Δουλεύει με κατσαβίδια, τανάλιες και λαβίδες αλλά νιώθει ότι είναι επιδέξιος όσο ένας χειρουργός. Ο Βασίλης Στεφανίδης, από τους πιο παλιούς ρολογάδες της Αθήνας, εδώ και σχεδόν μισό αιώνα δίνει ζωή στα «άρρωστα» ρολόγια.

Στον πάγκο του κάθεται με σκυμμένο κεφάλι. Χάνεται ανάμεσα σε σκόρπιες, βίδες, ελατήρια και σπασμένους δείκτες. Οπλισμένος με υπομονή, έχει μάθει να μην παραπονιέται όταν το σώμα του διαμαρτύρεται.
Εξάλλου, όπως λέει «η επισκευή ενός ρολογιού δίνει ευχαρίστηση. Ειδικά, όταν ακούς ξανά το πρώτο τικ-τακ. Παίρνεις ένα πεθαμένο αντικείμενο και το ανασταίνεις», αφηγείται.

Μερικά ρολόγια λένε την ιστορία του ιδιοκτήτη τους ή έστω ένα κομμάτι της ζωής του.
Από τα χέρια του έχουν περάσει σπασμένα ρολόγια παιδιών, που σκοτώθηκαν σε τροχαία. Ήταν τα μόνα που είχαν απομείνει ως ανάμνηση στους γονείς τους. «Πρέπει να το φτιάξεις οπωσδήποτε», του είπαν.
Γι΄αυτό τα προσέχει παραπάνω, όπως και τα ρολόγια που κουβαλάνε το συναισθηματικό φορτίο ενός δώρου, ή ακόμη ενός οικογενειακού κειμηλίου.
Υπάρχουν όμως και αυτά που ήταν μια κάποια συντροφιά, σε μοναχικούς ανθρώπους. «Ο κούκος ήταν η παρέα τους, περίμεναν κάθε βράδυ να βγει και να δώσει το σήμα ότι πρέπει να κοιμηθούν».

Τα εργαλεία που σώθηκαν από τις λεηλασίες και τους πολέμους

Πολλά από τα εργαλεία του είναι πλέον παλιά. Κουβαλούν όμως πείρα χρόνων. Είναι τα ίδια, που χρησιμοποιούσε ο παππούς του στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και κατάφερε να τα διασώσει από πολέμους και λεηλασίες. Πλέον έχουν περάσει στα χέρια της τρίτης γενιάς και είναι ζωντανά μνημεία της οικογενειακής ιστορίας.

ρολογάς
Αριστερά: Ο τεχνίτης επισκευάζει ένα μηχανικό ρολόι.Δεξιά: Κλειδί που χρησιμοποιείται για να κουρδίσει ρολόγια τοίχου. Είναι από τα εργαλεία που σώθηκαν από το μαγαζί της Δράμας

Το πρώτο μαγαζί άνοιξε ο μικρασιάτης παππούς του, Βασίλης Στεφανίδης, το 1902 στην Ανδριανούπολη Ανατολικής Θράκης. Βρισκόταν μέσα στο Σελίμ Τζαμί, που υπάρχει ακόμη και φιλοξενεί την σκεπαστή αγορά. Ο παππούς ήθελε να γίνει κουρέας. Στα 20 του χρόνια όμως, ένας Τούρκος γείτονας τον έπεισε να γίνει ρολογάς.
Ο ίδιος είχε ταξιδέψει στην Ελβετία με το «Orient Express» για να μάθει την τέχνη της ωρολογοποιείας.
Όταν γέρασε, πήρε κοντά του το νεαρό Βασίλη και του δίδαξε την τέχνη του.
Στο τέλος του χάρισε όλα τα εργαλεία του και με αυτά άνοιξε το πρώτο του μαγαζί.

ρολογάς
To μαγαζί βρισκόταν μες στο Σελίμ Τζαμί

Από τα ρολόγια μάθαιναν τα κουτσομπολιά της πόλης

Η οικογένεια έφυγε από την Ανδριανούπολη το 1922 με τις ανταλλαγές πληθυσμών.
«Μέχρι την Ορεστιάδα, πάνω σε μια βοϊδάμαξα, κουβάλησαν ό,τι μπορούσαν», αφηγείται ο εγγονός τους.
Έφτασαν στη Δράμα, όπου ξεκίνησαν μια νέα ζωή.
Άνοιξαν το μαγαζί στο κέντρο της πόλης. Οι επισκευές που έκανε ο παππούς, συνοδεύονταν με τις προσωπικές ιστορίες των  κατοίκων. Σχεδόν κάθε βδομάδα έφτιαχνε το ρολόι ενός μεθυσμένου γαλατά. «Κάθε φορά που τα έπινε, το έριχνε από το μπαλκόνι και το έσπαγε».
Την επόμενη πήγαινε στον ρολογά για να το επισκευάσει και έτσι όλοι ήξεραν ότι ο γαλατάς είχε μεθύσει πάλι.

ρολογάς
«Μα γιατί κουβαλάς μαζί σου το ξυπνητήρι και δεν πας να αγοράσεις ένα ρολόι του χεριού από τον Στεφανίδη», λέει μία διαφήμιση του 1953. Διαφημίσεις μοιράζονταν σε φυλλάδια στους θερινούς κινηματογράφους και στα πλοία που πήγαιναν στη Σαλαμίνα

Το μαγαζί τους έκλεισε το 1941, επί βουλγαρικής κατοχής και απειλήθηκε πολλές φορές από τους Βούλγαρους.
«Το λεηλάτησαν, πήραν τις πρίζες ακόμη και τα καλώδια του μαγαζιού», λέει.
Η οικογένεια κατάφερε να σώσει μόνο τα εργαλεία και τα ρολόγια χειρός.
Είναι αυτά τα εργαλεία που σήμερα χρησιμοποιεί ο Βασίλης Στεφανίδης στο μαγαζί του.
Όλο το εμπόρευμα τους το χώρεσαν μέσα σε δύο βαλίτσες και με αυτό έφτασαν στην Αθήνα. «Όταν έφτασαν στον Στρυμόνα, χάρισαν ένα ρολόι «Ομέγα» στους Γερμανούς για να τους επιτρέψουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους».
Τα εργαλεία, τα ρολόγια, οι πελάτες, οι ίδιοι οι ρολογάδες, έχουν να πουν τόσες ιστορίες από τις ταραγμένες περιόδους που έζησαν.

