρέψει τον «μεγαλομπακάλη» κυρ Παντελή με τη νεαρή και όμορφη Λίτσα. Η κοπέλα φυσικά δεν τον ήθελε, καθώς προτιμούσε ένα αγόρι της ηλικίας της. Ο πατέρας της, όμως, είχε διαφορετική άποψη.
Εν αγνοία της κόρης του και με τη διαμεσολάβηση της κυρά-Δέσποινας, ήρθε σε συνεννόηση με τον κυρ-Παντελή και οι δυο τους αποφάσισαν να ανακοινώσουν στη Λίτσα τους επικείμενους αρραβώνες την ημέρα των γενεθλίων της.

Με αρκετή δόση χιούμορ, η ταινία σκιαγραφεί την πραγματικότητα που επικρατούσε στην ελληνική κοινωνία, ιδίως στην επαρχία.
Ο ρόλος της Μαρίκας Νέζερ, αν και κωμικός, δεν παύει να είναι ρεαλιστικός. Η προξενήτρα από την αρχή της ταινίας, προσπαθεί να εξασφαλίσει τον πιο συμφέροντα γάμο για τον «καλοστεκούμενο» μπακάλη. Αντίλογος στο αταίριαστο σμίξιμο του κυρ Παντελή με την μικρή Λίτσα είναι ο Ζήκος.

«Εσύ κατόρθωσες και τελείωσες το συνοικέσιο του αίσχους. Αίσχος είναι, βέβαια, γιατί αυτή είναι κοπελίτσα κι αυτός είναι κοτζάμ γορίλας. Θα του τα φορέσει!»

Η ταινία «Της Κακομοίρας» προβλήθηκε τη σαιζόν 1963-1964 και έκοψε συνολικά 201.008 εισιτήρια. YouTube

Γεωργία Βασιλειάδου («Η Προξενήτρα», 1966)

Η «μεγάλη κυρία της ελληνικής κωμωδίας» υπήρξε ίσως η διασημότερη προξενήτρα της μεγάλης οθόνης. Το 1966 η Γεωργία Βασιλειάδου υποδύθηκε μια γεροντοκόρη που αναλαμβάνει την «αποστολή» να παντρέψει όλους τους γείτονες και γνωστούς της.
Η κουτσομπόλα, αλλά καλόκαρδη, γυναίκα γνωρίζει τα πάντα για την καθημερινότητά τους, τα βάσανα, τους καημούς και τις ιδιοτροπίες τους. Έτσι, επιχειρεί να τους ταιριάξει μεταξύ τους και να τους αποκαταστήσει.
Η ταινία είναι μία ακόμη κωμική ματιά στο έθιμο του προξενιού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή δεν αποτελεί την πρώτη απόπειρα της Βασιλειάδου να μπει στο ρόλο της προξενήτρας.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, πριν ο «Μπακαλόγατος» γίνει ταινία, είχε ανέβει στο θέατρο χωρίς μεγάλη επιτυχία.
Η πρώτη κυρά-Δέσποινα ήταν η Γεωργία Βασιλειάδου, ενώ Ζήκος παρέμενε ο Κώστας Χατζηχρήστος.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Χατζηχρήστος αποφάσισε να μεταφέρει το έργο στη μεγάλη οθόνη.
Ο ίδιος κράτησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όμως στο πλάι του ως προξενήτρα βρισκόταν πλέον η Μαρίκα Νέζερ.

Μήτση Κωνσταντάρα («Η Νεράιδα και το Παλικάρι», 1969)

Μία από τις χαρακτηριστικότερες σκηνές της ταινίας «Η Νεράιδα και το Παλικάρι» είναι το επίσημο «κανόνισμα» του γάμου του Μανούσου και της Λενιώς.
Η Μήτση Κωσταντάρα, ως κυρά-Μερόπη, είναι αυτή που έφερε σε επαφή τις δύο οικογένειες και δρομολόγησε το ταίριασμα.
Είναι μία ακόμα περίπτωση που μέσα από την κωμωδία, φωτίζεται η πραγματικότητα. Προέχει να ταιριάζουν οι περιουσίες κι όχι το ζευγάρι.

Στην κωμική σκηνή της ταινίας, οι οικογένειες των μελλόνυμφων έχουν μαζευτεί στο τραπέζι μαζί με έναν συμβολαιογράφο και κανονίζουν τις λεπτομέρειες και τα διαδικαστικά της προίκας.

Μόλι Πικόν («Ο Βιολιστής στη Στέγη»)

Βέβαια, τα προξενιά δεν αποτελούν ελληνικό φαινόμενο. Στην αμερικανική ταινία «Ο Βιολιστής στη Στέγη», ο χαρακτήρας της Γιέντε έχει παρόμοιο προφίλ με εκείνο των ελληνίδων κωμικών ηθοποιών.

Δεξιά η Μόλι Πικόν ως προξενήτρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο ομώνυμο θεατρικό έργο, πάνω στο οποίο βασίστηκε η κινηματογραφική παραγωγή, ο ρόλος της προξενήτρας ήταν μεγαλύτερος.

Η μεσήλικη γυναίκα αναλαμβάνει να παντρέψει τη μεγάλη κόρη του πρωταγωνιστή με τον χασάπη της περιοχής.
Το ταίριασμα και πάλι βασίστηκε σε οικονομικά αλλά και θρησκευτικά κριτήρια.
Το μοτίβο παραμένει κοινό. Ο πατέρας ήταν σύμφωνος με το γάμο, όμως η κοπέλα δεν ήθελε ούτε να ακούσει.
Είναι αυτό που συνέβαινε και στην πραγματική ζωή τον περασμένο αιώνα. Μόνο που οι μελλόνυμφοι δεν έπαιζαν σε ταινία και το κωμικό στοιχείο δεν μπορούσε να τους γλιτώσει.
Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που τα προξενιά οδηγούσαν σε αποτυχημένους γάμους.
Συχνά όμως τύχαινε το ζευγάρι να αγαπηθεί στην πορεία και να βγει το συμπέρασμα, ότι «θα ρθει και ο έρωτας». Γεγονός είναι ότι για πολλούς αιώνες στην ελληνική κοινωνία και σε όλη την Ευρώπη, τα συνοικέσια ανοίγαν σπίτια, και αν το προξενιό ήταν σοφό, τα άνοιγαν και με γερά θεμέλια.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Αυτές οι γυναίκες ταξίδεψαν στην Αυστραλία για να παντρευτούν Έλληνες μετανάστες, που δεν τους είχαν ξαναδεί. Προσπαθούν να αναγνωρίσουν τους γαμπρούς από τη φωτογραφία του προξενιού (φωτό)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here