Τα ορφανά του Διστόμου μετά τη σφαγή μεταφέρθηκαν στην Καισαριανή δίπλα στον τόπο εκτελέσεων. Μαρτυρία

Τα ορφανά του Διστόμου μετά τη σφαγή μεταφέρθηκαν στην Καισαριανή δίπλα στον τόπο εκτελέσεων. Μαρτυρία

Στις 10 Ιουνίου του 1944 τα SS του Καρλ Σύμερς αιματοκύλησαν το Δίστομο Bοιωτίας. Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη, που δεν ξεχώρισαν από τη σφαγή γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους. Πριν φύγουν, έκαψαν τα σπίτια του χωριού.

Την επόμενη ημέρα το Δίστομο ήταν νεκροταφείο. Συνολικά, υπολογίζεται ότι ο αριθμός των νεκρών έφτασε τους 228, εκ των οποίων οι 117 ήταν γυναίκες και οι 111 άντρες, ανάμεσά τους και 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων.

Λίγες μέρες μετά τη σφαγή, έφτασε στο χωριό ο Ερυθρός Σταυρός. Η αναφορά του επικεφαλής, Στούρε Λινέρ, είναι συγκλονιστική.

“Σε κάθε δέντρο, κατά μήκος του δρόμου και για εκατοντάδες μέτρα, κρεμόντουσαν ανθρώπινα σώματα, σταθεροποιημένα με ξιφολόγχες, κάποια εκ των οποίων ήταν ακόμη ζωντανά. Ήταν οι κάτοικοι του χωριού που τιμωρήθηκαν με αυτό τον τρόπο. Θεωρήθηκαν ύποπτοι για παροχή βοήθειας στους αντάρτες της περιοχής, οι οποίοι επιτέθηκαν σε δύναμη των Ες-Ες.

Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Μέσα στο χωριό σιγόκαιγε ακόμη φωτιά στα αποκαΐδια των σπιτιών. Στο χώμα κείτονταν διασκορπισμένοι εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, από υπερήλικες έως νεογέννητα.

Σε πολλές γυναίκες είχαν σχίσει τη μήτρα με την ξιφολόγχη και είχαν αφαιρέσει τα στήθη. Άλλες κείτονταν στραγγαλισμένες, με τα εντόσθια τυλιγμένα γύρω από τον λαιμό.

Φαινόταν σαν να μην είχε επιζήσει κανείς”

Η εντολή ήταν : Σκοτώστε τους όλους. Φωτογραφία ντοκουμέντο από ένα σπίτι την επομένη της σφαγής. (Επεξεργασία – επιχρωματισμός “Μηχανή του Χρόνου”)

Τα ορφανά της σφαγής

Όσοι επέζησαν έπρεπε να συνεχίσουν, αλλά δεν υπήρχε καμία δυνατότητα επιβίωσης. Ειδικά για τα μικρά παιδιά που έμειναν ορφανά. Καταγράφηκαν επίσης αρκετές περιπτώσεις γονιών, που έδωσαν τα παιδιά τους στον Ερυθρό Σταυρό, γιατί δεν είχαν μέσα για να τα μεγαλώσουν, αφού οι περιουσίες τους είχαν καταστραφεί ολοσχερώς.

Ο κ. Νίκος Παπαλεωνίδας ήταν ένα από αυτά τα παιδιά. Περιέγραψε στη Μηχανή του Χρόνου πως μεταφέρθηκε με άλλα στην Αθήνα για να σωθεί:

“Όταν ξημέρωσε η Τετάρτη φώναζαν με το χωνί “έφτασε ο Ερυθρός Σταυρός στο χωριό! Όποιος έχει παιδιά, να τα στείλει στον Ερυθρό Σταυρό”.

Μόλις το άκουσε ο πατέρας μου είπε στη μάνα μου να μας πάνε εκεί. “Εμείς θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε, τα παιδιά τουλάχιστον θα ζήσουν”, έλεγε.

Έτσι, ο μικρός Νίκος με τον αδερφό του κατέληξαν στην Αθήνα, όπου η ζωή τους επιφύλασσε μια ακόμα τραγική έκπληξη, αφού ο τόπος φιλοξενίας ήταν δίπλα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου οι Γερμανοί εκτελούσαν καθημερινά τους Έλληνες. Ακόμα και τώρα θυμάται εκείνα τα εφιαλτικά πρωινα:

“Ακούγαμε κάθε πρωί το σκοπευτήριο να δουλεύει το πολυβόλο και να σκοτώνει”

Ο επιζώντας του Διστόμου, Νίκος Παπαλεωνίδας. Δείχνει την φωτογραφία του Ερυθρού Σταυρού στην οποία εικονίζεται ως παιδί. Την επόμενη της σφαγής κατέληξε δίπλα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής

Σταδιακά, οι προμήθειες του Ερυθρού Σταυρού άρχισαν να λιγοστεύουν και πολύ σύντομα, ήρθε η πείνα.