Ιστορίες κατοχής

Έφτασαν στην Αθήνα, όταν ήταν υπό γερμανική κατοχή. Το μαγαζί τους βρισκόταν στην Οδό Θεμιστοκλέους και έγινε για ακόμη μία φορά στόχος.
Ο πατέρας του, Λευτέρης Στεφανίδης βρισκόταν μόνος του στο μαγαζί όταν ένας μεθυσμένος Γερμανός  μπήκε στο μαγαζί και τον απείλησε με πιστόλι. Του ζητούσε ένα ρολόι, που τότε είχε αξία όσο ένας σημερινός μισθός. Ο ιδιοκτήτης τρομοκρατήθηκε αλλά προσπάθησε να αντιδράσει ψύχραιμα.

«Μας το ‘φαγε το ρολόι ο Γερμανός», είπε ο  πατέρας του, αλλά η συνέχεια ήταν απρόβλεπτη.
Την επόμενη ημέρα, Γερμανοί άφησαν έξω από το κατάστημα δύο τσουβάλια αλεύρι.
«Ο πατέρας μου τα κουβάλησε μέσα στο μαγαζί και τα φύλαξε στην αποθήκη. Ήταν δύο τσουβάλια μεγάλα πενηντάρια. Με αυτό έδινε σε όλη τη γειτονιά και αυτό τους έθρεψε σε όλη την κατοχή».

Αριστερά: Φωτογραφία από το μαγαζί με τον Λευτέρη Στεφανίδη, την Αριάδνη, τη γυναίκα του, τον Παναγιώτη, τεχνίτη του μαγαζιού και τη Βαλεντίνα, υπάλληλο τους. Δεξιά: Ο Λευτέρης Στεφανίδης στο μαγαζί στη Θεμιστοκλέους

Κατά τη διάρκεια της κατοχής το μαγαζί απειλήθηκε άλλη μία φορά, όταν πάλι ένας Γερμανός μπήκε με πιστόλι και σημάδευε το χρηματοκιβώτιο. Το μαγαζί μόλις είχε ανοίξει. Ήταν μέσα ο πατέρας και η μητέρα του, και δεν είχαν κάνει ακόμη σεφτέ. Το χρηματοκιβώτιο ήταν άδειο. Είχε όμως πάνω του ένα αγγλικό στέμμα. Ο γερμανός στρατιώτης θόλωσε μόνο που το είδε. Χωρίς να πάρει χρήματα, ούτε ρολόγια, κατέστρεψε το αγγλικό στέμμα και έφυγε.

Το ρολογάδικο στη Θεμιστοκλέους 4. Δίπλα του είχε μαγαζί με γλυκά

Το μέτρημα του χρόνου είναι τρόπος ζωής

Γύρω από το ρολογάδικο στη Θεμιστοκλέους υπήρχε το μαγαζί του Φλόκα με τα γλυκά, το μαγαζί του  Μάζη και αυτό με γλυκά και το θέατρο Μακέδου.
Η Σοφία Βέμπο εμπιστευόταν τα μυστικά της από τη σχέση με τον Τραϊφόρο στη μητέρα του κ. Στεφανίδη.
Στο ρολογάδικο πήγαινε και ο Λογοθετίδης με την Ίλυα Λιβυκού, που μαζί έδιναν μικρές παραστάσεις ακόμη και μες στο μαγαζί.
«Ο Λογοθετίδης μιλούσε όπως έπαιζε στο θέατρο. Για καιρό υποσχόταν στη Λιβυκού ότι θα της αγοράσει ένα ρολόι. Όμως δεν της το έπαιρνε ποτέ. Και έτσι η Λιβυκού παραπονιόταν πόσο τσιγκούνης είναι».

Το μαγαζί βρίσκεται στα χέρια της τρίτης γενιάς. Ήδη από το 1980, ο Βασίλης Στεφανίδης προσαρμόστηκε γρήγορα στα νέα δεδομένα καθώς ήταν ο πρώτος τεχνικός που επισκεύαζε ηλεκτρονικά ρολόγια. Αν και πλέον η δουλειά του κατακλύζεται από σύγχρονα ρολόγια, δεν παύει να γοητεύεται από τον κλασικό μηχανισμό ενός καλού παλιού ρολογιού.
«Είναι μια μηχανή πραγματική, ένας ζωντανός οργανισμός. Τον επισκευάζω και παίρνω ενέργεια και αυτό από μόνο του με γεμίζει».
Για τον κύριο Στεφανίδη, η διαχείριση του χρόνου είναι modus vivendi και δε θα μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς να ακούει το «τικ-τακ» ενός ρολογιού. Ειδικά αν το έχει αναστήσει ο ίδιος…

Της Μαριάννας Χιονά

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Γνωρίζατε ότι υπήρξε ελληνική φωτογραφική μηχανή υψηλού επιπέδου; Ο τεχνίτης που είχε πελάτη τον Ανδρέα Παπανδρέου και διαθέτει συλλογή από εκατοντάδες σπάνιες φωτογραφικές μηχανές 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here