Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εξελέγη στη Μεγάλη Βρετανία η πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση στην ιστορία της χώρας με πρωθυπουργό τον Κλήμεντ Άτλι.

Η νίκη των Εργατικών συνοδεύτηκε από αξιοσημείωτες αλλαγές στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο. Σε διεθνές επίπεδο η Κυβέρνηση είδε την αποδόμηση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτός ο πόλεμος διεξήχθη στο όνομα της ελευθερίας των λαών που πολέμησαν στο πλευρό των Συμμάχων κατά του φασισμού και είχε έρθει η ώρα της δικής τους ελευθερίας.  Σταδιακά η Βρετανία άρχισε να αποσύρεται από τις αποικίες της, όπως η Ινδία, αλλά αποχωρώντας σχεδίασε ειδικά προγράμματα ώστε οι χώρες που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό της να γίνουν βιώσιμες και φιλικές προς την Βρετανία.

Ένα από αυτά τα προγράμματα ήταν η καλλιέργεια φιστικιών στην Tανγκανίκα, τη σημερινή Τανζανία.
Η αρχική ιδέα επινοήθηκε από τον διευθύνοντα σύμβουλο της Εταιρείας της Ηνωμένης Αφρικής, Φρανκ Σάμιουελ, ο οποίος είχε αναλάβει να βρει φυτικά έλαια για τα σαπούνια και τις μαργαρίνες της πολυεθνικής Unilever.
Στη Βρετανία, τα βασικά αγαθά μοιράζονταν με δελτίο καθότι υπήρχαν τρομερές ελλείψεις, ενώ και τα αποθέματα ελαίων ήταν μηδαμινά.
Τότε ο Σάμιουελ κατάλαβε ότι την ιδέα του μπορούσε να το υλοποιήσει μόνο μια συγκεκριμένη κυβέρνηση και γι’ αυτό εκπόνησε ένα πενταετές σχέδιο στη νεοσύστατη κυβέρνηση των Εργατικών. Αφορούσε στη δοκιμαστική αποψίλωση 80 τετραγωνικών χιλιομέτρων, για το οποίο παραγγέλθηκε κρατική μελέτη. Υπεύθυνος της μελέτης διορίστηκε ο πρώην υπουργός Γεωργίας, Τζον Γουέικφιλντ.

Η ρίζα του προβλήματος και το τεράστιο οικονομικό κόστος

Ο Γουέικφιλντ, εμφανώς «γοητευμένος» από το φιλόδοξο σχέδιο του Σάμιουελ, πίστευε πως θα έλυνε μια για πάντα τα οικονομικά προβλήματα των αφρικανικών χωρών που δεν ήταν άλλα από τους λιμούς και τις ακαλλιέργητες εκτάσεις γης.
Με αυτόν τον τρόπο θα βρίσκονταν λύσεις στις χώρες αυτές προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν μελλοντικές κρίσεις στην πορεία τους προς την ανεξαρτησία και ταυτόχρονα, θα παραγόταν σαπούνι για τις ανάγκες του βρετανικού λαού.
Οι αφρικανοί γεωργοί θα μάθαιναν τόσο τις σύγχρονες μεθόδους καλλιέργειας όσο και τον τρόπο με τον οποίο θα καλλιεργούσαν νέα είδη φυτών στα εδάφη τους. Το σχέδιο καλλιέργειας φιστικιών αποσκοπούσε σε μια τεράστια γεωργική επανάσταση.
Ωστόσο, οι υπεύθυνοι του προγράμματος δεν προέβλεψαν τα σοβαρά προβλήματα που θα ανέκυπταν.

Οι εργάτες κατάφεραν να αποψιλώσουν και να καλλιεργήσουν μόνο ένα μικρό κομμάτι γης, περίπου 40 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Ωστόσο, το έδαφος, αν και γόνιμο, ήταν πάρα πολύ σκληρό.

Η γη που επιλέχθηκε ήταν η δυσπρόσιτη περιοχή της Κόνγκουας, η οποία βρισκόταν στο κεντρικό υψίπεδο της Τανγκανίκας.
Κατά τον εξερευνητή Χένρι Μόρτον Στάνλεϊ, η περιοχή αποτελούσε μια «ατελείωτη ζούγκλα χαμηλής βλάστησης», που ήταν απροσπέλαστη ακόμα και για τα ίδια τα ζώα, με εξαίρεση τα φίδια, ενώ ένα ακόμα μειονέκτημα ήταν και το οριακό ύψος των βροχοπτώσεων. Οι καταστροφικές συνέπειες δεν άργησαν να φανούν.

 

Η άγρια βλάστηση σε συνδυασμό με τις αχανείς θαμνώδεις εκτάσεις έκρυβαν σμήνη επιθετικών μελισσών. Επίσης, για να γίνει εφικτή η αποψίλωση των δέντρων, χρειάζονταν μπουλντόζες, αλλά και αλυσίδες άγκυρας.
Όμως και πάλι δεν ήταν δυνατό να ξεριζωθούν τα φυτά, ενώ οι ρίζες κατέστρεψαν και όσα μηχανήματα είχαν πάει στην περιοχή.
Τα δέντρα αναπτύσσονταν κανονικά πάνω από το έδαφος, αλλά τα φιστίκια έβγαιναν κάτω από αυτό. Ως αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικά δύσκολη η συγκομιδή τους.
Όσα χρήματα και να επενδύονταν, όσες υπεράνθρωπες προσπάθειες και να καταβάλλονταν, το βασικό πρόβλημα να ευδοκιμήσουν καρποί σε μια ακατάλληλη περιοχή, δεν μπόρεσε να ξεπεραστεί.
Στη βρετανική αγορά δεν έφτασε ποτέ κανένα φιστίκι. Από τους χιλιάδες τόνους φιστικιών που είχαν αγοραστεί για να χρησιμεύσουν ως σπόροι, φυτεύτηκαν οι μισοί.
Ακόμα και στην προσπάθεια φύτευσης ηλιοτροπίων, οι καλλιέργειες καταστράφηκαν εξαιτίας της ξηρασίας.
Το οικονομικό κόστος αντιστοιχούσε στις 49 εκατομμύρια λίρες, δηλαδή πάνω από 100 εκατομμύρια δολάρια!

Η αποτυχία του προγράμματος χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα για να μην αναλαμβάνουν τέτοιου είδους εγχειρήματα τα κράτη, αλλά η ιδιωτική πρωτοβουλία. Το χειρότερο όμως ήταν ότι το σχέδιο αποθάρρυνε σε πολύ μεγάλο βαθμό την εκπόνηση μελλοντικών προγραμμάτων αρωγής σε πρώην αποικίες που αναζητούσαν τη ριζική τους αναγέννηση.

Διαβάστε στη ΜτΧ: «Μοιάζει σχεδόν θαύμα πως μπορεί κάποιος να επιβιώσει, όταν οι σφαίρες πέφτουν σαν χαλάζι». Ο πόλεμος για το χρυσάφι στη Ν. Αφρική που οδήγησε στην αιματηρή σύγκρουση των λευκών αποίκων Μπόερς με τον πανίσχυρο βρετανικό στρατό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here