“Θυμάμαι μια μέρα που μας φέρανε κάτι κασονάκια με μακαρόνια, σαν μισοφέγγαρο. Τα πήρε ο μάγειρας και τα έριξε σε ένα μεγάλο καζάνι. Τότε πετάχτηκαν από μέσα κάτι μεγάλα σκουλήκια. Τα είδε ο μάγειρας και στεναχωρήθηκε πολύ. “Τι θα φάνε τα παιδιά τώρα; Τι θα κάνω”, αναρωτιόταν. Του έλεγαν να τα πετάξει, αλλά αυτός δεν τα πέταγε. 

Τα καθάρισε όλα και είπε στις κοπέλες, “πρώτα θα φάω εγώ, να δω αν είναι εντάξει, και έπειτα θα τα δώσω στα παιδιά”. Πράγματι, έφαγε και μετά από λίγη ώρα μας φώναξε. Μας τα σέρβιρε, φάγαμε και θυμάμαι πως ήταν πολύ καλά. Δεν πάθαμε τίποτα”.

Μετά από λίγους μήνες, ο πατέρας του Νίκου Παπαλεωνίδα, κατέβηκε στην Αθήνα, για να τον πάρει πίσω στο Δίστομο. 

“Ο πατέρας μου ήρθε αρχικά να πάρει εμένα, τον αδερφό μου και μια ξαδερφούλα μας, για να γυρίσουμε πίσω. Μόλις πήγαμε να φύγουμε, τον είδαν τα υπόλοιπα παιδιά, που μέναμε μαζί, και άρχισαν να κλαίνε.

“Πάρε και μένα, πάρε και μένα”, του φώναζαν. 

Ρωτάει, τότε, ο πατέρας μου έναν υπεύθυνο. “Μπορώ να πάρω ακόμα τέσσερα-πέντε παιδιά;”. “Πάρτε όσα θέλετε”, του απαντάει εκείνος. Έτσι και έγινε, Πήραμε κάποια παιδιά ακόμα, γίναμε έντεκα και ξεκινήσαμε το ταξίδι της επιστροφής”.

Στο μαυσωλείο του Διστόμου φυλάσσονται τα οστά των θυμάτων. Τα περισσότερα έχουν το σημάδι της χαριστικής βολής.

Τα οστά των θυμάτων φυλάσσονται σε μαυσωλείο, στο ψηλότερο σημείο του χωριού. Κάτω από κάθε προθήκη, αναγράφεται το όνομα και η ηλικία του νεκρού. Από ηλικιωμένους, μέχρι νεογέννητα μωρά. Σε κάποια κρανία φαίνεται ακόμα η τρύπα από τη χαριστική βολή.

Η Σφαγή του Διστόμου παραμένει μέχρι και σήμερα ένα ατιμώρητο έγκλημα

Ο Συνταγματάρχης Καρλ Σύμερς, επικεφαλής του 7ου Συντάγματος που κατέσφαξε όχι μόνο το Δίστομο, αλλά και την Κλεισούρα, σκοτώθηκε στις 18 Αυγούστου 1944 στην Άρτα, από νάρκη. Μετά θάνατον, του απένειμαν τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρούν Σταυρού.

Ο λοχαγός Φριτς Λάουτενμπαχ, που διέταξε τη σφαγή, δεν τιμωρήθηκε ποτέ από τους ανώτερούς του και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του.

Ο λοχαγός Χανς Ζάμπελ, ο οποίος κατηγορήθηκε ως ένας από τους υπεύθυνους της σφαγής του Διστόμου, συνελήφθη, αλλά το 1953 παραδόθηκε στις γερμανικές αρχές. Ακολούθησαν εισαγγελικές έρευνες, που δεν οδήγησαν πουθενά, με το επιχείρημα ότι δεν μπορούσε να αποδειχθεί η συμμετοχή του στις σφαγές.

Ο μοναδικός που βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου στη Νυρεμβέργη ήταν ο Γερμανός στρατιωτικός, πτέραρχος και σωματάρχης, Χέλμουτ Φέλμυ. Ο Φέλμυ καταδικάστηκε σε 15ετή κάθειρξη, αλλά αποφυλακίστηκε το 1951, καθώς του απονεμήθηκε χάρη από τη γερμανική κυβέρνηση.

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

close menu