Ακόμη και η «καλημέρα» που αντάλλασσαν οι ηλικιωμένοι στα ΚΑΠΗ τους προσέδιδε μικρές στιγμές χαράς και ζωντάνιας. Είχαν την ανάγκη να βγουν από τα σπίτια τους και να δραπετεύσουν από τη μοναξιά. Πολλοί από αυτούς ήταν μακριά από τις οικογένειες τους. 

Αποκομμένοι από το συγγενικό αλλά και το επαγγελματικό τους περιβάλλον, οι δυνατότητες επικοινωνίας ήταν περιορισμένες. Οι ανάγκες  ωστόσο πολλαπλασισμένες. Η απομόνωση τους σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης και τα μόνιμα προβλήματα των συστημάτων ασφάλισης επέτειναν την περιθωριοποίηση τους. Αυτά τα προβλήματα ήρθαν να καλύψουν τα Κέντρα Ανοιχτής Προστασίας Ηλικιωμένων. Ζωντάνεψαν τα «τιμημένα γηρατειά», όπως τα είχε αποκαλέσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, και τους χάρισαν το δικό τους στέκι.

Η γωνιά του Παππού και της Γιαγιάς

Η λειτουργία των ΚΑΠΗ πρωτοεμφανίστηκε το 1963 όταν η γυναικεία φιλανθρωπική οργάνωση «Όμιλος Εθελοντών» ίδρυσε στο Νέο Κόσμο τη «Γωνιά του παππού και της γιαγιάς». Το παλαιότερο σωματείο της εποχής ιδρύθηκε το 1953 και αποτελούνταν από μια ομάδα γυναικών που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην φροντίδα των γερόντων και παιδιών. Ο σύλλογος πριν από δύο χρόνια είχε διεξάγει μία κοινωνική έρευνα για τις ανάγκες των ηλικιωμένων. Τα ευρήματα της κινητοποίησαν τα μέλη του συλλόγου και έτσι αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα χώρο που θα καλύπτει τις ανάγκες τους. Αυτή η αρχική μορφή ήταν ένα κέντρο που καθημερινά άνοιγε τις πόρτες του και απασχολούσε δημιουργικά τους ηλικιωμένους, ενώ παρείχε και συσσίτιο. Ο θεσμός στηριζόταν στην εθελοντική προσπάθεια των μελών του συλλόγου και δεν εντασσόταν σε κάποια δημόσια πολιτική για την τρίτη ηλικία.

Για χρόνια η κοινωνική πολιτική για τους ηλικιωμένους απουσίαζε. Το 1979 η Διεύθυνση Προστασίας Ηλικιωμένων του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας κάλεσε τον Όμιλο Εθελοντών και ζήτησε την συνεργασία του στην δημιουργία ενός Πρότυπου Κέντρου Ανοιχτής Προστασία των Ηλικιωμένων. Το κέντρο ήταν στελεχωμένο με γιατρό, φυσιοθεραπευτή, νοσηλευτή, εργοθεραπευτή και οικογενειακό βοηθό. Γρήγορα η «γωνιά του παππού και της γιαγιάς» μετεξελίχθηκε στο πρώτο ΚΑΠΗ στην Ελλάδα. Το πρώτο κέντρο λειτούργησε υποδειγματικά και αποτέλεσε παράδειγμα οργάνωσης και λειτουργίας για τα επόμενα που ακολούθησαν. Μέχρι το 1982 ιδρύθηκαν και λειτούργησαν 8 ΚΑΠΗ υπό την αιγίδα φορέων όπως ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, η Χριστιανική Ένωση Νέων, το Κέντρο Μέριμνας Οικογένειας και Παιδιού και ο Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας.
Το ΠΑΣΟΚ της αλλαγής όμως τα απογείωσε δίνοντας προτεραιότητα στην τρίτη ηλικία.
Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου μίλησε για την ανάγκη λειτουργίας τους και αρχικά δαπανήθηκαν κονδύλια για να ανοίξουν επιπλέον παρατήρματα.

Από τη φιλανθρωπία και τον εθελοντισμό οργανώσεων, τα ΚΑΠΗ  πέρασαν στα χέρια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας. Μέσα σε μία δεκαετία ο θεσμός επεκτάθηκε και έφτασε να μετρά 200 κέντρα. Άντρες και γυναίκες άνω των 60 ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση είχαν δικαίωμα να εγγραφούν στα ΚΑΠΗ. Για την εγγραφή τους τα μέλη πληρώνουν μια συμβολική είναι και η οικονομική συμμετοχή στις διάφορες εκδηλώσεις του ΚΑΠΗ.  Σκοπός των κέντρων ήταν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους χωρίς να ενδιαφέρονται για το φύλο ή την κοινωνική θέση. Ήταν όλοι ίσοι και είχαν όλοι την ίδια πρόσβαση στις υπηρεσίες. Εξάλλου οι ανάγκες τους ήταν κοινές, να ξεφύγουν από την μοναχική τους καθημερινότητα, να δραπετεύσουν από μίζερες καταστάσεις και να κοινωνικοποιηθούν. Οι ηλικιωμένοι απέκτησαν φίλους και μια δραστηριότητα που τους γέμιζε την καθημερινότητα.
Οι συνταξιούχοι απέκτησαν το στέκι τους και ένα σημείο αναφοράς των προβλημάτων τους.
Το πιο απλό ήταν και το πιο σπουδαίο. Η συντροφικότητα. Όσοι είχαν χάσει το σύζυγό τους και τα παιδιά τους ήταν απασχολημένα με την οικογενειά και την εργασία τους, απέκτησαν ένα αποκούμπι. Δημιουργήθηκαν και μερικά ειδύλλια γιατί η αγάπη δεν έχει ηλικία.
Όλοι όμως βρήκαν πρόσβαση στην ατελείωτη ελληνική γραφειοκρατία και οι θρυλικές εκδρομές έδωσαν σε μερικούς για πρώτη φορά την ευκαιρία να ταξιδέψουν σε μέρη της Ελλάδας που δεν είχαν επισκεφθεί.
Ήταν και παραμένουν ένας πολύτιμος θεσμός που δείχνει μέριμνα και σεβασμό στους συνταξιούχους.

Πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο: Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80, επιστημονική επιμέλεια Βασίλης Βαμβακάς και Παναγής Παναγιωτόπουλος, εκδόσεις Επίκεντρο

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: «Στον επόμενο τόνο, η ώρα θα είναι…». Ποια ήταν η βελούδινη φωνή του 141, που οι ηλικιωμένοι ευχαριστούσαν και οι νέοι τη φλέρταραν. Δείτε το σπάνιο μηχάνημα εκφώνησης, όπως σώζεται σήμερα (βίντεο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here